Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


     Χαῖρε Κωνσταντινούπολις τῶν Πόλεων ἡ Βασιλίς».
Δεν υπάρχει ομορφότερη και ωραιότερη Πόλη στον κόσμο, που να υμνήθηκε και να δοξάστηκε τόσο, όσο η Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη, η Πόλη.
Από ...  
 
 
την ίδρυσή της μέχρι και το τέλος τοῦ κόσμου, η Πόλη θα συνεχίζει να μαγεύει τον επισκέπτη της εξακολουθώντας τόν ενοποιητικό της ρόλο μέσα στον χριστιανικό κόσμο.
Η Βασιλεύουσα τῶν Πόλεων, ονομάστηκε «Θεοφρούρητη», «Θεοφύλακτη» και αποτέλεσε καθ’ όλην την διάρκεια τοῦ Μεσαίωνος τον πόλο έλξεως όλου τοῦ πολιτισμένου κόσμου, από την Αγγλία μέχρι τα βάθη τῆς Ανατολής και από τον Βορρά μέχρι και τίς ακτές τῆς Αφρικής.
«Ξαπλωμένη πάνω σέ δύο ἠπείρους, ἀνοίγει ἡ Πόλη τά στήθια της στόν βοριά τῆς Μαύρης θάλασσας ἀπό τήν μιά μεριά καί στόν νοτιά τοῦ Μαρμαρᾶ ἀπό τήν ἄλλη. Γιουρούσι λές καί κάνουνε τά δύο ἀντίθετα ρεύματα γιά νά τήν κατακτήσουν. Παλεύει ἡ Δύση μέ τήν Ἀνατολή καί τήν διεκδικοῦν καί ἀφρίζουνε καί κλωθογυρίζουνε μπροστά στήν πούντα τοῦ Σεράϊ Μπουρνοῦ, στά πόδια τῆς Ἁγιά – Σοφιᾶς, μές στήν καρδιά τῆς Πόλης».
Ο Μέγας Κωνσταντίνος (324 – 337) βρίσκει ως καταλληλότερο μέρος για την δημιουργία τῆς Νέας Πρωτευούσης την πόλη τοῦ Βυζαντίου, (από τον ιδρυτή της Βύζαντα), την αποικία τῶν Μεγαρέων το 657 π. Χ. Λίγα χρόνια πρίν, μια άλλη ομάδα Μεγαρέων είχαν χτίσει μια αποικία στην απέναντι πλευρά τῆς Χαλκηδόνος, για να μείνει παροιμιώδης η φράση τοῦ Μαντείου τῶν Δελφών «στήν χώραν τῶν τυφλῶν», αφού η περιοχή πού είναι χτισμένη η Πόλη είναι ασυγκρίτως καλύτερη από την αντίπερα πλευρά. Και εκεί στο σημείο που ενώνεται η Ανατολή με την Δύση και ο Βορράς με τον Νότο, θέτει τον θεμέλιο λίθο στίς 8 Νοεμβρίου τοῦ 324 μ. Χ.
Οι εργασίες για το χτίσιμο τῆς Πόλεως κράτησαν σχεδόν έξι χρόνια. Στο διάστημα αυτό μεσολάβησε η σύγκληση τῆς Α’ Οικουμενικής Συνόδου το 325 μ. Χ. στην Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Στίς 11 Μαΐου 330 μ. Χ., έγιναν με κάθε μεγαλοπρέπεια τα εγκαίνια τῆς Νέας Πόλεως, τῆς Νέας Ρώμης από τον ίδιο τον Μεγάλο Κωνσταντίνο μαζί με τον εορτασμό τῆς 25ης επετείου τῆς βασιλείας του. Γράφει ο καθηγητής Ζακυνθινός:
«Αἱ τελεταί μετεῖχον τῆς εἰδωλολατρικῆς παραδόσεως καί τῆς νέας Θρησκείας. Ἡ τύχη τῆς νέας Πρωτευούσης ἐχαράχθη ἐπί τῶν νομισμάτων. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἀποσπασθεῖσα ἀπό τῆς Θρακικῆς ἐπαρχίας, ἐτέχθη ὑπό ἀνθύπατον». Ο Μέγας Κωνσταντίνος πιστός στην νέα Θρησκεία, χωρίς να αρνηθεί και την παλαιά, προχώρησε στην ίδρυση εκτός από Χριστιανικούς Ναούς και σε ειδωλολατρικούς για τούς Εθνικούς. Ο ίδιος σεβόταν την «θεά» Τύχη, ενώ έστησε ένα κίονα όπου τοποθέτησε το άγαλμα τοῦ Απόλλωνος, με μια διαφορά. Το πρόσωπο τοῦ Απόλλωνος ήταν το πρόσωπο το δικό του.

