Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Ο ποδοσφαιρικός αγώνας Ελ Σαλβαδόρ και Ονδούρας που λύθηκε με τα... όπλα (βίντεο)

 
Πολλές φορές υπερβάλλοντας γίνεται λόγος για «ποδοσφαιρική μάχη» ή για «αγώνα- πόλεμο» ανάμεσα σε δύο ομάδες. Το 1969, ωστόσο, αυτή η υπερβολή μετατράπηκε σε πραγματικότητα! Ήταν η μοναδική ίσως φορά στην παγκόσμια ιστορία που ένας ποδοσφαιρικό αγώνας οδήγησε σε μια ένοπλη σύρραξη και από την μπάλα στα… 

 
 
 
 
άρματα!

Όταν αναφερόμαστε σε αυτό το γεγονός, μιλάμε για την τετραήμερη σύρραξη του 1969 μεταξύ της Ονδούρας και του Ελ Σαλβαδόρ που ξεκίνησε με αφορμή τη συνάντηση των δυο ομάδων της κεντρικής Αμερικής για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970!



Η ολιγοήμερη αλλά ιδιαίτερα αιματηρή σύρραξη ξεκίνησε στις 14 Ιουλίου 1969, όταν ο στρατός του Ελ Σαλβαδόρ εξαπέλυσε επίθεση προς στην Ονδούρα. Μετά από τέσσερις ημέρες, το βράδυ της 18ης Ιουλίου επετεύχθη συμφωνία (μέσω του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών) για την κατάπαυση του πυρός και απόσυρση των δυνάμεων του Σαλβαδόρ.

Η… τριπλή αναμέτρηση για τα προκριματικά του Μουντιάλ

Οι εθνικές ομάδες των δύο χωρών έδιναν μάχη για να φτάσουν στα τελικά του Μουντιάλ που θα διεξαγόταν το καλοκαίρι του 1970 στα γήπεδα του Μεξικού. Η Ονδούρα είχε τερματίσει πρώτη στον 1ο όμιλο και το Ελ Σαλβαδόρ ήταν πρώτο στον 3ο όμιλο. Εκεί διασταυρώθηκαν με τον νικητή της διπλής αναμέτρησης να βρίσκεται μια «ανάσα» από την πρόκριση στο Μουντιάλ.



Στον πρώτο αγώνα η Ονδούρα επικράτησε με 1-0 με γκολ στα τελευταία δευτερόλεπτα της αναμέτρησης. Το μίσος, όμως, ανάμεσα στις δύο πλευρές είχε ήδη καλλιεργηθεί. Ενδεικτικό του κλίματος που είχε δημιουργηθεί είναι και αυτό που γράφει ο Ryszard Kapuscinski, στο βιβλίο του «The Soccer War», πως μια νεαρή φίλαθλος του Ελ Σαλβαδόρ δεν άντεξε το αποτέλεσμα του πρώτου αγώνα και αυτοκτόνησε!



Μια εβδομάδα αργότερα η ρεβάνς στο Ελ Σαλβαδόρ έγινε κάτω από πρωτοφανή μέτρα ασφαλείας. Σημειώθηκαν επεισόδια και τραυματισμοί έξω από το γήπεδο με την αστυνομία να λαμβάνει ακραία κατασταλτικά μέτρα προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα καθώς από νωρίς δυο οπαδοί των φιλοξενούμενων είχαν μεταφερθεί τραυματισμένοι σε νοσοκομεία

Στο αγωνιστικό κομμάτι (ναι, υπήρχε και αυτό) η ομάδα του Σαλβαδόρ επικράτησε με 3-0. Τότε η διαφορά των γκολ δεν μετρούσε και έτσι η πρόκριση θα κρινόταν σε τρίτο ματς και μάλιστα σε ουδέτερο έδαφος και συγκεκριμένα στο θρυλικό «Αζτέκα» της πόλης του Μεξικό.



Το παιχνίδι ορίστηκε να διεξαχθεί στις 26 Ιουνίου 1969, ωστόσο, για τους πολίτες των δυο χωρών είχε αρχίσει πολλές μέρες νωρίτερα μέσα από… «πολεμικά» πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.



Τελικά το Ελ Σαλβαδόρ επικράτησε με 3-2 στην παράταση και πήρε το εισιτήριο για τον αγώνα με την Αϊτή που είχε επικρατήσει των ΗΠΑ. Στον αγώνα με την Αϊτή, το Σαλβαδόρ νίκησε με 1-0 και έτσι εξασφάλισε την πρόκριση στο Μουντιάλ της επόμενης χρονιάς.

Από την μπάλα στα… τανκς!

Κάπου εδώ, όμως, το ποδοσφαιρικό κομμάτι τελειώνει και τον πρώτο λόγο, πλέον, έχουν τα όπλα. Το σφύριγμα της λήξης του αγώνα βρίσκει τους οπαδούς των δύο πλευρών να γίνονται πρωταγωνιστές σε αιματηρά επεισόδια στη διάρκεια των οποίων πολλοί έχασαν την ζωή τους και ακόμα περισσότεροι τραυματίστηκαν.



