Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Η ιστορία της λατέρνας, πότε εμφανίστηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα


Την λατέρνα, οι παλιότεροι την έχουν δει στους δρόμους της παλιάς Αθήνας και όχι μόνο, έχοντας απολαύσει τις μοναδικές μελωδίες που βγαίνουν από μέσα τους. Οι νεότεροι την έχουν δει στις παλιές ελληνικές ταινίες με... 

 
 
 
 
 
 
 
την πιο γνωστή ταινία που είχε κεντρικό θέμα μία λατέρνα, την αξέχαστη ΛΑΤΕΡΝΑ, ΦΤΩΧΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΤΙΜΟ του Αλέκου Σακελλάριου με την Τζένη Καρέζη, τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Βασίλη Αυλονίτη, τον Αλέκο Αλεξανδράκη κ.α



Ποιά όμως είναι η ιστορία της λατέρνας, από ήρθε, πότε εμφανίστηκε η πρώτη λατέρνα στην Ελλάδα, ποιος ήταν εκείνος που την εμπνεύστηκε?

Η πρώτη λατέρνα στην Ελλάδα δηµιουργήθηκε γύρω στα 1880. Τότε η συνεργασία του Έλληνα Ιωσήφ Αρµάου και του Ιταλού Jugepe Turconi απέφερε την λατέρνα. Οι δυο τους πολλοί καλοί φίλοι µε έντονες µουσικές και κατασκευαστικές δεξιότητες έφτιαξαν στην Κωνσταντινούπολη την πρώτη λατέρνα χωρίς τη σιδερένια βάση που είχαν τα πιάνο γιατί υπήρχαν παρόµοια µε τη λατέρνα όργανα στο παρελθόν µε σιδερένια όµως βάση (π.χ. η Ροµβία). Οι δυο τους είχαν δηµιουργήσει ένα συνεταιρισµό όπου είχαν διαχωρίσει τη δουλειά σε δύο κοµµάτια. Ο Turconi ασχολιόταν µε το κατασκευαστικό κοµµάτι ενώ ο Αρµάος µε την καταγραφή, δηλαδή το «σταµπάρισµα» των τραγουδιών.

Η εξέλιξη ήταν ραγδαία. Αν και στην Κωνσταντινούπολη υπήρξαν µόνο 2-3 κατασκευαστές στην Ελλάδα υπολογίζονται σε 60-80. Υπολογίζεται επίσης ότι την περίοδο πριν τον πόλεµο του 1940 υπήρξαν σε Αθήνα και Πειραιά περίπου 40.000 όργανα και άλλα τόσα µόνο στη Θεσσαλονίκη.

Ακόµα εκείνη την περίοδο σε κάθε µαγαζί διασκεδάσεως υπήρχαν 6-7 όργανα. Ο πόλεµος όµως στάθηκε τροχοπέδη σε οποιαδήποτε εξέλιξη της λατέρνας. Αν και ήταν πολύ προσιτή στην αρχή της στη διάρκεια του πολέµου κανείς δεν κοίταζε την διασκέδαση.



Επίσης πάρα πολλά όργανα καταστράφηκαν λόγω του όγκου τους. Ο τελευταίος κατασκευαστής ήταν από τις Σέρρες όπου έκλεισε το εργαστήριο περίπου στα 1938. Αυτό το µαρτυρούν και οι υπάρχουσες λατέρνες που υπολογίζονται σε νεότερες να είναι εκείνης της εποχής.

Μέσα στα χρόνια της ακµής πολλοί ακολούθησαν το πρότυπο του Αρµάου-Turconi και διαχώρισαν την κατασκευή της λατέρνας. Έτσι, σπουδαιότερος «σταµπαδόρος»  
 
εξελίχθηκε ο γιος του Αρµάου, Νίκος Αρµάος. Αυτός διέδωσε αργότερα την τέχνη του στο γιο του και αυτός βρήκε µεταλαµπαδευτή τον Αντώνη Νασιόπουλο όπου σε συνεργασία µε τον Βασίλη Ιακωβίδη, κορυφαίο τεχνίτη και κουρδιστή πιάνων, κατασκεύασαν ξανά το 1944 τη λατέρνα. Παράλληλα στις Σέρρες, ο Αναστάσιος Τζίωνης συνεχίζει και αυτός να κατασκευάζει µε παραδοσιακό τρόπο λατέρνες. Αργότερα (το 2001) ο Ιακωβίδης θα πεθάνει, ο Τζίωνης θα αποσυρθεί (σε ηλικία 97 ετών) και µόνος κατασκευαστής θα µείνει ο Νασιόπουλος.

Η λατέρνα είναι ένα αυτόµατο µουσικό όργανο που έχει πάρα πολλές οµοιότητες µε το πιάνο. Μάλιστα το χαρακτηρίζουν και αυτόµατο πιάνο. Χωρίζεται σε δύο µέρη: α) το πάνω µέρος που περιλαµβάνει τις χορδές απ’ το πάνω µπαλκόνι µέχρι το κάτω και το ηχείο, β) το κάτω µέρος το κιβώτιο που περιλαµβάνει τον κύλινδρο και τους
µηχανισµούς του.

