Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Γιατί δεν με σώζετε;


Γράφει ο Αργύρης Ολοκτσίδης    
  Πόσοι σημερινοί έλληνες πολίτες θα μπορούσαν να σχεδιάσουν τη μελλοντική τους επιβίωση και πρόοδο, βασιζόμενοι κυρίως (ή αποκλειστικά) στον εαυτό τους και δευτερευόντως (ή καθόλου) σε κάποια βοήθεια προερχόμενη από τις διοικητικές δομές της πολιτείας; Πόσοι θεωρούν ότι η ευθύνη για τις προσωπικές τους αποτυχίες βαρύνει περισσότερο τον εαυτό τους και λιγότερο τους άλλους; Πόσοι είναι αποφασισμένοι να βάλουν τα πράγματα κάτω, να ερευνήσουν τα επίκαιρα, οικονομικά δεδομένα και να σκεφτούν ποιες ικανότητες πρέπει να αναπτύξουν ως άτομα, ώστε να είναι σε θέση να παράξουν και να πουλήσουν εκείνα τα υλικά και πνευματικά αγαθά, εκείνα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, που έχουν ζήτηση στην εγχώρια και διεθνή αγορά; Πόσοι είναι σε θέση να αναπτύξουν δημιουργικές συνεργασίες με τους σωστούς συμμάχους, στη βάση της δικαιοσύνης και της αξιοκρατίας, ώστε, πέρα από τον εαυτό και την οικογένειά τους, να ωφελήσουν και την ευρύτερη κοινωνία;

Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι απογοητευτική. Δυστυχώς, τέτοιας ποιότητας πολίτες είναι σήμερα λίγοι και δυσεύρετοι. Οι περισσότεροι από εμάς, τους υπόλοιπους, κοινούς  πολίτες αυτής της χώρας, παραμένουμε ακόμη εγκλωβισμένοι στην επικίνδυνη νοοτροπία που μας καλλιέργησε το πελατειακό, πολιτικό σύστημα, στη νοοτροπία που λέει: «Για να πετύχεις σε αυτή τη ζωή, δεν χρειάζεται να ακολουθήσεις τον δύσκολο δρόμο της σκληρής, προσωπικής προσπάθειας. Υπάρχει ο άλλος, ο ευκολότερος δρόμος, εκείνος του βολέματός σου από το ρουσφετολογικό σύστημα της κρατικής εξουσίας. Αρκεί να της υποταχτείς και να την υπηρετήσεις, σύμφωνα με τις υποδείξεις της».
Η πραγματικότητα αυτή είναι πλέον πασίγνωστη και ο φαύλος κύκλος της αλληλοστήριξης παρασιτικών κυκλωμάτων και κρατικής εξουσίας, που απομυζούσαν τις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, ενώ παράλληλα κατέφευγαν και σε άμετρο διεθνή δανεισμό, έχει ερευνηθεί διεξοδικά και αποδοθεί λεπτομερειακά από πολλούς ειδικούς αναλυτές. Πασίγνωστο, επίσης, είναι σε όλους μας - και μάλιστα ως πολύ οδυνηρή, πλέον, εμπειρία - ότι ο καταστροφικός αυτός τρόπος κρατικής διοίκησης, που καλλιέργησε φαύλες νοοτροπίες τόσο σε πολιτικούς όσο και σε πολίτες, οδήγησε τη χώρα σε παράλυση των παραγωγικών της δυνάμεων και τους κατάπληκτους από το φρικτό σοκ πολίτες της, σε απελπισία και απόγνωση. Δεν μπορούσε, βέβαια, να γίνει και αλλιώς. Η οργανωμένη φαυλοκρατία των μετρίων και συχνά των υπομετρίων κυβερνητικών και κρατικών διοικούντων, επιτίθετο λυσσαλέα στους ικανούς και άξιους ανθρώπους του τόπου, εμποδίζοντάς τους να καταλάβουν δημόσιες θέσεις και να βοηθήσουν, έστω στη μείωση της έντασης και έκτασης, αν όχι στην αποτροπή, της τραγωδίας. Οι μηχανισμοί κοσκινίσματος «των δικών μας και των άλλων» και η φοβισμένη επωδός των ανίκανων βολεμένων «μακριά οι ικανοί και άξιοι, θα μας φάνε τις θέσεις», πέτυχαν απόλυτα στο καταστροφικό τους έργο.
