Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Σαν σήμερα 15 Ιανουαρίου: Η υπόθεση Πατσίφικο – Όταν η Βρετανία απέκλεισε τον Πειραιά με αφορμή το… «κάψιμο του Ιούδα»

   

   Ήταν 15 Ιανουαρίου του 1850 όταν ο Πειραιάς είδε τη θάλασσά του να «κλείνει» από βρετανικά πολεμικά, χωρίς να έχει προηγηθεί κήρυξη πολέμου. Σε λίγες ημέρες, το εμπόριο πάγωσε, η τροφοδοσία της Αθήνας δυσκόλεψε και το νεαρό ελληνικό κράτος ένιωσε, με τον πιο ωμό τρόπο, πόσο εύκολα οι Μεγάλες Δυνάμεις μπορούσαν να μετατρέψουν την «προστασία» σε πίεση. Αφορμή, η ικανοποίηση των αξιώσεων...  

 

του Δαβίδ Πατσίφικο. Η ουσία, όμως, ήταν ένα διεθνές μήνυμα ισχύος.Η σπίθα του Πάσχα στην Αθήνα

Ο Δαβίδ Πατσίφικο, Πορτογάλος Εβραίος έμπορος και διπλωμάτης, είχε υπηρετήσει ως πρόξενος και πρόξενος-γενικός της Πορτογαλίας, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και, λόγω της γέννησής του στο Γιβραλτάρ, θεωρούνταν Βρετανός υπήκοος.

Το Πάσχα του 1847, οι Αρχές, θέλοντας να αποφύγουν διπλωματική αμηχανία λόγω της παρουσίας του τραπεζίτη Τζέιμς Μάγιερ Ρότσιλντ στην Αθήνα, επιχειρούν να περιορίσουν το έθιμο της καύσης ομοιώματος του Ιούδα. Η κίνηση αυτή εκλαμβάνεται ως παρέμβαση σε λαϊκό έθιμο και, σύμφωνα με αφηγήσεις της εποχής, λειτουργεί σαν σπίθα: πολλοί επιμένουν να το τηρήσουν σε ένδειξη αντίδρασης. Η ένταση ξεφεύγει και ένα εξαγριωμένο πλήθος λεηλατεί την κατοικία του Πατσίφικο, ενώ καταγράφεται και η αίσθηση ότι η αστυνομία δεν παρενέβη αποτελεσματικά.


Από μια αποζημίωση σε διεθνή κρίση

Ο Πατσίφικο ζητά αποζημίωση παρουσιάζοντας αναλυτικές αξιώσεις, οι οποίες προκαλούν αντιδράσεις ως υπερβολικές. Σε μια εκδοχή των διεκδικήσεων, το ποσό που επικαλείται φτάνει τις περίπου 886.736 δραχμές, που αποτιμάται σε δεκάδες χιλιάδες λίρες για την εποχή.

Στην άλλη άκρη, διπλωματικά έγγραφα και μεταγενέστερες αναφορές δείχνουν ότι, όσο η υπόθεση σέρνεται, το ποσό που απαιτείται από τη Βρετανία «συμμαζεύεται» και παρουσιάζεται τελικά ως απαίτηση της τάξης των 5.000 λιρών, μαζί με άλλα μικρότερα αιτήματα που η Βρετανία εντάσσει στο ίδιο πακέτο πιέσεων.

Για την ελληνική κυβέρνηση, η λογική ήταν ότι μια οικονομική απαίτηση πρέπει να κριθεί από τα ελληνικά δικαστήρια και να αποζημιωθεί ό,τι αποδεικνύεται. Για τον λόρδο Πάλμερστον, υπουργό Εξωτερικών της Βρετανίας, η υπόθεση ακουμπά την ίδια την ισχύ της Αυτοκρατορίας και το μήνυμα προς τον κόσμο ότι οι Βρετανοί υπήκοοι «δεν μένουν μόνοι». 


Το τελεσίγραφο και τα «Παρκερικά»

Στις 15 Ιανουαρίου 1850 (στα ελληνικά έγγραφα της εποχής αναφέρεται ως 3 Ιανουαρίου με το παλαιό ημερολόγιο), ο βρετανικός στόλος εμφανίζεται ανοιχτά του Πειραιά υπό τον ναύαρχο Πάρκερ και την επόμενη ημέρα επιδίδεται τελεσίγραφο με διορία 24 ωρών. Όταν η Αθήνα δεν υποχωρεί, ξεκινά ένας αυστηρός ναυτικός αποκλεισμός, που στην ελληνική μνήμη θα μείνει ως «Παρκερικά». Το αποτέλεσμα είναι άμεσο: η ελληνική σημαία «εξαφανίζεται» από τα νερά, η εμπορική κίνηση σταματά και η οικονομία της πρωτεύουσας πιέζεται ασφυκτικά, καθώς η Ελλάδα της εποχής εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από τη τροφοδοσία δια θαλάσσης.

