Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Οι άσπονδροι φίλοι και σύμμαχοί μας


Η ανακήρυξη της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου (17-2-1914 )

Επιμέλεια: Βασιλείου Ζιώζια .Προέδρου του ΠΑ.ΣΥ.Β.Α /Τρικάλων

ΠΩΣ ΧΑΘΗΚΕ Η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ

Στις 17 Φεβρουάριου 1914, πριν από 103 χρόνια, ανακηρύχθηκε η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου, προϊόν της μαχητικότητας και της αταλάντευτης προσήλωσης των Βορειοηπειρωτών στην Ελληνική τους συνείδηση και στον πόθο τους για ελευθερία. Επτά (7) μήνες πριν οι Μεγάλες Δυνάμεις... 

 
 
 
 
 
Αυστρία, Ιταλία, Γαλλία, Ρωσία, Γερμανία και Αγγλία, με επιτροπή που συνέστησαν και εξυπηρετώντας τα αμαρτωλά στενά συμφέροντά της Ιταλίας και Αυστρουγγαρίας , καθ’ όσον θα απέφευγαν την εγκατάσταση ισχυρής δυνάμεως επί της ανατολικής ακτής της Αδριατικής. ίδρυσαν στις (29 Ιουλίου 1913) , το ανύπαρκτο μέχρι τότε Αλβανικό κράτος και παραχώρησαν , με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας στις 17 Δεκ.1913 τις Ελληνικές επαρχίες Χιμάρας, Δελβίνου, Αργυροκάστρου, Κορυτσάς Τεπελενίου, Λιασκοβικίου, Κολώνιας , καθώς και τμήμα του Πωγωνίου , με αμιγείς Ελληνικούς πληθυσμούς 240.000 κατοίκων.

Την απόφαση αυτή ανακοίνωσαν οι Μ. Δυνάμεις προς την Ελληνική Κυβέρνηση και την Τουρκία, με την αξίωση όπως, τα Ελληνικά Στρατεύματα αποχωρήσουν αμέσως από τη Β. Ήπειρο και με τη σαφή δήλωση ότι, από την αποδοχή και εκτέλεση αυτής της αποφάσεως, εξαρτάται η παραχώρηση προς την Ελλάδα των νήσων του Αιγαίου Πελάγους. Η Ελλάδα προ του εκβιασμού αυτού , υπέκυψε και διέταξε την εκκένωση των αιματοποτισμένων εδαφών της Β. Ηπείρου και μάλιστα χωρίς να εξασφαλίσει από τις Μ. Δυνάμεις ικανοποιητικές εγγυήσεις για τα δικαιώματα του Ελληνισμού της Β. Ηπείρου. Απελπισμένοι οι Βορειοηπειρώτες κάλεσαν Πανηπειρωτική Συνέλευση στις ( 30 Ιανουαρίου1914 ) στο Αργυρόκαστρο, με πρόεδρο τον Μητροπολίτη Δρυινουπόλεως Βασίλειο, για να λάβουν σχετικές αποφάσεις. Τρεις ημέρες μετά, η επαναστατική συνέλευση στο Αργυρόκαστρο ανακήρυξε αυτόνομη πολιτεία τη Βόρειο Ήπειρο, με προσωρινή κυβέρνηση υπό την προεδρία του Γεωργίου Χρηστάκη Ζωγράφου και με υπουργούς τους μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο, Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα, Κορυτσάς Γερμανό, τους Αλέξ. Καραπάνο, I. Παρμενίδη Γ. Δούμα και τον συνταγματάρχη Δούλη υπουργό Στρατιωτικών, ο οποίος με μεγάλη ταχύτητα οργάνωσε τον Στρατό της Ηπείρου, με αξιωματικούς όπως οι Σπυρομήλιος, Τσόντος, Ζήρας, Καρασεβδάς, Τσιπούρας, Φουρίδης, Μαυροειδής και Καραχρήστος.

