Κορυφαίος ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού και της εθνικής Ελλάδος, ο ταχύτατος αριστερός εξτρέμ διέπρεψε στην εντυπωσιακή προπολεμική ομάδα του Παναθηναϊκού (1930-1938), και έδωσε την ζωή του για την Πατρίδα στο έπος του ‘40. Γεννήθηκε το 1909 στο Γύθειο, και λίγο αργότερα η πολυμελής οικογένεια του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο νεαρός Μίμης ξεκίνησε...
να παίζει ποδόσφαιρο στην ομάδα της «Ενώσεως Αμπελοκήπων», μέχρι οι προπονητές του Παναθηναϊκού να ανακαλύψουν το μεγάλο ταλέντο του και να τον εντάξουν στον σύλλογο το 1926.
Αν και μόλις δέκα επτά ετών, καθιερώθηκε στην βασική ομάδα, και μαζί με τους Άγγελο Μεσσάρη, τον αδελφό του Στέφανο Πιερράκο, Αντώνη Μηγιάκη, Σπύρο Υποφάντη, και προπονητή τον Ούγγρο Γιόζεφ Κίνσλερ, είχαν συγκροτήσει μια πανίσχυρη ομάδα, η οποία κατέκτησε επτά πρωταθλήματα Αθηνών, ένα πανελλήνιο πρωτάθλημα, και ένα κύπελλο Ελλάδος, με τον Πιερράκο να πρωταγωνιστεί. Μάλιστα η ομάδα αυτή του Παναθηναϊκού έγραψε χρυσά γράμματα με την εντυπωσιακή νίκη 8-2 έναντι της ομάδος του Ολυμπιακού Πειραιώς, την 1η Ιουνίου 1930 στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, παιγνίδι στο οποίο ο «Μπράκ» (προσωνύμιο που του είχαν δώσει οι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού στον Πιερράκο) με καταπληκτική απόδοση σημείωσε δύο τέρματα, κερδίζοντας το πανελλήνιο πρωτάθλημα. Στην Εθνική Ελλάδος κατέγραψε τέσσερεις συμμετοχές, σημειώνοντας ένα τέρμα εναντίον της Γιουγκοσλαυίας, σε αναμέτρηση για το Βαλκανικό Κύπελλο στο Βουκουρέστι (1933).
Την 28η Οκτωβρίου 1940 ο Πιερράκος σπεύδει στο στρατολογικό γραφείο για να καταταχθεί. Καθώς ήταν διάσημος αθλητής, περασμένης στρατολογικής κλάσης, και ο αδελφός του αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ορισμένοι του πρότειναν να εκμεταλλευθεί το γεγονός και να παραμείνει στα μετόπισθεν. Φυσικά αυτός ο υπέροχος νέος δεν μπήκε καν στην διαδικασία να το συζητήσει. Άλλα χρόνια, άλλοι άνθρωποι…
Έχοντας την ειδικότητα του ασυρματιστή, αλλά και λόγω της πολύ καλής του φυσικής κατάστασης τοποθετήθηκε αμέσως σε προκεχωρημένες μονάδες βαρέως πυροβολικού, όπου διακρίθηκε για την ανδρεία, την σεμνότητα, και την τόλμη του. Στις 18 Νοεμβρίου 1940 ο Πιερράκος θα αιχμαλωτίσει έναν Ιταλό στρατιώτη κοντά στο χωριό Διποταμιά, πλησίον του Πόγραδετς.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ενθουσιασμένος για το κατόρθωμά του, σε λίγες στιγμές ξεκούρασης, αρχίζει να γράφει γράμμα προς την οικογένειά του, και στο οποίο φαίνεται το πόσο ωραίος Έλληνας υπήρξε: «Αγαπητέ μου αδελφέ Στέφανε, Σας έστειλα πέντε γράμματα. Δόξα τω Θεώ είμαι καλά. Στο προηγούμενο γράμμα μου σας έστειλα τη σύστασίς μου, η οποία σήμερα άλλαξε, μην ανησυχείτε όμως διότι και με την παληά θα το λάβω.
