Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Η κατά παραγγελία δολοφονία της οδοντιάτρου Γιόλας Βαγενά

 
Οι «βόλτες θανάτου» και πώς πείστηκε από το ίδιο το θύμα ο Ματθαίος Μονσελάς

Οι σχέσεις καθορίζουν σε πολλές περιπτώσεις τη ζωή των ανθρώπων, την πορεία τους. Και ενίοτε μπορεί να αποβούν μοιραίες για εκείνους που βιώνουν προσωπικά αδιέξοδα και μοιάζουν να μην έχουν τη δύναμη να τα διαχειριστούν.

Γράφει η Μαρία Ζαχαροπούλου

Απόρροια... 

 
 
 
 
 
τέτοιων αδιέξοδων σχέσεων ήταν και η υπόθεση της κατά παραγγελία δολοφονίας της 40χρονης Γιόλας Βαγενά από τον Ματθαίο Μονσελά. Μιας δολοφονίας που καταγράφεται στα ελληνικά χρονικά ως μοναδική.

Για την γοητευτική οδοντίατρο Γιόλα Βαγενά δυο ήταν οι σχέσεις που την καθόρισαν. Η πρώτη ήταν αυτή με τον άνδρα της ο οποίος αποδείχθηκε το μεγάλο πάθος της ζωής της και η δεύτερη με τον παρκαδόρο Ματθαίο Μονσελά που έμελλε να είναι το μοιραίο πρόσωπο.

Η Γιόλα Βαγενά περιγράφεται από τους δικούς της ανθρώπους ως μια γυναίκα δυναμική, πετυχημένη και κοινωνική. Μια ισχυρή προσωπικότητα με πειθώ. Η αποκάλυψη ότι ο γιατρός σύζυγος της διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με μια νοσοκόμα την κλόνισε. Το οικοδόμημα που είχε δημιουργήσει άρχισε να καταρρέει και η λατρεία που είχε στον άνδρα της μετατράπηκε σε εξάρτηση, εμμονή.

Έχοντας την πεποίθηση πως η ίδια της η ζωή εξαρτιόταν από τον σύζυγο της, της ήταν αδύνατο να διανοηθεί την ύπαρξη της χωρίς εκείνον. Της ήταν αδύνατο να συνεχίσει μόνη και να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της.
Ζήτησε πολλές φορές να τη βοηθήσουν να αυτοκτονήσει



Όσο ο καιρός περνούσε τόσο εκείνη βυθιζόταν στην απόγνωση και τα ραντεβού της με ψυχίατρο αλλά και ψυχολόγο δεν κατάφεραν να τη βοηθήσουν. Μεταξύ αστείου και σοβαρού έλεγε στην οικογένεια της πως ήθελε να βάλει τέλος στη ζωή της.

Η οδύνη της εγκατάλειψης ήταν αφόρητη και τελικά μη διαχειρίσιμη για την γοητευτική οδοντίατρο. Κανείς, όμως, δεν την πίστεψε αφού όλοι εκτίμησαν πως προσπαθούσε με αυτό τον τρόπο να τραβήξει το ενδιαφέρον του συζύγου της. Ζήτησε πολλές φορές να τη βοηθήσουν να αυτοκτονήσει. Να την σπρώξουν από την ταράτσα, να ενώσουν καλώδια στην μπανιέρα για να πάθει ηλεκτροπληξία, αγόρασε όπλο…

Ένας φίλος του συζύγου της, θα έλεγε αργότερα, πως του είχε τηλεφωνήσει, ένα μήνα πριν το μοιραίο βράδυ, λέγοντάς του πως πλήρωσε για να την σκοτώσουν: «Δεν μου ενέπνευσε φόβο ότι σοβαρολογούσε. Δεν το πήρα σοβαρά αυτό που είπε. Η Βαγενά είχε φωτεινή προσωπικότητα, ήταν πετυχημένη, πετύχαινε πάντα στο σκοπό της και όταν ξαφνικά βρέθηκε σε δεύτερη μοίρα δεν το αποδέχτηκε. Η ζηλοτυπία ήταν μόνιμο χαρακτηριστικό του χαρακτήρα της». Όλες της οι ενέργειες, θα έλεγαν αργότερα οι ειδικοί, ήταν μια κραυγή για βοήθεια τις οποίες κανείς από τους συγγενείς και τους φίλους της δεν άκουσε…

Και εκείνη στράφηκε σε έναν άγνωστο. Τον Ματθαίο Μονσελά, τον υπάλληλο του πάρκινγκ που άφηνε το αυτοκίνητο της. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν «κόντρα» στα δικά της δεδομένα. Ένας άνθρωπος μοναχικός, ο οποίος στο παρελθόν είχε κάνει δυο απόπειρες αυτοκτονίας, με βιώματα κακοποίησης ψυχικά και σωματικά από τον τυφλό πατέρα του. Ταλαιπωρημένος από την υπακοή του σε άτομα κύρους.