Αξίζει να σηµειωθεί ότι η κατασκευή της λατέρνας διαρκεί περίπου 3 µήνες.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Η λειτουργία της λατέρνας βασίζεται στα 2 µέρη της. Στο πάνω όπου παράγεται ο ήχος µε τις χορδές και στο κάτω όπου ο κύλινδρος θέτει σε κίνηση τα πλήκτρα. Ο κύλινδρος έχει πάνω του καρφωµένα καρφιά (αυτό είναι το λεγόµενο σταµπάρισµα) και γυρνώντας τη µανιβέλα γυρνάει ο κύλινδρος µέσω ενός γραναζιού και ενός στροφάλου. Γυρνώντας λοιπόν ο κύλινδρος ακουµπάνε τα καρφιά του πάνω στα ατσαλάκια (ατσάλινες άκρες 10 περίπου χιλιοστών) που βρίσκονται στην άκρη των πλήκτρων, τα ανασηκώνουν και όταν τα αφήνουν αυτά µε τη βοήθεια ελατηρίων προσκρούουν στις χορδές. Για την αλλαγή τραγουδιού σηκώνεται ο µοχλός ασφαλίσεως και µετακινώντας τον κύλινδρο δεξιά ή αριστερά αλλάζουµε σειρά καρφιών που θα µετακινούν τα πλήκτρα. Η απόσταση µεταξύ 2 πλήκτρων είναι 13 χιλιοστά και έτσι χωράνε µέχρι και 9 τραγούδια σε κάθε κύλινδρο. Η ταχύτητα του τραγουδιού εξαρτάται από το πόσο κοντά µεταξύ τους είναι τα καρφιά, απ’ το ύψος τους και απ’ την κίνηση της µανιβέλας. Έτσι το παίξιµο απαιτεί από τον παίκτη γνώση της σωστής ταχύτητας, σταθερό ρυθµό και µείωση του ρυθµού την τελευταία φορά επανάληψης του τραγουδιού για να φανεί που αυτό τελειώνει. Επίσης απαραίτητη είναι και η συνοδεία ντεφιού.


Η λατέρνα απαιτεί συχνή συντήρηση και αυτή είναι απαραίτητη για τη σωστή λειτουργία της και την µακροζωία της. Καταρχήν χρειάζεται κούρδισµα κάθε 1 ή 1,5 µήνα λόγω της έλλειψης σιδερένιας βάσης. Το κούρδισµα γίνεται µε διαπασών και είναι απαραίτητο το κούρδισµα ανά οκτάβες. Επίσης χρειάζεται συχνά στο τέλος 2η και 3η φορά κούρδισµα µέχρι να σταθεροποιηθεί. Ακόµα χρειάζεται ρεγουλάρισµα ανάλογα µε το πρόβληµα που µπορεί να δηµιουργηθεί από την αυξοµείωση της υγρασίας. Επίσης συχνά σπάνε πλήκτρα, ατσαλάκια ή χορδές. Χρειάζονται γρασάρισµα τα καρφιά και τα µηχανικά µέρη όπως και λάδωµα. Τέλος, κάθε 2-3 χρόνια µία λατέρνα που παίζει καθηµερινά 8 ώρες χρειάζεται αλλαγή κυλίνδρου γιατί λειώνουν τα καρφιά. Έπειτα δεν πρέπει να εκτίθεται σε ρεύµα και µεγάλες αυξοµειώσεις υγρασίας.


Κύριο χαρακτηριστικό της λατέρνας ήταν και είναι το στόλισµά της. Παλαιότερα αποτελούσε και επάγγελµα καθώς υπήρχαν καταστήµατα που πουλούσαν στολίδια και άλλα είδη. Είχαν σκεπάσµατα από δέρµα σε διάφορα χρώµατα, κοµµένα, ξεγυρισµένα, µε κεντίδια, σκαλισµένα διάτρητα. Αυτές ήταν οι φορεσιές. Υπήρχαν βελούδινα σκεπάσµατα µε ρέλι, χρυσοκεντήµατα µε παραστάσεις (π.χ. 2 κοπέλες να κρατούν την ελληνική σηµαία ή παραστάσεις από µάχες του ’21) Ήταν πολύ φορτωµένες µε χάντρες, κοµπολόγια, εικόνες ακόµα και κέλυφος χελώνας και ότι άλλο σκεφτόταν ο καθένας. Υπήρχαν σεγαριστά σχέδια µε το κλασσικό βυζαντινό σχέδιο και η εικόνα που είχαν στο κέντρο ήταν ή της Μαρίας της Πενταγιώτισσας ή της Ρόζα Εσκενάζυ ή 2-3 ακόµα άλλες. Σπάνια κάποιος έβαζε φωτογραφία από αγαπηµένο ή συγκεκριµένο του πρόσωπο. Τέλος τα πόδια που στηριζόταν η λατέρνα ήταν ξυλόγλυπτα.

Στη σύγχρονη εποχή η λατέρνα είναι πολύ παραµερισµένη και αρκετά σπάνιο θέαµα.

Η ζήτηση είναι αρκετά περιορισµένη σε συλλέκτες και κάποιους ελάχιστους µουσικούς. Επίσης σε µαγαζιά διασκέδασης πολύ σπάνια βρίσκονται λατέρνες αφού οι δίσκοι, τα γραµµόφωνα και τα Juke box παραµέρισαν τελείως τη λατέρνα µετά το 40. Οι πωλήσεις πλέον γίνονται σπάνια και συνήθως όχι κατόπιν παραγγελίας αλλά αγοράζονται έτοιµα κοµµάτια. Τα τραγούδια τα οποία ταυτίστηκαν µε τη λατέρνα όπως η Φραγκοσυριανή, Γαρύφαλλο στ’ αυτί, Το Τραµ το τελευταίο, Οι θαλασσιές οι χάντρες, παραµένουν στο ρεπερτόριο και των καινούργιων οργάνων και υπάρχουν κάποιες προσθήκες σε τραγούδια του Μίµη Πλέσσα ή του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

πηγή