Τώρα η σύστασίς μου είναι: Σ’ Σύνταγμα Βαρέως Πυροβολικού, 2α Μοίρα διοικήσεως Τ.Τ 212. Μη ξεχάσεις Στέφανε να μου στείλεις ένα πουλόβερ, μερικά ξυραφάκια, τσιγάρα και λίγο χαρτζιλίκι για κανένα καφεδάκι όταν μπαίνουμε σε κανένα χωριό και για κονιάκ. Σήμερα, όπως και κάθε μέρα μας επισκέφθηκαν εχθρικά αεροπλάνα . Έγινε αερομαχία. Τους ρίξαμε τρία. Το ένα από αντιαεροπορικό πυροβολικό. Από το ένα αεροπλάνο γλύτωσαν τρεις με αλεξίπτωτο. Τον έναν εξ αυτών τον έπιασα εγώ. Είχε πέσει 5 χιλιόμετρα μακρυά μας. Αν έβλεπε το τρέξιμό μου ο Σίμισεκ σίγουρα θα με έβαζε στην εθνική για τα 5.000μ. Τον έφερα στο Διοικητή. Επήρα το αλεξίπτωτο το οποίο είχε σχισθή από ένα δένδρο και το μοιράσαμε στους άνδρες για μαντηλάκια. Έχω φυλάξει για τη Μαρία. Έπειτα από τα σχετικά συγχαρητήρια κάθησα να σας γράψω…».
Λίγο μετά θα πέσει νεκρός από αεροπορικό βομβαρδισμό των Ιταλών, και θα θαφτεί στα βορειοηπειρωτικά χώματα όπως χιλιάδες Έλληνες ήρωες. Ο αδελφός του κράτησε κρυφό το γεγονός από τη μητέρα τους, η οποία λίγο μετά απεβίωσε.
Μεταπολεμικά ο Στέφανος Πιερράκος, με την βοήθεια ενός βορειοηπειρώτη, κατόπιν επίμονων προσπαθειών θα καταφέρει να εντοπίσει τον τάφο του αδελφού του. Έτσι στις 19 Νοεμβρίου 1950 τα οστά του Έλληνος ήρωος σκεπασμένα με την Ελληνική Σημαία και το λάβαρο του Παναθηναϊκού, θα μεταφερθούν στην Ελλάδα και θα ενταφιαστούν με πάνδημες τιμές στο νεκροταφείο του Ζωγράφου, ενώ αργότερα το όνομα του θα δοθεί σε μια οδό της πόλης.
Μέχρι πριν μερικά χρόνια, στα καφενεία πέριξ του γηπέδου της Λεωφόρου, μπορούσε κάποιος να ακούσει ηλικιωμένους Παναθηναϊκούς να διηγούνται πως την 28η Οκτωβρίου 1940 ο «Μπράκ» κατέβαινε από του Ζωγράφου στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας προς στο στρατολογικό γραφείο, με τους Αθηναίους να τον επευφημούν, και εκείνος χαμογελαστός να σιγοσφυρίζει τον σκοπό «Βάλαμε οκτώ στον Ολυμπιακό και τέσσερα στον Άρη, γειά σου Άγγελε Μεσσάρη!»
Αν και μόλις δέκα επτά ετών, καθιερώθηκε στην βασική ομάδα, και μαζί με τους Άγγελο Μεσσάρη, τον αδελφό του Στέφανο Πιερράκο, Αντώνη Μηγιάκη, Σπύρο Υποφάντη, και προπονητή τον Ούγγρο Γιόζεφ Κίνσλερ, είχαν συγκροτήσει μια πανίσχυρη ομάδα, η οποία κατέκτησε επτά πρωταθλήματα Αθηνών, ένα πανελλήνιο πρωτάθλημα, και ένα κύπελλο Ελλάδος, με τον Πιερράκο να πρωταγωνιστεί. Μάλιστα η ομάδα αυτή του Παναθηναϊκού έγραψε χρυσά γράμματα με την εντυπωσιακή νίκη 8-2 έναντι της ομάδος του Ολυμπιακού Πειραιώς, την 1η Ιουνίου 1930 στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, παιγνίδι στο οποίο ο «Μπράκ» (προσωνύμιο που του είχαν δώσει οι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού στον Πιερράκο) με καταπληκτική απόδοση σημείωσε δύο τέρματα, κερδίζοντας το πανελλήνιο πρωτάθλημα. Στην Εθνική Ελλάδος κατέγραψε τέσσερεις συμμετοχές, σημειώνοντας ένα τέρμα εναντίον της Γιουγκοσλαυίας, σε αναμέτρηση για το Βαλκανικό Κύπελλο στο Βουκουρέστι (1933).