Για την ίδρυση τῆς Πόλεως από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο ο ιστορικός τοῦ 5ου αιώνος Σωκράτης ο Σχολαστικός γράφει:

«Τήν Πόλη, πού παλαιά λεγόταν Βυζάντιο, ὁ Κωνσταντῖνος τήν ἐπέκτεινε. Τήν περιέβαλε μέ μεγάλα τείχη, τήν διακόσμησε μέ διάφορα μνημεῖα, διέταξε μέ Νόμο νά ὀνομάζεται Νέα Ρώμη. Αὐτός ὁ νόμος χαράχτηκε σέ μία πέτρινη κολόνα καί ὁ Κωνσταντῖνος τήν τοποθέτησε, κατά τήν διάρκεια τῆς δημοσίας τελετῆς δίπλα στόν ἔφιππο ἀνδριάντα του».

Ο μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος ένας λόγιος Μοναχός τοῦ 15ου αιώνος πού μόνασε στην Ιερά Μονή Στουδίου, εκθειάζοντας τίς φυσικές ομορφιές της αλλά και ως «ἓδραν περιώνυμον» τῆς όλης Ορθοδοξίας, γράφει:

«Πόλις πασῶν τῶν ὑπό τόν ἣλιον πόλεων, καί πολυώνυμος ἐστί Πόλις καί μεγαλώνυμος. Οἰκουμένης τό ἄγαλμα, τῆς καλλονῆς ἡ ἑστία. Ἐντεῦθεν πᾶσαι αἱ πρός τῆς Ἐκκλησίας ἀξίαι μερίζονται, Πατριάρχαι, Μητροπολῖται, Ἐπίσκοποι ….. τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ βάσις, ἡ κορυφή τῶν δογμάτων, ἡ τῆς Θεολογίας ἀκρώρεια», ενώ ο Γεννάδιος ο Σχολάριος ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση εγκωμιάζοντας την Πόλη λέει:

«Κωνσταντινούπολις, Μητρόπολις ἐξ ἀρχῆς ἐγένου τοῖς χριστιανοῖς. Συγχρόνως ἤσθα τῇ τοῦ Χριστοῦ παρρησίᾳ τῇ ρίζῃ τῶν Βασιλέων».

Αυτήν την Πόλη ο Μέγας Κωνσταντίνος την αφιέρωσε στην Μητέρα τοῦ Θεού, τήν Παναγία. Από τότε η τύχη της συνδέθηκε με το Σεπτό πρόσωπό της. Ο Ιωσήφ Βρυέννιος σ’ ένα ευχαριστήριο λόγο του προς την Παναγία, αναφέρει τα εξής: 

«Καί ὁ πρῶτος ἐν Βασιλεύσι Χριστιανός Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καί κτίτωρ τῆς Πόλεως καί πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι Βασιλεῖς, οἱ τέ πατέρες ἡμῶν καί οἱ πάπποι καί προπάπποι, μέχρι τῶν ἐλθόντων ἀπό τῆς Ρώμης καί ἀφιερώσαντες τήν Πόλιν ταύτην τῇ Θεοτόκῳ».
Μια σημαντική πληροφορία για το σπουδαίο αυτό γεγονός, αντλούμε και από τό Μηναίο τοῦ μηνός Μαΐου:
«Τῷ αὐτῷ μηνί (Μαΐω) ΙΑ’ (11η), τήν ἀνάμνησιν ἐπιτελοῦμεν τοῦ γενεθλίου ταύτης τῆς Θεοφυλάκτου καί Βασιλίδος τῶν Πόλεων, τῆς κατ’ ἐξαίρεσιν ἀνακειμένης τῇ Δεσποίνῃ ἡμῶν Ἁγίᾳ Θεοτόκῳ, καί ὑπ’ αὐτῆς διά παντός σωζομένης».
Για το χτίσιμο και την ονομασία τῆς Πόλεως, μᾶς μιλά και το παρακάτω ριζίτικο τραγούδι τῆς Κρήτης.

«Ὃταν ἐθεμελιώσασι
οἱ ἄγγελοι τήν Πόλη,
ἀπ’ τ’ ἃγιον ὄρος τό νερό
κι ἀπό τήν Χιό τό χῶμα,
κι ἀπό τήν Ἀδριανούπολη
παίρνουν τά κεραμίδια.
Κι ἀπής τήν ἀποκτήσανε
οἱ ἄγγελοι τήν Πόλη,
στέκουν καί συντηρούντηνε
κι ἀποθαυμάζοντάς την.
Καί πώς νά τήν ἐβγάλουμε
καί πώς νά τήν ἐλέμε;
Πόλη Κωνσταντινούπολη
καί Κωνσταντίνου Πόλη».

Η φήμη της είχε εξαπλωθεί σε όλη την Οικουμένη. Έγινε το κέντρο τοῦ κόσμου για μια ολόκληρη εποχή και όχι μόνο. Γι’ αυτό και την ονόμασαν Βασιλεύουσα Πόλη, και «τό καύχημα τῶν ζώντων ὑπό τήν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν». Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος Αρχιεπίσκοπος τῆς Πόλεως, σε κάποιο ποίημά του την χαρακτηρίζει ως εξής:

«Ὡ Κωνσταντίνου κλεινόν ἔδος μεγάλου
ὁπλότερη Ρώμη, τόσον προφέρουσα πολήων,
ὁσσάτιος γαίης οὐρανός ἀστερόεις». 
 