Πολλοί εθελοντές έσπευσαν τότε απ’ όλη την Ελλάδα και συγκρότησαν επίλεκτες στρατιωτικές μονάδες(Ιερούς Λόχους). Στα ευρωπαϊκά κέντρα το κίνημα της Β. Ηπείρου χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό και οι Βορειοηπειρώτες προήλασαν τότε στην Κολώνια, στο Δέλβινο και έφτασαν μέχρι το Βεράτι. Στην Κορυτσά έγιναν αιματηρές συγκρούσεις και ο παλαιός μακεδονομάχος Γεώργιος Τσόντος κατέλαβε την πόλη με σώμα εθελοντών. Μπροστά στην κατάσταση αυτή οι Μεγάλες Δυνάμεις ζήτησαν ανακωχή από την προσωρινή κυβέρνηση του Ζωγράφου. Και μετά από διαπραγματεύσεις στην Κέρκυρα, υπεγράφη Πρωτόκολλο της Κερκύρας στις (17-5-1914 ) με το οποίο αναγνωρίσθηκε η πλήρης αυτονομία στη Β. Ήπειρο. Έξι μήνες πριν, στις 20-11-1913 ,όπως αναφέρει ο Τάσος Κοντογιαννίδης , δημοσιογράφος , έγινε συζήτηση στη Βουλή των Ελλήνων με πρώτο αγορητή τον Σ. Σίμου, ο οποίος τόνισε: «Και μία ρανίς αίματος αν πρόκειται να μείνει εις τας φλέβας των ανθρώπων εκείνων θα την χύσωσιν υπέρ της ελευθερίας των, υπέρ της πατρίδος των». Στο αυτό πνεύμα μίλησαν και οι Δ. Ράλλης και Γ. Θεοτόκης.

Τον Οκτώβριο του 1914 οι Μεγάλες Δυνάμεις έδωσαν εντολή στην Ελλάδα να ανακαταλάβει τη Β. Ηπειρο για να εξασφαλίσει την τάξη και τη μεταπολεμική διευθέτηση της καταστάσεως. Όμως δύο χρόνια μετά, τον Σεπτέμβριο του 1916, με αξίωση της Ιταλίας που είχε εν τω μεταξύ καταλάβει τον Αυλώνα και το Δυρράχιο, τα ελληνικά στρατεύματα αποχώρησαν από τη Β. Ήπειρο.

Στις 6 Δεκεμβρίου 1915 στην Ελλάδα και στην ενσωματωμένη εις αυτή Βόρειο Ήπειρο έγιναν Βουλευτικές εκλογές. Στη Βόρειο Ήπειρο εκλέχτηκαν δεκαοκτώ(18) Βουλευτές, έντεκα (11) στον Νομό Αργυροκάστρου και εφτά (7) στον Νομό Κορυτσάς. Όταν οι Βορειοηπειρώτες μπήκαν όλοι μαζί για πρώτη φορά στην Ελληνική Βουλή, οι συνάδελφοί τους από τις άλλες περιοχές σηκώθηκαν και τους υποδέχθηκαν με ζητωκραυγές .

Οκτώβριος 1916. Επειδή στην Ελλάδα δημιουργήθηκε διχόνοια μεταξύ Βενιζελικών που ήθελαν η Ελλάδα να πάρει μέρος στον Α! Παγκόσμιο πόλεμο, πολεμώντας με την Αγγλία, Γαλλία, και Ρωσία (ΑΝΤΑΝΤ) ,εναντίον της Γερμανίας και Αυστρίας, και των Βασιλικών που ήθελαν η Ελλάδα να μείνει ουδέτερη, η Ιταλία επωφελούμενη από την κατάσταση αυτή, εισηγήθηκε στις Μεγάλες Δυνάμεις (ΑΝΤΑΝΤ) και πέτυχε να πάρει την έγκριση να καταλάβει τον νομό Αργυροκάστρου και η Γαλλία τον νομό Κορυτσάς. Οπότε ο Ελληνικός Στρατός αναγκάστηκε να φύγει στις 10 Οκτωβρίου 1916 εγκαταλείποντας για δεύτερη φορά την Βόρειο Ήπειρo .

29 Ιουλίου 1919. Υπογράφτηκε συμφωνία μεταξύ του Πρωθυπουργού της Ελλάδος ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ και του υπουργού των Εξωτερικών της Ιταλίας ΤΙΤΤΟΝΙ με την οποία η Ελλάδα θα προσαρτούσε την Βόρειο Ήπειρο και η Ιταλία την Αυλώνα με το λιμάνι της.

13 Ιανουαρίου 1920, το Ανώτατο Συμβούλιο των συμμάχων στο Παρίσι {Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας και ΗΠΑ} ενέκρινε την προσάρτηση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα, με τη συμφωνία και του Προέδρου των ΗΠΑ Ουίλσων, όπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις του στις 10ης και 25ης Φεβρουαρίου 1920.

( Εκδηλώσεις για την Αυτονομία της Β.Η. στο Δελβινάκι ).

