του ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΛΦΑ
Ακριβώς με τον παραπάνω τίτλο η Συντακτική Επιτροπή του «Ριζοσπάστη (Κυριακή 3 Ιούνη 2012) αντιπαρατίθεται σε ένα κείμενο μελών και στελεχών του ΚΚΕ (όπως οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονται). Αξίζει να παρακολουθήσουμε τι γράφει η ίδια η συντακτική επιτροπή γύρω από το κείμενο αυτό, κείμενο στο οποίο βέβαια δεν παραπέμπει ο Ριζοσπάστης αλλά το οποίο κάθε αναγνώστης μπορεί να βρει στην ιστοσελίδα neaspora.blogspot.gr/2012/05/blog-post.html.
Παραθέτω το κείμενο του Ριζοσπάστη: «Με αφορμή την εκλογική αναμέτρηση της 6ης Μάη διάφοροι, ανώνυμοι καλοθελητές, σε διάφορα μπλογκς, κάνουν εκτιμήσεις για «κακό εκλογικό αποτέλεσμα» του ΚΚΕ. Γράφουν: «Το ΚΚΕ βρίσκεται σε πορεία απομόνωσης από την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα, από τον ελληνικό λαό, εξαιτίας της πολιτικής γραμμής που ακολουθεί, χρόνια τώρα, η ηγεσία του».
Ολοι αυτοί χρεώνουν στο ΚΚΕ την απότομη εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Η κριτική που ασκούν δήθεν στο ΚΚΕ είναι ότι με την προεκλογική τακτική του στο ζήτημα της κυβέρνησης, άφησε το πεδίο ελεύθερο στο ΣΥΡΙΖΑ να προβάλλει εναλλακτική κυβερνητική λύση και έτσι να κερδίσει την πλειοψηφία των λαϊκών δυνάμεων που καταδίκαζαν το ΠΑΣΟΚ κυρίως, αλλά και τη ΝΔ. Μετρούν επομένως και εκτιμούν το εκλογικό αποτέλεσμα του ΚΚΕ με βάση το εκλογικό αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή με ετεροκαθορισμό. Και μιλούν για εγκατάλειψη του προγράμματος του Κόμματος.
Τι γράφουν; «Η ηγεσία του Κόμματος ταύτισε με τον πιο χοντροκομμένο και απαράδεκτο τρόπο την Τακτική με τη Στρατηγική του Κόμματος. Επέτρεψε στο ΣΥΡΙΖΑ να αξιοποιήσει την έλλειψη μιας ουσιαστικής, άμεσης και αποτελεσματικής πρότασης εκ μέρους του Κόμματος.(...) Σε μια εποχή που οι προβλέψεις και οι πρόνοιες του 15ου Συνεδρίου δικαιώθηκαν περίτρανα, η ηγεσία του Κόμματος εγκατέλειψε την προσπάθεια να εφαρμόσει τη βασική του πρόταση, στο πνεύμα της σύγχρονης περιόδου που διανύουμε, προωθώντας τη δημιουργία του ΑΑΔΜ που θα διεκδικούσε και τη διακυβέρνηση της χώρας, με τη δημιουργία αντίστοιχης κυβέρνησης, που θα έκφραζε και θα στηριζόταν στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού, στη νεολαία και τη διανόηση της χώρας μας, που θα συνένωνε αρμονικά την πάλη των εργαζομένων για τα άμεσα προβλήματά τους με την προοπτική του σοσιαλισμού».[…]
Και επιτίθενται με όρους υπονόμευσης του ΚΚΕ και με ανομολόγητους πόθους και στόχο να χτυπηθεί το Κόμμα, να σμπαραλιάσουν τη δράση του, καλώντας σε παρέμβαση από τα κάτω για να διορθωθεί η πολιτική του γραμμή και να επανέλθει στο πρόγραμμα του Κόμματος. Να τι γράφουν ως προς αυτό: «Η ηγεσία του ΚΚΕ θα κριθεί στα όργανα του Κόμματος, από τα μέλη του Κόμματος. Και θα κριθεί αυστηρά. Οσο σημαντικός κι αν είναι ο ρόλος της, δεν ταυτίζεται με το ίδιο το Κόμμα, πολύ περισσότερο όταν δεν μπορεί πλέον να βρίσκεται σ' αυτή τη θέση. Η ηγεσία του Κόμματος θα κριθεί από τους οπαδούς, τους ψηφοφόρους, από την ίδια την εργατική τάξη. Και η εργατική τάξη δεν χαρίζεται. Ούτε ξεχνάει. Ούτε θα επιτραπεί από τα μέλη του Κόμματος και από την ίδια την εργατική τάξη η οποιαδήποτε παρερμηνεία ή και η παραμικρή αξιοποίηση του εκλογικού αποτελέσματος της 17ης του Ιούνη».
Είναι ακριβώς η τακτική του ταξικού αντίπαλου και του οπορτουνισμού, για να κάνουν ζημιά, και με την υπόσκαψη της ενότητας θέλησης και δράσης του ΚΚΕ, που εκφράζεται με διαλεκτική σχέση καθοδηγητικών οργάνων και ΚΟΒ.