Δηλαδή: «Ὤ δοξασμένη καθέδρα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, Νεώτερη Ρώμη πού τόσο ξεπερνᾶς κάθε ἄλλη πόλη, ὅσο τήν γῆν ὁ ἀστροστόλιστος οὐρανός». Σε άλλο σημείο ο Άγιος Γρηγόριος μακαρίζει την Πόλη ως τον οφθαλμό τῆς γής και ως το στήριγμα τοῦ Κράτους.
«Ἄνδρες, τό κλεινόν ὄμμα τῆς οἰκουμένης, οἱ κόσμον οἰκείθ’ ὡς ὁρῶν, τόν δεύτερον, γῆς καί θαλάττης κόσμον ἠμφιεσμένοι, Ρώμη νεουργής, εὐγενῶν ἄλλων ἔδος, Κωνσταντίνου Πόλις τε καί στήλη κράτους».

Ο Νικήτας Χωνιάτης τον ΙΓ’ αιώνα θα πει για την Βασιλεύουσα Πόλη:

«Ὤ Πόλις, Πόλις πόλεων ὀφθαλμέ, ἄκουσμα παγκόσμιον, θέαμα ὑπερκόσμιον, Ἐκκλησιῶν γαλουχέ, πίστεως ἀρχηγέ, Ὀρθοδοξίας ποδηγέ, λόγων μέλημα, καλοῦ παντός ἐνδιαίτημα».
Τον 12ο αιώνα ο Πάπας Ευγένιος Γ’ (1145 – 1153), πού δεν φημιζόνταν για την προσωπικότητά του, αφού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ρώμη και να καταφύγει στο Βιτέρμο λόγω αναταραχών στην έδρα του, έδωσε την ευλογία για την συγκρότηση τῆς Δευτέρας Σταυροφορίας με σκοπό την απελευθέρωση τῶν Αγίων Τόπων. Ο μόνος από τούς Βασιλείς τῆς Δύσεως που μπορούσε να αναλάβει μια τέτοια προσπάθεια ήταν ο Βασιλεύς τῆς Γαλλίας Λουδοβίκος Ζ’, ηλικίας τότε 24 ετών. Ας σημειώσουμε ότι και αυτή η Σταυροφορία έληξε άδοξα. Στον Αυτοκρατορικό Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως μόλις είχε ανέλθει ο Μανουήλ Α’ ο Κομνηνός (1143 – 1180). Ο Βασιλεύς τῆς Γαλλίας Λουδοβίκος Ζ’ είχε έρθει σε συνεννοήσεις με τον Αυτοκράτορα. Περνώντας από την Κωνσταντινούπολη ο Λουδοβίκος είχε μαζί του και ένα κληρικό από το Παρίσι. Ο κληρικός αυτός αν και δεν είχε ιδιαίτερη αγάπη στούς Έλληνες, περιγράφει την Κωνσταντινούπολη όπως την είδε.
«Ἡ Κωνσταντινούπολη, δόξα τῶν Ἑλλήνων, εἶναι στήν πραγματικότητα πιό πλούσια ἀπ’ ὃσο τήν παρουσιάζει ἡ φήμη της. Ἔχει τήν μορφήν ἑνός τριγωνικοῦ ἱστίου. Στήν ἐσωτερικήν γωνίαν βρίσκονται ἡ Ἁγία Σοφία καί τό Παλάτι τοῦ Κωνσταντίνου [σ. σ. Ἱερόν Παλάτιον], στό ὁποῖον ἔχει ἓνα παρεκκλήσιον μέ ἁγιότατα Λείψανα …. Τό Παλάτι τῶν Βλαχερνῶν, θαυμαστόν γιά τήν τέχνην του, τόν πλούτον του καί τίς διαστάσεις του, προσφέρει τήν εὐχαρίστησιν ἑνός τριπλοῦ τοπίου, αὐτό τῆς ὑπαίθρου, τῆς θαλάσσης καί τῆς Πόλεως ….. Τά πάντα εἶναι διακοσμημένα μέ χρυσό καί μάρμαρα ποικίλων χρωμάτων καί σχεδίων …. Ὑπόγειες σωληνώσεις φέρνουν ἀπό τό ἐξωτερικόν στήν Πόλιν ἄφθονον γλυκόν νερόν …. Ἔχει πολλές Ἐκκλησίες, ἡ Ἁγία Σοφία δέν ἔχει ὃμοιόν της σέ ὃ,τι ἀναφορά τίς διαστάσεις ἀλλά καί τόν διάκοσμον, καί εἶναι ὃλες ἀξιοθαύμαστες γιά τήν ὀμορφιάν τους καί ἀξιοσέβαστες γιά τά πολυάριθμα λείψανα πού διατηροῦν».
Ἡ Πόλη εἶναι ἐκεῖ καί μᾶς περιμένει. Ἡ Πόλη εἶναι ἡ πατρίδα μας, καί ἡ αἰωνία Πρωτεύουσα μας. Ἄς τήν ἔχουμε πάντοτε στήν καρδιά μας καί στήν σκέψη μας.

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ.