Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Κύπρος: Ο εποικισμός των κατεχομένων στη σκιά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου


     Ο Κώστας Μαυρίδης επανέφερε στο Ευρωκοινοβούλιο τον εποικισμό και τον σφετερισμό περιουσιών στα κατεχόμενα, ανοίγοντας ξανά τη συζήτηση για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

Μια υπόθεση με βαρύ πολιτικό αλλά και σαφές διεθνοδικαιικό υπόβαθρο επανέφερε... 

 

 

στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ο Κύπριος ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης, θέτοντας στο επίκεντρο τον εποικισμό των κατεχομένων και τον σφετερισμό ελληνοκυπριακών περιουσιών.

Η παρέμβασή του έγινε κατά τη διάρκεια συζήτησης στην Επιτροπή Άμυνας και Ασφάλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τον γενικό διευθυντή της ανθρωπιστικής οργάνωσης Geneva Call.

Ο ευρωβουλευτής του ΔΗΚΟ ανέφερε ότι εγκλήματα τα οποία, κατά την τοποθέτησή του, συνεχίζονται στο κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

Εστίασε ειδικά στον εποικισμό του κατεχόμενου εδάφους και στη σύνδεσή του με την εκμετάλλευση ελληνοκυπριακών περιουσιών.

Πρόκειται για μια τοποθέτηση που δεν περιορίζεται σε πολιτική ρητορική.

Το ισχύον διεθνές ποινικό πλαίσιο περιλαμβάνει πράγματι διατάξεις που αφορούν τη μεταφορά πληθυσμού κατοχικής δύναμης σε κατεχόμενο έδαφος.


Τι είπε ο Κώστας Μαυρίδης

Ο Κύπριος ευρωβουλευτής χαρακτήρισε την Κύπρο μια «παγωμένη σύγκρουση» εντός της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αναφέρθηκε στη συνεχιζόμενη κατοχή τμήματος του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία και υποστήριξε ότι πράξεις που εξακολουθούν να καταγράφονται στην περιοχή πρέπει να εξετάζονται και υπό το πρίσμα του διεθνούς ανθρωπιστικού και ποινικού δικαίου.

Στο επίκεντρο της παρέμβασής του έθεσε τον εποικισμό.

Συνέδεσε το ζήτημα με τη συνεχιζόμενη εκμετάλλευση και ανάπτυξη ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα, ένα θέμα που έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια νέα ένταση και μέσω ποινικών υποθέσεων ενώπιον των δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας.


Γιατί το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο μπαίνει στην εξίσωση

Το νομικό ενδιαφέρον βρίσκεται στο Καταστατικό της Ρώμης, τη διεθνή συνθήκη πάνω στην οποία λειτουργεί το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

Η Κυπριακή Δημοκρατία επικύρωσε το Καταστατικό το 2002.

Το γεγονός ότι η Τουρκία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος δεν αποκλείει από μόνο του τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για πράξεις που φέρονται να τελούνται στο έδαφος κράτους που έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Κύπρου.

Η διεθνώς αναγνωρισμένη κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας αφορά ολόκληρο το νησί, παρότι η κυβέρνηση στη Λευκωσία δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα.

Στη νομολογία και στα έγγραφα του ίδιου του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου η Κύπρος έχει χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα ακριβώς αυτής της αρχής: η κατοχή τμήματος του εδάφους από κράτος που δεν συμμετέχει στο Καταστατικό της Ρώμης δεν εξαφανίζει την εδαφική δικαιοδοσία του κράτους-μέλους.
Τι προβλέπει το Καταστατικό της Ρώμης για τον εποικισμό

Εδώ βρίσκεται και το πιο κρίσιμο σημείο.

Το άρθρο 8 του Καταστατικού της Ρώμης περιλαμβάνει μεταξύ των εγκλημάτων πολέμου, στο πλαίσιο διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης, την άμεση ή έμμεση μεταφορά από κατοχική δύναμη μέρους του δικού της άμαχου πληθυσμού στο έδαφος που κατέχει.

Η συγκεκριμένη διάταξη είναι αυτή που δημιουργεί τη σύνδεση ανάμεσα στον εποικισμό κατεχόμενου εδάφους και το διεθνές ποινικό δίκαιο.

Δεν σημαίνει, όμως, ότι κάθε πολιτική καταγγελία για εποικισμό μετατρέπεται αυτομάτως σε καταδίκη από το ΔΠΔ.

Για να υπάρξει ποινική υπόθεση απαιτείται έρευνα, αποδεικτικό υλικό, ταυτοποίηση συγκεκριμένων πράξεων και κυρίως απόδοση ατομικής ποινικής ευθύνης σε συγκεκριμένα πρόσωπα.

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν δικάζει κράτη.

Δικάζει φυσικά πρόσωπα.

Η χρονική δικαιοδοσία αρχίζει από το 2002

Υπάρχει ακόμη ένα κρίσιμο νομικό όριο.

Το ΔΠΔ δεν έχει γενική αρμοδιότητα να δικάσει οποιαδήποτε πράξη που συνδέεται με την τουρκική εισβολή του 1974.

Το Καταστατικό της Ρώμης τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2002.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάζει εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του και τελέστηκαν εντός του σχετικού χρονικού πλαισίου.

Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση για την Κύπρο επικεντρώνεται ιδιαίτερα σε πράξεις που φέρονται να συνεχίζονται και μετά το 2002, όπως η συνεχιζόμενη μεταφορά πληθυσμού, εφόσον πληρούνται τα απαιτούμενα νομικά στοιχεία.