Επομένως πρόκειται για καραμπινάτη επίθεση στο ΚΚΕ και το Πρόγραμμά του, τη στρατηγική του, στην ΚΕ, το ΠΓ και την ΓΓ της ΚΕ ενιαία, την ίδια στιγμή που έχει ξεδιπλωθεί και είναι ολοφάνερη η εκστρατεία επίθεσης των αστών, των επιτελείων τους, με την ίδια ακριβώς τακτική, δηλαδή επίθεση στην ΚΕ, το ΠΓ και την ΓΓ της ΚΕ ενιαία, για συρρίκνωση και χτύπημα του ΚΚΕ, προκειμένου να χτυπηθεί το εργατικό, το λαϊκό κίνημα».
Οι άνθρωποι που ασκούν κριτική (καλώς ή κακώς, αυτό είναι άλλο θέμα) αυτομάτως κατατάσσονται στην κατηγορία εκείνων οι οποίοι ασκούν καραμπινάτη επίθεση, υποσκάπτουν την ενότητα δράσης, ταυτίζονται με τους αστούς και τα επιτελεία τους κλπ. Ουδέποτε αντιμετωπίζονται ως πολιτικά φυσικά πρόσωπα τα οποία ασκούν κριτική, ως αριστεροί ή κομμουνιστές των οποίων η κρίση οφείλει να λαμβάνεται υπόψη δημοκρατικά, στο πλαίσιο της ανταλλαγής απόψεων.
Στο ερώτημα πώς φαντάζεται την αριστερά και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ο νεαρός πολιτικός φιλόσοφος και σύγχρονος αριστερός στοχαστής Νικόλας Σεβαστάκης διατύπωσε μια κρίση η οποία νομίζω πως είναι επίκαιρη: «Η αριστερά οφείλει να κρατά απόσταση από κάθε ναρκισσισμό του απόλυτου και από το αίσθημα «μεταφυσικής» αυτάρκειας στην πολιτική· η διάθεση φιλοξενίας για όλες τις πηγές της σκέψης της υλικής και διανοητικής χειραφέτησης των εργαζόμενων ανθρώπων. Το βασικό είναι για μένα η συνείδηση ότι η Αριστερά συνιστά κάτι παραπάνω από τα κόμματα, τις πολιτικές της ομάδες, τα έντυπα και τις εκδηλώσεις της. Είναι ένα ορισμένο κοινωνικό πνεύμα που το συμμερίζονται εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι σε αυτή τη χώρα. Για να πω την παλιομοδίτικη λέξη, είναι ακόμα ένα φρόνημα που ενσαρκώνεται σε ένα πλήθος αποχρώσεων, αλλά το οποίο δεν πρέπει να συντρίβεται στο όνομα της ορθότητας της εκάστοτε γραμμής, κομματικής αυτοδικαίωσης και ιδεολογικής υπεροχής».
Το φρόνημα αυτό φαίνεται πως για κάποιους κομματικούς φορείς είναι δυστυχώς περιττή πολυτέλεια. Και όμως, η επιστολή λέει και μερικές αλήθειες που αφορούν την εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ και εξηγούν τη δυναμική που παρουσιάζει τελευταία: «Προκάλεσε και ενοχοποίησε τα αισθήματα των εργαζομένων και παραχώρησε ανεπίτρεπτα το έδαφος στον ΣΥΡΙΖΑ για την ανάπτυξη των πολιτικών του πρωτοβουλιών, των μικροαστικών απόψεων και ανεδαφικών του θέσεων.
Επέτρεψε στον ΣΥΡΙΖΑ να αξιοποιήσει την έλλειψη μιας ουσιαστικής, άμεσης και αποτελεσματικής πρότασης εκ μέρους του Κόμματος, που θα αφορούσε στη ζοφερή πραγματικότητα που αντιμετώπιζαν οι μετακινούμενες εργατικές λαϊκές μάζες, τα καταστρεμμένα μικροαστικά στρώματα, να καρπωθεί μια πλατιά κοινωνική διαμαρτυρία των εργαζομένων με ιδιαιτέρως έντονα αντιμνημονιακά και αντιευρωενωσιακά χαρακτηριστικά, έστω κι αν δεν ήταν ακόμη διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν το ευρώ, να έρθουν σε πλήρη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.
Επί της ουσίας ώθησε τον ΣΥΡΙΖΑ, θέλοντας και μη, να καρπωθεί το αποτέλεσμα μιας μακράς δραστηριότητας του ΚΚΕ, που αφορούσε στην πολιτική και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της καπιταλιστικής κρίσης, στις συνέπειες που υπέστη η χώρα μας από την αποδιάρθρωση και τη συρρίκνωση της παραγωγικής της βάσης, με τη χρεοκοπία της οικονομίας της, που σε πρώτο και κυρίαρχο βαθμό οφείλονται στη συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνέβαλε σημαντικά στην απενοχοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ για την ευρωενωσιακή του στάση και πολιτική και τον κατέστησε πρωταγωνιστή στη διαμόρφωση του νέου πολιτικού συστήματος».