Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

Η καταστροφή της Σμύρνης

 

13-17 Σεπτέμβρη 1922

"Τα ουρλιαχτά του αλλόφρονος πλήθους στην προκυμαία ακούγονταν σε απόσταση ενάμισυ χιλιομέτρου.
Μπορούσες να διαλέξεις ανάμεσα σε τρείς τρόπους θανάτου: τη φωτιά που μαινόταν πίσω σου, τους Τούρκους που περίμεναν στα σοκάκια και τη θάλασσα που ανοίγονταν μπροστά σου"...  



“Στην προκυμαία της Σμύρνης”

Η καταστροφή με τα μάτια του μεγάλου νομπελίστα Έρνεστ Χέμινγουει
«Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά.
Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους.
Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν.
Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα.
Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία.»
«Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή.
Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας].
Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα.
Και η πομπή προχωρά…
Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία».

«Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε…
Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα…
Το παράξενο ήταν, είπε [ο υποτιθέμενος αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα.
Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα.
Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν.
Στρέφαμε πάνω τους τους προβολείς και κι αυτές τότε σταματούσαν. …».
Τα λόγια αυτά δεν είναι γραμμένα από κάποιον που πρώτη φορά αντικρίζει τη φρίκη του πολέμου.
Μια δήλωση, δίχως σχόλιο, του Έλληνα Υπάτου Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη στον πρώην Νομάρχη Λέσβου και Διοικητή Χίου Γεώργιο Παπανδρέου, όταν ο δεύτερος του συνέστησε να ενημερώσει άμεσα τον ελληνογενή πληθυσμό για να φύγει: ο Στεργιάδης φέρεται να δήλωσε στον Παπανδρέου: «Καλύτερα να μείνουν εδώ, να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θ' ανατρέψουν τα πάντα».
Η αντίστροφη μέτρηση για την πόλη της Σμύρνης είχε πλέον φθάσει...
Ελπίδα διαφυγής δεν υπήρχε από εκείνη τη δαντική κόλαση:
από τη μία οι φλόγες που τύλιγαν τα πάντα κι από την άλλη
η θάλασσα. Στην ύστατη προσπάθειά τους, οι άμοιροι έπεφταν στο νερό, αλλά κι εκεί ακόμα τους πυροβολούσαν.
Κι όσοι τελικά κατάφερναν να φτάσουν μέχρι τα συμμαχικά καράβια δεν είχαν καλύτερη τύχη.
Ζεματιστά νερά έριχναν οι Γάλλοι για να τους εμποδίσουν να ανεβούν, ακόμα και τα χέρια τους έκοβαν.
Κι ελληνικό καράβι δεν υπήρχε ούτε ένα στη Σμύρνη! Γιατί;..

 Β.Β.