Την 28η Οκτωβρίου 1940 ο Πιερράκος σπεύδει στο στρατολογικό γραφείο για να καταταχθεί. Καθώς ήταν διάσημος αθλητής, περασμένης στρατολογικής κλάσης, και ο αδελφός του αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ορισμένοι του πρότειναν να εκμεταλλευθεί το γεγονός και να παραμείνει στα μετόπισθεν. Φυσικά αυτός ο υπέροχος νέος δεν μπήκε καν στην διαδικασία να το συζητήσει. Άλλα χρόνια, άλλοι άνθρωποι…
Έχοντας την ειδικότητα του ασυρματιστή, αλλά και λόγω της πολύ καλής του φυσικής κατάστασης τοποθετήθηκε αμέσως σε προκεχωρημένες μονάδες βαρέως πυροβολικού, όπου διακρίθηκε για την ανδρεία, την σεμνότητα, και την τόλμη του. Στις 18 Νοεμβρίου 1940 ο Πιερράκος θα αιχμαλωτίσει έναν Ιταλό στρατιώτη κοντά στο χωριό Διποταμιά, πλησίον του Πόγραδετς.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ενθουσιασμένος για το κατόρθωμά του, σε λίγες στιγμές ξεκούρασης, αρχίζει να γράφει γράμμα προς την οικογένειά του, και στο οποίο φαίνεται το πόσο ωραίος Έλληνας υπήρξε: «Αγαπητέ μου αδελφέ Στέφανε, Σας έστειλα πέντε γράμματα. Δόξα τω Θεώ είμαι καλά. Στο προηγούμενο γράμμα μου σας έστειλα τη σύστασίς μου, η οποία σήμερα άλλαξε, μην ανησυχείτε όμως διότι και με την παληά θα το λάβω.
Τώρα η σύστασίς μου είναι: Σ’ Σύνταγμα Βαρέως Πυροβολικού, 2α Μοίρα διοικήσεως Τ.Τ 212. Μη ξεχάσεις Στέφανε να μου στείλεις ένα πουλόβερ, μερικά ξυραφάκια, τσιγάρα και λίγο χαρτζιλίκι για κανένα καφεδάκι όταν μπαίνουμε σε κανένα χωριό και για κονιάκ. Σήμερα, όπως και κάθε μέρα μας επισκέφθηκαν εχθρικά αεροπλάνα . Έγινε αερομαχία. Τους ρίξαμε τρία. Το ένα από αντιαεροπορικό πυροβολικό. Από το ένα αεροπλάνο γλύτωσαν τρεις με αλεξίπτωτο. Τον έναν εξ αυτών τον έπιασα εγώ. Είχε πέσει 5 χιλιόμετρα μακρυά μας. Αν έβλεπε το τρέξιμό μου ο Σίμισεκ σίγουρα θα με έβαζε στην εθνική για τα 5.000μ. Τον έφερα στο Διοικητή. Επήρα το αλεξίπτωτο το οποίο είχε σχισθή από ένα δένδρο και το μοιράσαμε στους άνδρες για μαντηλάκια. Έχω φυλάξει για τη Μαρία. Έπειτα από τα σχετικά συγχαρητήρια κάθησα να σας γράψω…».
Λίγο μετά θα πέσει νεκρός από αεροπορικό βομβαρδισμό των Ιταλών, και θα θαφτεί στα βορειοηπειρωτικά χώματα όπως χιλιάδες Έλληνες ήρωες. Ο αδελφός του κράτησε κρυφό το γεγονός από τη μητέρα τους, η οποία λίγο μετά απεβίωσε.
Μεταπολεμικά ο Στέφανος Πιερράκος, με την βοήθεια ενός βορειοηπειρώτη, κατόπιν επίμονων προσπαθειών θα καταφέρει να εντοπίσει τον τάφο του αδελφού του. Έτσι στις 19 Νοεμβρίου 1950 τα οστά του Έλληνος ήρωος σκεπασμένα με την Ελληνική Σημαία και το λάβαρο του Παναθηναϊκού, θα μεταφερθούν στην Ελλάδα και θα ενταφιαστούν με πάνδημες τιμές στο νεκροταφείο του Ζωγράφου, ενώ αργότερα το όνομα του θα δοθεί σε μια οδό της πόλης.
Μέχρι πριν μερικά χρόνια, στα καφενεία πέριξ του γηπέδου της Λεωφόρου, μπορούσε κάποιος να ακούσει ηλικιωμένους Παναθηναϊκούς να διηγούνται πως την 28η Οκτωβρίου 1940 ο «Μπράκ» κατέβαινε από του Ζωγράφου στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας προς στο στρατολογικό γραφείο, με τους Αθηναίους να τον επευφημούν, και εκείνος χαμογελαστός να σιγοσφυρίζει τον σκοπό «Βάλαμε οκτώ στον Ολυμπιακό και τέσσερα στον Άρη, γειά σου Άγγελε Μεσσάρη!»
elkosmos.gr
