Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

Η Ελληνική γλώσσα σε «lockdown»



Γλυκερία-Χριστίνα Τερζή

Η ελληνική γλώσσα θα μείνει αιχμάλωτη σε ένα ατέρμονο και βασανιστικό «lockdown»

(Αναζητώντας τη λύτρωση από τα δεσμά της γλωσσικής εθελοδουλίας και αλλοτρίωσης)

Της Γλυκερίας-Χριστίνας Τερζή, Δικηγόρος –ΜΔΕ Φορολογικού Δικαίου (glyk.terzi@gmail.com)

Πριν από λίγες ημέρες όλα τα ειδησεογραφικά δελτία κατακλύστηκαν από την είδηση: «Η Θεσσαλονίκη μπαίνει σε lockdown, επιτρέπονται μόνον τα delivery και τα takeaway». Έμεινα κατάπληκτη... 


 

πώς καταφέραμε σε μια τόσο μικρή φράση μιας σειράς να βάλουμε τρεις αγγλικές λέξεις! Μάλιστα, μέσα σε λίγες εβδομάδες κατορθώσαμε να «υιοθετήσουμε» πλήρως το κακόηχο αγγλικό «lockdown», εξοβελίζοντας εντελώς τη λέξη «καραντίνα», η οποία, παρά την προέλευσή της από την ιταλική, ήταν σε χρήση για αιώνες στη χώρα μας.

Βέβαια, η ιστορία με την ατέρμονη «υιοθέτηση» ξένων, κυρίως αγγλικών, λέξεων στον καθημερινό μας λόγο, με ταυτόχρονο παραμερισμό αντίστοιχων ελληνικών λέξεων, δεν είναι πρόσφατη υπόθεση. Στοιχειώνει τη γλώσσα μας εδώ και πολλές δεκαετίες, ωστόσο τα τελευταία είκοσι με τριάντα χρόνια έχει πάρει τη μορφή ασυγκράτητης χιονοστιβάδας, που απειλεί να εξαφανίσει ένα διόλου αμελητέο κομμάτι από τον λεκτικό πλούτο της ελληνικής γλώσσας.

Οι πνευματικοί μας άνθρωποι έχουν αρχίσει εδώ και αρκετό καιρό να σημαίνουν εκκωφαντικά «τον κώδωνα του κινδύνου», αλλ’ εις μάτην, το πρόβλημα διαρκώς διογκώνεται σε διαστάσεις ανεξέλεγκτες. Και αυτό, γιατί δεν θέλουμε να παραδεχθούμε ότι οι μεγάλοι «δάσκαλοι» του Nεοέλληνα κατά τις τελευταίες δεκαετίες δεν είναι οι παραδοσιακοί δάσκαλοι των σχολείων μας, αλλά, κυρίως, η τηλεόραση και το διαδίκτυο με αστοιχείωτους συχνά δημοσιογράφους, οι αδιαφιλονίκητοι πια κυρίαρχοι της γλώσσας, που έχουν διαμορφώσει ένα νέο γλωσσικό ιδίωμα, δηλαδή ένα περίεργο μίγμα ελληνικών και αγγλικών λέξεων, που, δυστυχώς, οι νέοι μας -και όχι μόνο- αφομοιώνουν με απίστευτη ταχύτητα.

Βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι αυτό είναι ένα φαινόμενο, που εμφανίζεται και σε πολλές άλλες χώρες. Επίσης, ότι η λελογισμένη εισδοχή ξένων λέξεων μπορεί να θεωρηθεί ως μια ανεκτή και αναπότρεπτη συνέπεια της παγκόσμιας πολιτισμικής αλληλεπίδρασης σε ένα έντονα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον (μάλιστα, ο Γ. Μπαμπινιώτης στο 1ο Συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία», 1997, είχε, πράγματι, δεχθεί ότι «η εισαγωγή ή ο δανεισμός λέξεων από μια γλώσσα σε άλλη είναι ένα φυσικό ιστορικό φαινόμενο που διέπει όλες τις ζωντανές γλώσσες»). Τα πιο πάνω επιχειρήματα δεν στερούνται αλήθειας, πλην όμως, σε ελάχιστες χώρες συναντάμε την τεράστια έκταση, με την οποία το φαινόμενο αυτό εκδηλώνεται στην Ελλάδα, η οποία εμφανίζεται να «πρωτεύει» και στην αρνητική αυτή επίδοση!

