Απόστολος Κωνσταντινίδης
Γενικά είμαι θετικά διακείμενος στην ιδέα του δημοψηφίσματος. Είναι άλλωστε η ασφαλιστική δικλείδα που προβλέπει το Σύνταγμα για την διατήρηση και την ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας. Το συγκεκριμένο βέβαια ΣΥΡΙΖΟψήφισμα παρουσιάζει ορισμένες σημαντικές αδυναμίες. Αυτές δεν αφορούν την συνταγματικότητά του καθώς το Σύνταγμα στο άρθρο 44, παρ. 2 επιτρέπει δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό ζήτημα όπως είναι αναμφισβήτητα το οικονομικό μέλλον της χώρας. Οι ενστάσεις όμως εντοπίζονται σε δύο κεντρικούς άξονες: της χρονικής στιγμής διενέργειας και της ουσίας του ερωτήματος.
Όσον...
αφορά την πρώτη ένσταση αυτή αφορά τη συνολική διαπραγματευτική τακτική της Κυβέρνησης. Μετά δηλαδή από πέντε μήνες δημιουργικής ασάφειας, αντικρουόμενων δηλώσεων, αδυναμίας παρουσίασης ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων-κατά τη παραδοσιακή πολιτική τακτική των ελληνικών κυβερνήσεων- και διάχυτης αισιοδοξίας «για τη νίκη του καλού» η Κυβέρνηση αποφάσισε να δώσει το λόγο στον λαό. Αυτό δε θα ήταν απαραίτητα κακό. Στο διάστημα αυτό, ομως, η Κυβέρνηση αναγκάστηκε παράλληλα να ξοδέψει κάθε αποθεματικό που διέθετε αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο τη χώρα διεθνώς. Την ίδια ώρα το τραπεζικό σύστημα απειλείται με κατάρρευση. Οι δήθεν κινδυνολογίες για τα περιβόητα capital controls γίνονται πλέον αντικείμενο συζήτησης της Επιτροπής Συστημικής Ευστάθειας. Αυτή η πραγματικότητα βέβαια δεν αφορά μονάχα τους ισχυρούς. Αφορά τον κάθε μικρομεσαίο ελεύθερο επαγγελματία, κάθε υπάλληλο, κάθε συνταξιούχο που θα αποζητήσει τα χρήματά του ή θα πρέπει να προχωρήσει στις απαραίτητες συναλλαγές εκ μέρους της επιχείρησής του. Και τώρα σε μια χώρα ξεκρέμαστη οικονομικά και με προβλήματα δομικά ο λαός- που δυστυχώς δε διαθέτει και την καλύτερη κατάρτιση- καλείται μέσα σε μόλις πέντε ημέρες να αποφασίσει. Το αντικείμενο της απόφασης όμως είναι το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα.
Σε τι λοιπόν καλείται ο λαός να απαντήσει; Προφανώς σ' αυτό δε μπορεί να απαντήσει ούτε ο λαλίστατος εισηγητής του εν λόγω Δημοψηφίσματος. Ο λαός, φαινομενικά, καλείται να απαντήσει αναφορικά με την πρόταση των τροϊ...θεσμών που επίσημα πλέον δεν υπάρχει μετά και τις χθεσινές αποφάσεις του EUROgroup. Η Κυβέρνηση, λοιπόν, υποστηρίζει ότι εάν το αποτέλεσμα είναι το «περήφανο» ΟΧΙ θα συνεχιστεί η διαπραγμάτευση. Με ποιους όρους όμως και ποιους συνομιλητές; Με την αγορά ολοκληρωτικά στεγνή και τις τράπεζες κλειστές; Με ένα Δημόσιο ανίκανο επισήμως να ανταποκριθεί στις πληρωμές μισθών και συντάξεων; Είναι προφανές ότι νέα διαπραγμάτευση δε μπορεί να ξεκινήσει. Και εάν τελικά κερδίσουν οι αποκαλούμενοι «γερμανοτσολιάδες», η κυβέρνηση της ελπίδας θα εφαρμόσει την κακή-αναμφισβήτητα- πρόταση των εταίρων; Μάλλον όχι. Το δημοψήφισμα λοιπόν έχει έναν προσχηματικό χαρακτήρα. Στην ουσία το ερώτημα είναι ΝΑΙ ή ΟΧΙ στην ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδας, η οποία είναι σύμφυτη- καλώς ή κακώς - με τη συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ. Το συγκεκριμένο δίλημμα είναι πραγματικά εκβιαστικό και η επιστροφή του εφιάλτη της δραχμής σε συνδυασμό με τις συνθήκες αστάθειας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ασαφή λόγο της ελληνικής Κυβέρνησης.
Συνοψίζοντας, το Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου αποτελεί μια «επικίνδυνη ζαριά» για τη χώρα, όπως είχε δηλώσει παλαιότερα ο Πρωθυπουργός και η οποία θα πρέπει έστω και την τελευταία στιγμή να αποτραπεί. Ειδικά ο χρόνος και ο τόνος με τον οποίο τίθεται το ερώτημα αποτελεί την μεγαλύτερη ένσταση αναφορικά με αυτή την επιλογή και καταδεικνύει την έλλειψη στρατηγικής της Κυβέρνησης. Ανεξαρτήτως πάντως αποτελέσματος εύχομαι τα πράγματα να πάρουν την καλύτερη δυνατή τροπή για τον τόπο.
Απόστολος Κωνσταντινίδης
Απόφοιτος λυκείου