Η σχέση του με τη Βαγενά άλλαξε τα δεδομένα, του βρήκε την επιβεβαίωσε που έψαχνε σε όλη του τη ζωή από την παρουσία μιας πλούσιας και πετυχημένης γυναίκας και άρχισε να αισθάνεται σημαντικός, αναλύουν οι ειδικοί. Και ξαφνικά βρέθηκε κοινός τόπος σε δυο διαφορετικές προσωπικότητες. Αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια ιδιότυπη φιλία.
Πρόβες θανάτου

Η Βαγενά βρήκε στο πρόσωπο του Μονσελά τον άνθρωπο που, όπως πίστευε, θα την λύτρωνε από τα αδιέξοδα της. Και κάπου εκεί άρχισαν τα πρώτα ραντεβού, οι πολύωρες εξομολογήσεις που στην πορεία εξελίχθηκαν σε εξαντλητικές νυχτερινές διαδρομές, «πρόβες θανάτου».

«Αυτές οι βόλτες που κάναμε δεν ήταν βόλτες θανάτου. Ήταν βόλτες για να μπορέσω να βρω λύση, μέσα από τα δικά της λόγια, για να δει αυτή τις θέσεις της που ήταν λάθος. Της πήρα το πιστόλι για να μην αυτοκτονήσει, για να μην σκοτώσει κάποιον», θα έλεγε αργότερα στην απολογία του ο Ματθαίος Μονσελάς.

Σε μια από αυτές τις βόλτες στο Μαρκόπουλο, το βράδυ της 11ης Ιανουαρίου του 1994, ο Ματθαίος Μονσελάς πυροβόλησε πισώπλατα και σκότωσε την Γιόλα Βαγενά. Εκείνο το βράδυ γράφτηκε ο επίλογος της ιστορίας.

Η Βαγενά είχε ξεκαθαρίσει στον Μονσελά ότι ήθελε να δώσει τέλος στη ζωή της αλλά χρειαζόταν τη βοήθειά του. «Στις επισκέψεις μου στο ιατρείο της, η Γιόλα μου έκανε προτάσεις να τη σκοτώσω προκειμένου να λυτρωθεί, επειδή δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς τον άντρα της», ανέφερε ο Μονσελάς.

«Από τότε που μου έδειξε το όπλο, με το αυτοκίνητό της με έπαιρνε και με πήγαινε σε ερημικές τοποθεσίες της Κορίνθου, της Χαλκίδας, της Λαμίας και της Αττικής. Όταν φτάναμε στα ερημικά σημεία, μου ζητούσε να τη σκοτώσω, λέγοντάς μου ότι δεν μας έβλεπε κανένας επειδή ήταν ερημιά και νυχτερινές ώρες. Είχαμε πάει στις εν λόγω τοποθεσίες περίπου δέκα φορές», όπως εξήγησε ο Μονσελάς στους αστυνομικούς.

Το μοιραίο βράδυ ο Μονσελάς, είχε προσπαθήσει να αποφύγει να συναντήσει τη Βαγενά αλλά εκείνη δεν άφησε περιθώρια για «όχι». «Μου έλεγε πιεστικά να πάμε για να τελειώσει», περιέγραψε ο Μονσελάς, λέγοντας πως όταν έφτασαν στο Μαρκόπουλο σε ένα ήσυχο και απομονωμένο σημείο σταμάτησαν και βγήκαν από το όχημα: «Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής η Γιόλα μου ζητούσε επίμονα να τη σκοτώσω με το όπλο που είχα μαζί μου. Και όταν εκείνη απομακρύνθηκε, σταμάτησε, γύρισε προς τα εμένα και μου είπε, “άντε καλά είναι εδώ, εντάξει”. Μετά από τα λόγια αυτά η Γιόλα, μου γύρισε την πλάτη. Εγώ με το πιστόλι που εκείνη τη στιγμή γέμισα, ή μάλλον όπλισα, πυροβόλησα από απόσταση δύο περίπου μέτρων τρεις φορές κατ’ αυτής. Αυτή τότε έπεσε κάτω και καθώς έπεφτε άκουσα ένα βογκητό της».

Ο Μονσελάς εγκατέλειψε το άψυχο σώμα της Βαγενά στην ερημική τοποθεσία, μπήκε στο αυτοκίνητο και αφού έκανε βόλτες, το άφησε στην περιοχή Κουβαρά και συνέχισε πεζός. Πέταξε το όπλο και τα κλειδιά του αυτοκινήτου και μετά από αρκετό περπάτημα βγήκε σε έναν κεντρικό δρόμο απ’ όπου, κάνοντας ότο στοπ, βρέθηκε στη Γλυφάδα. Στη συνέχεια πήρε ταξί και πήγε στο πάρκινγκ όπου δούλευε στο κέντρο της Αθήνας, καθώς άρχιζε η βάρδια του.