Το πρόβλημα, που δημιουργείται από την υποβάθμιση και αλλοτρίωση της ελληνικής γλώσσας, εμφανίζεται ακόμη πιο δυσάρεστο, αν ψηλαφήσουμε τις αιτίες που το προκαλούν. Δυστυχώς, μία βασική αιτία οφείλεται σε μια ενδόμυχη – και μη ομολογούμενη- αντίληψη μιας μεγάλης μερίδας συμπατριωτών μας ότι, δήθεν, χρησιμοποιώντας αγγλικούς όρους, αποκτούν μεγαλύτερο κύρος στον περίγυρό τους (κοινωνικό, επαγγελματικό κλπ.), ανεξάρτητα από το μορφωτικό τους επίπεδο. Αλήθεια, σε ποια χώρα πηγαίνει κάποιος στο ταβερνάκι του πιο απομακρυσμένου χωριού (τουριστικού ή μη) και βλέπει, με έκπληξη, να αναγράφονται τα φαγητά στις αναρτημένες πινακίδες του μόνον στην αγγλική γλώσσα; Ατυχώς, η σκληρή αλήθεια είναι ότι στη σύγχρονη Ελλάδα καταγράφεται ένα πρωτοφανές σύμπλεγμα γλωσσικής κατωτερότητας -και μάλιστα και στο δημοσιογραφικό, αλλά συχνά και τον πολιτικό χώρο- που μας έχει οδηγήσει σε μια απαράδεκτη κατάσταση «γλωσσικής εθελοδουλίας», με την άκριτη αποδοχή αναρίθμητων ξενικών λέξεων και φράσεων ή και απλώς με την εσφαλμένη χρήση της ελληνικής γλώσσας λόγω λεξιπενίας εκείνου που ομιλεί.

Είναι σαφές ότι οι γλωσσολόγοι όλου του κόσμου συμφωνούν ομόφωνα ότι η ελληνική γλώσσα είναι πλήρως αυτάρκης και θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτόνομα, χωρίς τη χρήση λέξεων από τις ευρωπαϊκές γλώσσες, ενώ, απεναντίας, οι γλώσσες αυτές, χωρίς τις λέξεις της ελληνικής, είναι εντελώς «ανάπηρες» και ανίκανες να υπηρετήσουν ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες της νοηματικής επικοινωνίας!

Κατά συνέπεια, πιστεύω ότι το «φάρμακο» για τη θεραπεία του προβλήματος εντοπίζεται, κυρίως, στην αλλαγή της εδραιωμένης νοοτροπίας, η οποία τροφοδοτεί το φαινόμενο της «γλωσσικής εθελοδουλίας». Φυσικά, ο στόχος αυτός δεν είναι καθόλου εύκολος. Ως εκ τούτου, οι πνευματικοί ταγοί αυτής της χώρας θα πρέπει, σε μια κίνηση ρεαλισμού, να αποδεχθούν πια ότι κυρίαρχοι και διαμορφωτές της γλωσσικής μας πραγματικότητας είναι οι άνθρωποι της τηλεοπτικής και διαδικτυακής παντοκρατορίας και να τους καλέσουν σε έναν ειλικρινή διάλογο, προκειμένου να αναδειχθεί η αξία του ελληνικού λόγου και να τονωθεί ο σεβασμός του Νεοέλληνα για τη μητρική του γλώσσα! Επίσης, εξυπακούεται ότι ο Έλληνας δάσκαλος οφείλει να εμφυσήσει με πραγματικό ζήλο στους νέους ανθρώπους την αγάπη και υπερηφάνεια για τη γλώσσα μας, αναδεικνύοντας τον απίστευτο πλούτο της και την ασυναγώνιστη επικοινωνιακή της δύναμη.

Αν, όμως, επαναπαυθούμε και αδρανήσουμε, όπως κάναμε μέχρι σήμερα, τότε είναι βέβαιο ότι το φαινόμενο της γλωσσικής μας αλλοτρίωσης θα πάρει κατακλυσμιαίες διαστάσεις και η ελληνική γλώσσα θα μείνει αιχμάλωτη σε ένα ατέρμονο και βασανιστικό «lockdown».-

pentapostagma.gr