15 Μαίου 1920. Η Γαλλία αποφάσισε να αποσύρει τον στρατό της από την Κορυτσά, οπότε έσπευσε, κατόπιν διαταγής της Ελληνικής κυβερνήσεως, το Σύνταγμα του Ν. Τρικούπη να την καταλάβει. Όταν έφθασε όμως στο χωριό Καπεστίτσα συνάντησε επιτροπή της Αλβανικής κυβερνήσεως, η οποία παρακάλεσε τους Έλληνες να μην προχωρήσουν, αλλά να υπογράψουν προσωρινή συμφωνία με την οποία ο νομός Κορυτσάς θα έμενε υπό Αλβανική διοίκηση μέχρις ότου αποφάσιζαν οι Μεγάλες Δυνάμεις για την τύχη της Βορείου Ηπείρου. Η πρόταση αυτή των Αλβανών μεταβιβάσθηκε στην Ελληνική κυβέρνηση, η οποία τη δέχθηκε. Υπογράφθηκε τότε μεταξύ Ελλήνων και Αλβανών αντιπροσώπων το Πρωτόκολλο της Καπεστίτσας, το άρθρο 2 του οποίου αναφέρει ότι: «Τα Ελληνικά σχολεία και αι εκκλησίαι θα λειτουργούν ελεύθερα».

17 Μαϊου 1920.Η Αμερικανική Γερουσία εξέδωκε Ψήφισμα, σύμφωνα με το οποίο η Βόρειος Ήπειρος, συμπεριλαμβανόμενης και της Κορυτσάς, τα Δωδεκάνησα, και η Δυτική Μικρά Ασία, πρέπει κατά τη Διάσκεψη της Ειρήνης, να παραχωρηθούν στην Ελλάδα.

27 Ιουλίου 1920. Η υπό τον ΝΙΤΤΙ κυβέρνηση της Ιταλίας ανατρέπεται και αναλαμβάνει η κυβέρνηση GIOLITI, η οποία δια του υπουργού των Εξωτερικών SFORZA κατάγγειλε τη συμφωνία Βενιζέλου –Τίttoni με τη δικαιολογία, ότι τα Ιταλικά στρατεύματα έφυγαν από την Αυλώνα, και. απαραίτητη προυπόθεση για την παραχώρηση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 7 της Συμφωνίας Βενιζέλου –Τιttoni, και η κατοχή της Αυλώνας από Ιταλία.

2 Αυγούστου 1920. Συμφωνία μεταξύ Ιταλίας και Αλβανίας.

Η Ιταλία αναγνωρίζει την Κυβέρνηση των Τιράνων και δηλοί ότι είναι έτοιμη να αποχωρήσει από την Αλβανία ,εάν διατηρούσε μόνον την νήσο Σάσσωνα, το «Αδριατικό Γιβραλταρ».Τούτο εξυπηρετούσε την Ιταλία στη πραγματοποίηση των κατακτητικών σχεδίων της και στη φιλοδοξία της να εγκαθιδρύσει « Μεσογειακή Αυτοκρατορία ».

Εδώ κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι τον Μάιο του 1913 ο υπουργός εξωτερικών της Ιταλίας Σαν Τζουλιάνο είπε στον Γεώργιο Θεοτόκη κατά τη διάβασή του από τη Ρώμη, όταν ο Έλληνας πολιτικός είχε αποσταλεί στα κράτη της Ευρώπης για να αναγγείλει την ανάρρηση του βασιλέως Κωνσταντίνου στον Ελληνικό θρόνο, ότι: «Η Ελλάς πρέπει να έχει υπ’ όψιν της ότι αι δίκαιαι βλέψεις της Ιταλίας επί της Ηπείρου θα αποτελλούν πάντοτε το πρόγραμμα όλων των Ιταλικών κυβερνήσεων».

Δεκέμβριος του 1920. Η Αλβανία γίνεται μέλος της Κοινωνίας των Εθνών (Κ.τ.Ε.),με πρόταση της Ιταλίας, παρά τις διαμαρτυρίες και τις αντιδράσεις της Ελλάδος ,που ήθελε να συζητηθεί πρώτα και να λυθεί το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα όχι με βάση το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, ενώ η Ιταλία «διερρήγνυε τα ιμάτιά της» υποστηρίζοντας τις Αλβανικές απόψεις.

Τα μετέπειτα είναι γνωστά και θλιβερά. Ότι κερδήθηκε με αίμα, χάθηκε και πάλι, εξαιτίας, αφ’ ενός μεν του καιροσκοπισμού των Μεγάλων, αφ’ ετέρου δε του Εθνικού διχασμού που ακολούθησε και μας κόστισε την απώλεια της Μικράς Ασίας και της Βορείου Ηπείρου.