Κι ενώ, έστω και τώρα, που η χώρα βρίσκεται στημένη μπροστά στις κάνες του εκτελεστικού αποσπάσματος των δανειστών, ο κάθε υγιής νους, θα περίμενε μια, ανάλογη των τραγικών συνθηκών, σώφρονα αντίδραση, που θα έδειχνε ότι τα παθήματα έγιναν μαθήματα, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασαν και εξακολουθούν να αντιδρούν, τόσο οι κυρίαρχοι οργανωμένοι φορείς του πολιτικού συστήματος, όσο και μια μερίδα πολιτών, είναι ο παλιός, μονότονος, θορυβώδης, αδιέξοδος, ανούσιος και ανόητος τρόπος. Πολλά τα πάθη, τα αναθέματα, οι απειλές και οι εκτονωτικές κραυγές! Οι περισσότεροι πολίτες βρίσκονται ακόμη σε αμηχανία, δυσκολευόμενοι να συνειδητοποιήσουν και να αποδεχτούν το κακό που τους βρήκε. Αισθάνονται προδομένοι από τους πολιτικούς, τους οποίους θέλουν να τιμωρήσουν, αλλά, μάλλον, δεν θέλουν να παραδεχτούν (ακόμη) ότι και οι ίδιοι είναι σε σημαντικό βαθμό υπεύθυνοι, αφού αφέθηκαν να παρασυρθούν από τις σειρήνες της νεοκαπιταλιστικής προπαγάνδας για μια ζωή χαρισάμενη, γεμάτη λάμψη και γοητεία. Η αγανάκτηση και η οργή που νιώθουν, δεν στρέφεται μόνο εναντίον των πολιτικών, που τους εξαπάτησαν, αλλά,  στρέφεται (υποσυνείδητα) και εναντίον του εαυτού τους, που επέτρεψε να πάθουν ό,τι πάθαν.  
 Ο παρατηρητής της νεοελληνικής ιστορίας, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1826 μέχρι σήμερα, διαπιστώνει ότι ποτέ η κρατική εξουσία δεν βοήθησε τους έλληνες πολίτες να προοδεύσουν. Ό,τι καλό κατάφεραν οι Έλληνες, το πέτυχαν ως άτομα και ως μικρές, αυτόνομες κοινωνικές ομάδες. Με σκληρή εργασία στο εγχώριο και διεθνές πεδίο, μπόρεσαν να μεγαλουργήσουν στον επιχειρηματικό, στον επιστημονικό και στον καλλιτεχνικό τομέα. Οι μεμονωμένοι πολίτες ήταν πάλι, που σε περιόδους πολεμικών συρράξεων, πολλές φορές δρώντας αυτοοργανωμένα,  έδωσαν τον υπέρ πάντων αγώνα για να μη χαθεί η πατρίδα. Αυτοί, οι προσωπικοί αγώνες των Ελλήνων ήταν, που κράτησαν την Ελλάδα ζωντανή και της προσέδωσαν κατά καιρούς διεθνές κύρος.