Η τρομερή ένταση που είχε πλέον δημιουργηθεί δεν άργησε να περάσει τα σύνορα του Μεξικού και να φτάσει σε εκείνα του Ελ Σαλβαδόρ και της Ονδούρας. Ο «πόλεμος του ποδοσφαίρου» είχε ήδη ξεκινήσει.

Επί της ουσίας τα στρατιωτικά καθεστώτα που είχαν τα ηνία των δυο χωρών εκείνη την εποχή χρησιμοποίησαν την «στρογγυλή θεά» ως μέσο προπαγάνδας για να επιτύχουν τους πολιτικούς τους σκοπούς. Στη συνέχεια τον λόγο θα τον έχουν τα τανκς, τα βομβαρδιστικά αεροπλάνα και οι ένοπλες αναμετρήσεις ανάμεσα στους στρατούς των δυο χωρών.



Στον πόλεμο των τεσσάρων ημερών έχασαν τη ζωή τους 900 στρατιώτες και πολίτες από το Ελ Σαλβαδόρ καθώς και 100 στρατιώτες και 2000 πολίτες από την Ονδούρα. Τουλάχιστον 300.000 κάτοικοι του Ελ Σαλβαδόρ αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.



Το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου διεξήχθη στο έδαφος της Ονδούρας ενώ απόρροια του «Πολέμου του Ποδοσφαίρου» ήταν και ο εμφύλιος πόλεμος στο Σαλβαδόρ, μεταξύ του σκληρού δεξιού καθεστώτος της χώρας και του αριστερού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου «Φαραμπούντο Μαρτί» (FMLN), που διήρκεσε έως το 1991.

Οι «ρίζες» και οι συνέπειες του πολέμου

Οι βασικοί λόγοι που οι δύο χώρες οδηγήθηκαν… μέσω ποδοσφαίρου στον πόλεμο ήταν δύο και όπως μπορεί να μαντέψει ο καθένας ουδεμία σχέση είχαν με το δημοφιλέστερο άθλημα στον κόσμο.

Πρώτη βασική αιτία ήταν η χάραξη των συνόρων των κρατών η οποία έγινε με λάθος τρόπους και κριτήρια, το 1821 όταν οι δύο χώρες απέκτησαν την ανεξαρτησία τους.

Δεύτερη αιτία (και ίσως η σημαντικότερη) ήταν το μεταναστευτικό ρεύμα από το Σαλβαδόρ προς την Ονδούρα. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, οι μετανάστες από το Σαλβαδόρ ξεπερνούσαν τις 300.000 και αριθμούσαν το 15% του πληθυσμού της Ονδούρας. Η συγκεκριμένη μειονότητα τη δεκαετία του '60 κατείχε μεγάλη έκταση γης στα σύνορα των δύο χωρών, προκαλώντας τις αντιδράσεις των ντόπιων.



Η αμερικανική εταιρεία United Fruit κατείχε και το 10% της γης, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο για τους ντόπιους και τους γαιοκτήμονες να ανταγωνιστούν τις εταιρείες-κολοσσούς. Έτσι, ο δικτάτορας της Ονδούρας Λόπες Αρεγιάνο στράφηκε κατά της ακίνητης περιουσίας των μεταναστών από το Σαλβαδόρ, την οποία ουσιαστικά δήμευσε και τη μοίρασε στους ντόπιους ακτήμονες.

Το πολεμικό κλίμα καλλιεργούνταν από τον Τύπο και οι σχέσεις των δύο χωρών επιδεινώνονταν με τις εντάσεις μεταξύ των μεταναστών στα σύνορα. Ένας πόλεμος ήταν η λύση που ήθελαν τα δύο καθεστώτα για να βγουν από τα αδιέξοδα.

Μετά τον πόλεμο των 100 ωρών οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Ονδούρας και Ελ Σαλβαδόρ διαταράχθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Τα σύνορα ήταν επισήμως κλειστά και ο πόλεμος είχε ζημιές όχι μόνο στις οικονομίες των δύο χωρών αλλά καθυστέρησε την Κοινή Αγορά της Κεντρικής Αμερικής για 22 χρόνια. Οι μόνες που ενδυναμώθηκαν από τον πόλεμο ήταν οι χούντες των δύο χωρών.



Στις 30 Οκτωβρίου 1980, τα δύο κράτη υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης και έθεσαν τις συνοριακές τους διαφορές στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το 1992 το Διεθνές Δικαστήριο επιδίκασε το μεγαλύτερο μέρος των αμφισβητούμενων εδαφών στην Ονδούρα και το 1998 η Ονδούρα και το Ελ Σαλβαδόρ υπέγραψαν συνθήκη οριοθέτησης των συνόρων.