Κείμενο: Γεώργιος Σαρρής
Τα τελευταία εικοσιτετράωρα διακινείται όλο και εντονότερα μια πληροφορία που φέρει τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, να δέχεται από συνεργάτες του εισηγήσεις για επίσπευση της προσφυγής στις...
εθνικές κάλπες, εγκαταλείποντας τον ορίζοντα της άνοιξης του 2027 που έχει επανειλημμένα προσδιορίσει.
Μάλιστα κάποιοι φτάνουν στο σημείο να αναφέρουν πως έχει κυκλωθεί στο ημερολόγιο και μια συγκεκριμένη ημερομηνία για στήσιμο της κάλπης, αυτή της Κυριακής 22 Νοεμβρίου. Χρονικά, μια τέτοια επιλογή φαντάζει εφικτή, ο πρωθυπουργός προλαβαίνει να πραγματοποιήσει τις βουλευτικές εκλογές σε ενάμιση μήνα από τώρα εάν το επιθυμεί.
Ο δύσκολος χειμώνας και ο αιφνιδιασμός της αντιπολίτευσης
Στη λογική του σεναρίου που συζητιέται είναι πως μια αναμέτρηση πριν από τον οικονομικά δύσκολο χειμώνα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι πολίτες λόγω των υπερβολικά υψηλών τιμών στην ενέργεια και των ακόλουθων ανατιμήσεων των προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ θα περιόριζε τον κίνδυνο να φτάσει η κυβέρνηση στις κάλπες, έχοντας υποστεί πρόσθετη φθορά από τους λογαριασμούς ρεύματος, το κόστος θέρμανσης και τις αυξήσεις βασικών καταναλωτικών αγαθών. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στη συνέντευξή του στο Bloomberg στις 25 Σεπτεμβρίου, περιέγραψε την ανάγκη μεγαλύτερης ευρωπαϊκής δημοσιονομικής ευελιξίας για τη στήριξη των νοικοκυριών, προβλέποντας έναν δύσκολο χειμώνα. Η ανησυχία αυτή δίνει έδαφος στις εισηγήσεις για επίσπευση των εκλογικών αποφάσεων.
Στον πολιτικό υπολογισμό μιας πρόωρης προσφυγής χωρούν όμως κι άλλες επιδιώξεις. Ήτοι, η επιδίωξη της συσπείρωσης των ψηφοφόρων της γύρω από το αίτημα της σταθερότητας και η αποφυγή μιας πολύμηνης προεκλογικής περιόδου που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απρόβλεπτα γεγονότα, από μια λανθασμένη δήλωση έως ένα απρόοπτο γεγονός. Παράλληλα, ο αιφνιδιασμός θα συμπίεζε τον χρόνο της αντιπολίτευσης για την ολοκλήρωση των ψηφοδελτίων, την παρουσίαση κυβερνητικών προτάσεων και τη διερεύνηση συνεργασιών, ενώ θα δυσκόλευε και την οργανωτική προετοιμασία τυχόν νέων πολιτικών σχηματισμών. Πρόκειται για τα ενδεχόμενα οφέλη βέβαια μιας τέτοιας επιλογής, τα οποία θα έπρεπε να σταθμιστούν μαζί με το κόστος ανατροπής της δημόσιας δέσμευσης για εκλογές την άνοιξη, ώστε να μην φανεί αναξιόπιστος ο κ. Μητσοτάκης.
Πώς μπορεί να φτάσει στις κάλπες της 22ας Νοεμβρίου

Το συνταγματικό πλαίσιο επιτρέπει την πρόωρη διάλυση της Βουλής υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το άρθρο 41 παράγραφος 2 προβλέπει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή έπειτα από πρόταση της κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, «για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας». Για την εφαρμογή αυτής της διαδικασίας απαιτείται, επομένως, να προβληθεί η αντίστοιχη συνταγματική αιτιολογία. Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου απαιτεί το διάταγμα διάλυσης, το οποίο προσυπογράφει το Υπουργικό Συμβούλιο, να περιλαμβάνει «την προκήρυξη εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες».
Την ημέρα στησίματος της κάλπης προσδιορίζει ακριβέστερα η εκλογική νομοθεσία. Το άρθρο 31 παράγραφος 2 του Προεδρικού Διατάγματος 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Νόμου. 4648/2019, ορίζει: «Η διενέργεια των γενικών βουλευτικών εκλογών ορίζεται την τελευταία Κυριακή πριν τη συμπλήρωση των τριάντα (30) ημερών από την έκδοση του διατάγματος της παραγράφου 1». Από τον κανόνα αυτό προκύπτει ότι, για εκλογές στις 22 Νοεμβρίου, το διάταγμα πρέπει να εκδοθεί το χρονικό διάστημα από τις 24 έως και τις 30 Οκτωβρίου. Στην πρώτη περίπτωση μεσολαβούν 29 ημέρες και στην τελευταία 23. Εάν η Βουλή διαλυόταν σήμερα, οι εκλογές θα έπρεπε να διεξαχθούν μέσα στο επόμενο τριακονθήμερο, συνεπώς πριν από τις 22 Νοεμβρίου.