Η καταγγελία του 2014

Το ζήτημα έχει φτάσει και στο παρελθόν ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

Τον Ιούλιο του 2014 είχε κατατεθεί καταγγελία στο ΔΠΔ με αίτημα να διερευνηθούν ενδεχόμενες ευθύνες Τούρκων αξιωματούχων σχετικά με τη μεταφορά αμάχων από την Τουρκία στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.

Η καταγγελία επιχειρούσε να θεμελιώσει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου πάνω στον χαρακτήρα των συγκεκριμένων ενεργειών ως συνεχιζόμενων πράξεων.

Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει ανακοινωθεί δημόσια επίσημη έρευνα του ΔΠΔ για «Situation in Cyprus» αντίστοιχη με τις έρευνες που διεξάγει το Δικαστήριο σε άλλες χώρες και συγκρούσεις.

Η διάκριση είναι ουσιώδης:

υπάρχει πιθανό νομικό πεδίο δικαιοδοσίας, αλλά δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή δημόσια δικαστική διαδικασία που να έχει καταλήξει ότι συγκεκριμένα πρόσωπα έχουν διαπράξει τα συγκεκριμένα εγκλήματα.

Ο σφετερισμός περιουσιών είναι ξεχωριστό νομικό κεφάλαιο

Ο Κώστας Μαυρίδης συνέδεσε τον εποικισμό με τον σφετερισμό ελληνοκυπριακών περιουσιών.

Η σύνδεση είναι πολιτικά και πραγματολογικά σημαντική, αλλά από πλευράς ποινικού δικαίου χρειάζεται προσοχή.

Η παράνομη εκμετάλλευση περιουσιών δεν μετατρέπεται αυτομάτως στο ίδιο έγκλημα με τη μεταφορά πληθυσμού.

Η νομική αξιολόγηση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες πράξεις, τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκαν και το εφαρμοστέο διεθνές ή εθνικό δίκαιο.

Παράλληλα, το ιδιοκτησιακό ζήτημα στην Κύπρο έχει μακρά διαδρομή και ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η υπόθεση Λοϊζίδου αποτέλεσε ορόσημο, με το ΕΔΔΑ να αναγνωρίζει ότι η Τουρκία ασκεί αποτελεσματικό συνολικό έλεγχο στο βόρειο τμήμα του νησιού και να διαπιστώνει παραβίαση των περιουσιακών δικαιωμάτων της Ελληνοκύπριας προσφεύγουσας.

Τι απάντησε η Geneva Call

Ο Μαυρίδης ρώτησε τον γενικό διευθυντή της Geneva Call αν η οργάνωση είχε έρθει σε επαφή με την Τουρκία ή τις αρχές του κατοχικού καθεστώτος και εάν σχεδιάζει σχετική δράση.

Η απάντηση ήταν αρνητική.

Ο επικεφαλής της οργάνωσης εξήγησε ότι δεν υπήρξαν σχετικές επαφές για την Κύπρο, καθώς η Geneva Call επικεντρώνεται κυρίως σε συγκρούσεις όπου δραστηριοποιούνται μη κρατικές ένοπλες οργανώσεις και όχι σε διαφορές μεταξύ κρατών.

Η απάντηση επομένως δεν συνιστά τοποθέτηση επί της ουσίας των κυπριακών καταγγελιών.

Αφορά τα όρια της αποστολής και του τρόπου δράσης της συγκεκριμένης ανθρωπιστικής οργάνωσης.

Η Κύπρος έχει ήδη εντάξει το ζήτημα στο διεθνές ποινικό πλαίσιο

Το ενδιαφέρον είναι ότι το θέμα δεν βρίσκεται μόνο στη ρητορική ενός ευρωβουλευτή.

Η ίδια η Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρει ότι ασχολείται με νομικά ζητήματα που συνδέονται με το Καταστατικό της Ρώμης και με εγκλήματα πολέμου που, κατά την κυπριακή θέση, διαπράχθηκαν ή εξακολουθούν να διαπράττονται ως συνέπεια της εισβολής και της κατοχής.

Αυτό δείχνει ότι το διεθνές ποινικό σκέλος αποτελεί υπαρκτό τμήμα της νομικής στρατηγικής της Λευκωσίας.

Δεν σημαίνει ότι έχει ήδη επιτευχθεί ποινική δίωξη.

Σημαίνει όμως ότι η κατοχή και ο εποικισμός δεν αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως διπλωματικό πρόβλημα, αλλά και μέσα από τα εργαλεία του σύγχρονου διεθνούς ποινικού δικαίου.

Το κρίσιμο επόμενο βήμα

Η παρέμβαση Μαυρίδη επαναφέρει ένα ερώτημα που παραμένει ανοικτό εδώ και χρόνια: μπορεί η συνεχιζόμενη κατάσταση στα κατεχόμενα να περάσει κάποτε από την πολιτική καταγγελία σε πραγματική διεθνή ποινική διερεύνηση;

Το νομικό πλαίσιο αφήνει τέτοια δυνατότητα για πράξεις που εμπίπτουν στο Καταστατικό της Ρώμης.

Η Κύπρος αποτελεί κράτος-μέλος του ΔΠΔ και η ξένη κατοχή του βόρειου τμήματος δεν αφαιρεί από μόνη της την εδαφική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.

Αυτό όμως απέχει ακόμη από μια πραγματική δίωξη: η τελική κρίση για το αν συγκεκριμένες πράξεις συνιστούν εγκλήματα πολέμου και ποιοι φέρουν ατομική ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στον εισαγγελέα και στους δικαστές του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.