Η σορός της Βαγενά βρέθηκε από ένα περαστικό ζευγάρι και η αστυνομία εξαπόλυσε ανθρωποκυνηγητό για να βρει το δολοφόνο. Η έρευνα τους οδήγησε στον Ματθαίο Μονσελά ο οποίος συνελήφθη, αλλά δεν ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Ωστόσο, έπεσε σε αντιφάσεις και υποχρεώθηκε να πει τι είχε συμβεί. Τελικά, παραδέχτηκε πως πυροβόλησε τη γυναίκα.

«Ό,τι έκανα το έκανα από οίκτο προς τη Γιόλα», είπε στους αστυνομικούς και ισχυρίστηκε πως πρόθεση του ήταν να της προξενήσει ένα επιπόλαιο τραύμα: «Πίστευα ότι δεν θα πέθαινε και ότι μετά από αυτό θα μετάνιωνε και δεν θα με ξαναενοχλούσε, ο δε σύζυγός της, στον οποίο είχε πει ότι θα αυτοκτονούσε, θα την έπαιρνε στα σοβαρά και θα ξανασμίγανε».
«Πρέπει να τιμωρηθώ γι’ αυτό που έκανα»

Ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ο Ματθαίος Μονσελάς, αφού μίλησε για τη σχέση του με τη Βαγενά και τις εξομολογήσεις της, ισχυρίστηκε πως «ήταν πολύ φορτική». «Έπρεπε να τη διώξω. Δεν έκανα μεγάλη προσπάθεια. Έπρεπε να αγριέψω…», είπε και αναφερόμενος δε στη μοιραία στιγμή περιέγραψε:

«Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι βγήκαμε έξω από το αυτοκίνητο. Μετά όλα είναι εντελώς αχνά μέσα μου. Πήρα το όπλο που είχα στο πάτωμα του αυτοκινήτου στα πόδια μου. Βρέθηκα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Η Γιόλα βγήκε πρώτη από τη δεξιά πόρτα. Δεν ξέρω που άφησε την τσάντα της ή αν φόρεσε ωτοασπίδες… Θυμάμαι ότι ο δρόμος είχε υγρασία. Θυμάμαι δέντρα. Έριξα τρεις πυροβολισμούς. Εγώ θυμάμαι αχνά τον τρίτο πυροβολισμό. Το πιστόλι βρέθηκε στα χέρια μου αλλά δεν θυμάμαι πως. Δεν ξέρω προς ποια κατεύθυνση κινήθηκε η Γιόλα. Βρέθηκε σε απόσταση δυο μέτρων από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου πεσμένη κάτω. Το "Μάνθο πυροβόλα" μου το είχε πει χιλιάδες φορές. Δεν ξέρω αν μου το είπε και τη συγκεκριμένη στιγμή. Δεν είχα αίσθηση του τι έκανα (…). Επανήλθα με τον αχνό τρίτο πυροβολισμό. Δεν ζητάω το ακαταλόγιστο αλλά δεν γνώριζα τι έκανα εκείνη την ώρα, πανικοβλήθηκα. Δεν πλησίασα τη Γιόλα. Δεν ξέρω αν είχε πεθάνει. Πήρα το αυτοκίνητο και έφυγα (…). Αν την έβλεπα τώρα μπροστά μου θα της ζητούσα συγνώμη που δεν κατάφερα να την αποτρέψω. Αφαίρεσα μια ανθρώπινη ζωή και απέναντι στη μνήμη της νιώθω χάλια. Ζητάω συγγνώμη απ’ όλο τον κόσμο… Εγώ βρισκόμουν σε ύπνωση. Μπορεί να ήμουν και σαν λυτρωτής… Ένιωσα πανικό. Τώρα νιώθω λύπη. Πρέπει να τιμωρηθώ γι’ αυτό που έκανα. Κάποια στιγμή, θα το δείτε, θα αυτοτιμωρηθώ αλλά δεν είμαι τρελός».



Πρωτόδικα ο Μονσελάς καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12 ετών και 9 μηνών. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μείωσε την ποινή του κατά τρεις μήνες, δηλαδή σε 12 χρόνια και 6 μήνες. Για τους δικαστές βάρυνε ότι ο κατηγορούμενος είχε πρότερο έντιμο βίο αλλά και το γεγονός ότι δεν έλαβε χρήματα για την πράξη του.

Ο Ματθαίος Μονσελάς αποφυλακίστηκε το 1998. Μετά την αποφυλάκιση του δεν κατάφερε να στεριώσει σε δουλειά και τα τελευταία χρόνια ζει σε μια σπηλιά στο λόφο του Φιλοπάππου.