Οι βρετανικές δυνάμεις προχωρούν και σε κρατήσεις ή κατασχέσεις 100 – 200 ελληνικών εμπορικών σκαφών ως αντίποινα. 


Η «παράλληλη ατζέντα» της Βρετανίας 

 

Σε γελοιογραφία εποχής ο Ναύαρχος William Parker ζητά με το πιστόλι στο χέρι από τους φτωχούς Έλληνες την ξεχρέωση των οφειλών προς την Αγγλία

Παράλληλα, ο Πάλμερστον «κολλάει» στην υπόθεση και άλλες παλαιότερες αξιώσεις που αφορούν βρετανικά συμφέροντα και το καθεστώς του βρετανικού προτεκτοράτου στα Ιόνια. Στη δέσμη των απαιτήσεων εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, διεκδικήσεις για τις νησίδες Σαπιέντζα και Ελαφόνησο (ως «ιονιακές» κτήσεις), αποζημιώσεις για ληστείες βρετανικών πλοίων, αποκατάσταση για προσβολή της βρετανικής σημαίας και αξιώσεις για κακομεταχείριση Ιόνιων υπηκόων, καθώς και το ζήτημα της γης του ιστορικού Τζορτζ Φίνλεϊ που είχε ενταχθεί στους βασιλικούς κήπους χωρίς αποζημίωση. Το πλαίσιο αυτό εξηγεί γιατί στην Αθήνα η κρίση δεν εκλαμβάνεται ως «ιδιωτική διαφορά». Η πίεση αποκτά χαρακτήρα καταναγκασμού, με τελεσίγραφα και απειλή αντιποίνων μέσα σε ασφυκτικές προθεσμίες, κάτι που καταγράφεται και στον βρετανικό κοινοβουλευτικό διάλογο της εποχής.


Ευρώπη σε ένταση, Λονδίνο σε διχασμό

Η Ελλάδα βρίσκεται υπό την κοινή «προστασία» Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας, άρα ο μονομερής αποκλεισμός μετατρέπεται γρήγορα σε ευρωπαϊκή τριβή. Στα πρακτικά του βρετανικού Κοινοβουλίου καταγράφονται προσφορές διαμεσολάβησης από Γαλλία και Ρωσία, που δεν αποτρέπουν την κλιμάκωση.

Στο ίδιο το Λονδίνο, η υπόθεση γίνεται πολιτική θύελλα: οι επικριτές μιλούν για δυσανάλογη «διπλωματία των κανονιοφόρων», οι υποστηρικτές για επιβολή της αξιοπιστίας της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Η κρίση συνδέεται ιστορικά με τη διάσημη επίκληση «Civis Romanus sum», που χρησιμοποιείται ως επιχείρημα ότι ο Βρετανός υπήκοος πρέπει να αισθάνεται προστατευμένος «παντού».


Η εκτόνωση και ο λογαριασμός της υπόθεσης

Στο πρακτικό επίπεδο, τα αντίποινα παίρνουν μορφή κατασχέσεων και εμπάργκο: πρώτα στοχοποιούνται κρατικά σκάφη, στη συνέχεια μπαίνουν στο «κάδρο» και ιδιωτικά πλοία, ώστε η οικονομική πίεση να λυγίσει την Αθήνα. Σε κοινοβουλευτική αναφορά του 1850 καταγράφεται ότι ως τα μέσα Φεβρουαρίου ο αριθμός των ελληνικών πλοίων που κρατούνται από τις βρετανικές δυνάμεις υπολογίζεται περίπου στα 47.

Η διπλωματική διέξοδος έρχεται με συμφωνία που οδηγεί τις αξιώσεις σε διαδικασία εξέτασης και συμβιβασμού. Η τελική αποζημίωση που καταγράφεται για τον Πατσίφικο «μικραίνει» θεαματικά σε σχέση με τις αρχικές διεκδικήσεις: αναφέρεται καταβολή 120.000 δραχμών και 500 λιρών, μετά την εξέταση των αξιώσεων. 


Τι έμεινε στην ελληνική μνήμη

Τα «Παρκερικά» έμειναν ως μάθημα ωμής ισχύος: πώς μια προστατευτική σχέση μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό πίεσης, πώς ένα νεαρό κράτος μπορεί να βρεθεί οικονομικά «με την πλάτη στον τοίχο» με ναυτικά μέσα, πώς η εξωτερική πολιτική γράφεται πάνω σε τελεσίγραφα και κατασχέσεις.

Παράλληλα, η απαρχή της υπόθεσης φωτίζει το κοινωνικό υπόβαθρο της εποχής: η επίθεση στο σπίτι του Πατσίφικο συνδέεται στις πηγές με αντισημιτική βία και με αδράνεια των αρχών, στοιχείο που τροφοδοτεί τη βρετανική επιχειρηματολογία περί «προστασίας υπηκόων».