Ο ίδιος ο Κανονισμός της Βουλής συμπληρώνει τη διαδικασία ως προς τη σύγκληση του νέου Κοινοβουλίου. Το άρθρο 1 παράγραφος 1 ορίζει ότι η ημερομηνία της εναρκτήριας συνεδρίασης «καθορίζεται από το προεδρικό διάταγμα διάλυσης της Βουλής ή λήξης της βουλευτικής περιόδου σύμφωνα με το Σύνταγμα». Το ίδιο διάταγμα, επομένως, προσδιορίζει και πότε θα συνεδριάσει η νέα Βουλή, η οποία, κατά το άρθρο 41 παράγραφος 3 του Συντάγματος, πρέπει να συγκληθεί μέσα σε άλλες 30 ημέρες από τις εκλογές. Οι προθεσμίες για την ίδια την ψηφοφορία απορρέουν από το Σύνταγμα και την εκλογική νομοθεσία.
Γιατί παραμένει πιθανότερη η άνοιξη του 2027
Η δυνατότητα να στηθούν κάλπες τον Νοέμβριο δεν αποτελεί πάντως ένδειξη ότι ο πρωθυπουργός θα την αξιοποιήσει. Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στο πλαίσιο της 90ής ΔΕΘ, στις 7 Σεπτεμβρίου, είχε απαντήσει κατηγορηματικά στο ερώτημα αν θα επέλεγε πρόωρες εκλογές, εφόσον παρουσιαζόταν μια πολιτική ευκαιρία: «Οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027», είχε δηλώσει ξεκάθαρα. Είχε συνδέσει μάλιστα τη θέση του αυτή με τη θεσμική συνέπεια και την ολοκλήρωση του κυβερνητικού προγράμματος. Μια ανατροπή λίγες εβδομάδες αργότερα θα άνοιγε αναπόφευκτα τη συζήτηση για την αξιοπιστία αυτής της δέσμευσης.
Υπάρχει και ένας συγκεκριμένος άλλος θεσμικός λόγος για την επιλογή της άνοιξης: την 1η Ιουλίου 2027 η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κ. Μητσοτάκης έχει εξηγήσει ότι η χώρα πρέπει να έχει εγκαίρως σταθερή κυβέρνηση για να ανταποκριθεί σε αυτή την ευθύνη. Μια πρώτη αναμέτρηση τον Απρίλιο ή τον Μάιο αφήνει περισσότερο χρόνο για τις διερευνητικές εντολές και, εφόσον χρειαστεί, για δεύτερες εκλογές πριν από την ανάληψη της προεδρίας. Παράλληλα, η αναμονή επιτρέπει στην κυβέρνηση να παρουσιάσει πληρέστερο απολογισμό και να επιδιώξει να αποτυπωθούν στην καθημερινότητα οι παρεμβάσεις για τα εισοδήματα και τη φορολογία.
Το περιθώριο μετά την τετραετία και η περίπτωση του Αυγούστου
Θα πρέπει να έχουμε επίσης κατά νου πως το ισχύον Σύνταγμα επιτρέπει διεξαγωγή των εκλογών ακόμη και κάποιες εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της τετραετίας. Το άρθρο 53 παράγραφος 1 ορίζει: «Οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών». Στη συνέχεια προβλέπει ότι, μόλις λήξει η βουλευτική περίοδος, με προεδρικό διάταγμα «διατάσσεται η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες».
Η σημερινή Βουλή προήλθε από τις εκλογές της 25ης Ιουνίου 2023, άρα η τετραετία συμπληρώνεται τον Ιούνιο του 2027. Το πρόσθετο τριακονθήμερο επιτρέπει να μεταφερθεί κατά συνέπεια η ψηφοφορία έως και τα μέσα Ιουλίου, με την εφαρμογή και του κανόνα της τελευταίας Κυριακής.
Η αφετηρία του υπολογισμού είναι η ημέρα των εκλογών. Η ορκωμοσία των βουλευτών στις 3 Ιουλίου 2023 και η μεταγενέστερη έναρξη των κοινοβουλευτικών εργασιών δεν μετακινούν την έναρξη της συνταγματικής τετραετίας. Επομένως, το περιθώριο για την πρώτη εκλογική αναμέτρηση μετά την εξάντλησή της βρίσκεται εντός του Ιουλίου αλλά, εάν δεν προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση, θα πρέπει να στηθούν και πάλι κάλπες μέσα τον Αύγουστο. Έτσι όμως θα επηρεάζονταν άμεσα τα επονομαζόμενα… «μπάνια του λαού» που έλεγε και ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου.