Αντίθετα, οι κατέχοντες την κρατική εξουσία, διαχρονικά, έχοντας πάντα ως κυρίαρχη προτεραιότητα την υπεράσπισή των συμφερόντων τους απέναντι σε όποιους επιβουλεύονταν τις χρυσοφόρες «καρέκλες» τους, χρησιμοποιούσαν οποιοδήποτε μέσο υπηρετούσε αυτόν το σκοπό. Η ηδονή της εξουσίας και τα άλλα εξ αυτής συνεπαγόμενα πολλαπλά οφέλη τους έκαναν να καταφεύγουν ακόμη και σε ανομίες, ανηθικότητες και προδοσίες. Δεν ήταν, λοιπόν, οι πολιτικοί, που έδωσαν ώθηση στην πρόοδο της χώρας. Και δεν έφτανε αυτό. Οι περισσότεροί τους δεν δίσταζαν να εκμεταλλεύονται και να οικειοποιούνται ξεδιάντροπα κάθε μεγάλη επιτυχία των ελλήνων πολιτών, που βασιζόταν αποκλειστικά και μόνο στον προσωπικό κόπο και στις θυσίες τους.
Ο Einstein, ίσως και λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, πίστευε ότι η πρόοδος των κοινωνιών βασίζεται στη δημιουργική εργασία των ξεχωριστών ατόμων και όχι στις επιβεβλημένες από την εξουσία μορφές οργάνωσης. Έλεγε: «Το σημαντικότερο στο ανθρώπινο γίγνεσθαι δεν είναι το κράτος, αλλά το δημιουργικό και συναισθανόμενο άτομο, η προσωπικότητα. Αυτή είναι που πραγματοποιεί το Ευγενές και το Υπέροχο».    
Ενώ, λοιπόν, διαπιστώνουμε ότι, διαχρονικά, οι ελληνικές επιτυχίες οφείλονταν αποκλειστικά στο ατομικό δαιμόνιο, στην εξυπνάδα και στην εργατικότητα των ελλήνων πολιτών,  διαπιστώνουμε παράλληλα ότι η κρατική εξουσία κατάφερε να εκφυλίσει τον παραδοσιακά ενάρετο ελληνικό χαρακτήρα και να καθηλώσει τις ζωτικές ικανότητες του Έλληνα, μέσα στην παγίδα του εύκολου βολέματος. Το φιλότιμο μετατράπηκε σε υστεροβουλία, η συνεργατικότητα σε συνομωτισμό, η γενναιότητα σε τσαμπουκά, η αγάπη για την ελευθερία σε παραβατισμό, η εξυπνάδα σε πονηριά, η αξιοσύνη σε μαγκιά! Για τον ηθικά αλλοτριωμένο Νεοέλληνα, σημαντικός και πετυχημένος άνθρωπος δεν είναι ο νόμιμα και τίμια εργαζόμενος, αλλά όποιος πλουτίζει, (τα πιάνει) γρήγορα, άσχετα αν χρησιμοποιεί μαφιόζικες ή/και νταβατζήδικες μεθόδους! Δεν είναι τυχαίο, που στον νεοελληνικό γλωσσικό πολιτισμό αλλοιώθηκαν και απαξιώθηκαν τα νοήματα των λέξεων, που σχετίζονται με την καταβολή οποιασδήποτε μορφής προσπάθειας. Η εργασία έγινε δουλειά (δουλεία) και ο άνθρωπος που μοχθεί έγινε μοχθηρός. Το ρήμα παιδεύομαι, που στην αρχαιοελληνική σήμαινε προσλαμβάνω παιδεία, κατέληξε να σημαίνει βασανίζομαι. Η λέξη πόνος, που σήμαινε κόπος, απέκτησε τη σημασία του αρχαιοελληνικού άλγους!
Πώς θα ξαναβρούμε τα δημιουργικά στοιχεία της ταυτότητάς μας στη νέα, δύσκολη εποχή; Πώς θα αναδειχτούν πάλι τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα έναντι άλλων λαών; Πώς θα ενεργοποιήσουμε πάλι τα δημιουργικά μας χαρίσματα: Τη φαντασία, την καπατσοσύνη, το φιλότιμο, την ανεξαρτησία του πνεύματος (δες τον πλούτο των αρχαιοελληνικών σχολών σκέψης), τον κοσμοπολιτισμό, την αγάπη προς το επιχειρείν;
Είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο με τους ίδιους πολιτικούς, αυτούς που κατάφεραν να αποτύχουν οικτρά και οδυνηρά στην διακυβέρνηση της χώρας; Με την αντιπαραγωγική, αρτηριοσκληρωμένη νοοτροπία των περισσοτέρων απ’ αυτούς, είναι απορίας άξιο, αν θα υπήρχε επιχειρηματίας, που θα τους εμπιστευόταν μια θέση ευθύνης στην επιχείρησή του! Αν δεν αλλάξουν ριζικά ήθος και τρόπο σκέπτεσθαι και ενεργείν (πράγμα σχεδόν αδύνατο), είναι ακατάλληλοι για τη νέα εποχή, είναι ακατάλληλοι να υπηρετήσουν τις νέες ανάγκες και προοπτικές της πατρίδας.    
Είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο με τους κολλημένους στην ίδια  νοοτροπία πολίτες, που έφτασαν στο σημείο να αποποιούνται ακόμη και τις πλέον προσωπικές τους ευθύνες; Ποιος με εμποδίζει, να κόψω το τσιγάρο, το ποτό, τα ξενύχτια, τις φτηνές μαγκιές; Ποιος με εμποδίζει να αφιερώσω περισσότερο χρόνο στα παιδιά μου, στην ψυχοπνευματική μου καλλιέργεια, στην προσπάθεια να γίνω πιο υγιής, πιο ευαίσθητος για το περιβάλλον, πιο συνειδητός καταναλωτής;  Ποιος μ’ εμποδίζει να είμαι πιο δίκαιος και πιο αλληλέγγυος με τους συνανθρώπους μου; Ποιος μ’ εμποδίζει να ψηφίζω, όχι εκείνους που μου υπόσχονται εύκολο προσωπικό βόλεμα αλλά, εκείνους που κρίνω ότι θα εργαστούν για το ευρύτερο δημόσιο καλό, μέσα από το οποίο θα υπηρετηθεί και το προσωπικό μου; Μήπως με εμποδίζει η διεφθαρμένη κυβέρνηση, η άτιμη κοινωνία, η κακή μου μοίρα, ο άδικος θεός; Ποιος θα με σώσει από τα θανατηφόρα ελαττώματά μου, αν όχι εγώ ο ίδιος; Μέχρι πότε θα απευθύνομαι στους άλλους, με το παιδικό αίτημα, το παράπονο, την απαίτηση: «γιατί δεν με σώζετε»;  
Ο αντίλογος ότι «το κακό σύστημα φταίει για… », έχει νόημα μόνο, εφόσον εξαντλούμε την προσπάθεια να βοηθήσουμε πρώτα εμείς τον εαυτό μας. Άλλωστε, αν δεν αλλάξουμε τον εαυτό μας, αν εξακολουθούμε να είμαστε (συνειδητά ή ασυνείδητα) φορείς και αναμεταδότες των αξιών του «συστήματος», που υποτίθεται ότι θέλουμε να αλλάξουμε, τότε είναι σίγουρο ότι αντί να το αλλάξουμε θα το ενισχύουμε θα το εδραιώνουμε και θα το διαιωνίζουμε. Ό,τι κι αν μας συμβεί τον επόμενο καιρό, μέσα ή έξω από την ευρωζώνη, με ευρώ ή με δραχμή, καλούμαστε να συμπεριφερθούμε, όχι ως έρμαια των συνθηκών αλλά, ως συνειδητοί πολίτες, που έχουν μάθει από τα λάθη τους.    
Είπε ο Karl Marx: «Οι φιλόσοφοι εξηγούσαν μόνο τον κόσμο, με διαφορετικό τρόπο, ενώ το ζητούμενο είναι να τον αλλάξουμε». Θα τολμήσω την παρακάτω παράφραση: Οι άνθρωποι προσπαθούν να δικαιολογούνε τον εαυτό τους με διάφορους τρόπους, ενώ το ζητούμενο είναι να τον αλλάξουν. Αυτό θα βοηθήσει πολύ στο να αλλάξει και ο κόσμος.  
Αργύρης Ολοκτσίδης