Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Σελευκίδες: Απόγειο και πτώση του ισχυρότερου ελληνιστικού κράτους


 
    Το βασίλειο των Σελευκιδών ήταν ένα από κράτη που δημιουργήθηκαν μετά το πέρας των πολέμων των Διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Για ένα διάστημα υπήρξε το μεγαλύτερο σε έκταση και ισχυρότερο ελληνιστικό βασίλειο, ελέγχοντας τα περισσότερα από τα εδάφη που κατέκτησε ο μέγας στρατηλάτης.

Σταδιακά όμως... 

 
 
το βασίλειο συρρικνώθηκε, εδαφικά, συνεπεία εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων. Τον τελευταίο αιώνα της ζωής του, το Σελευκιδικό κράτος σε τίποτα δεν θύμιζε την πάλαι ποτέ μεγάλη αυτοκρατορία, έχοντας απομείνει μια περιφερειακή δύναμη που ήλεγχε τις σημερινές περιοχής της Συρίας, της Ιορδανίας και της Παλαιστίνης.

Η γέννηση ενός βασιλείου

Το Σελευκιδικό κράτος γεννήθηκε, ανεπίσημα, το 312 π.Χ. μετά το πέρας της πρώτης φάσης των πολέμων των Διαδόχων του Αλεξάνδρου. Ο ιδρυτής του Σέλευκος ήταν ένας από τους στρατηγούς του Αλεξάνδρου, διοικητής Τάξης σαρισσοφόρων. Αρχικά τάχθηκε στο πλευρό του Περδίκκα και έλαβε ως ανταμοιβή την σατραπεία της Βαβυλώνας. Αργότερα όμως τάχθηκε κατά του Περδίκκα. Συμμάχησε με τον Πτολεμαίο κατά του Αντιγόνου του Μονόφθαλμου.

Το 312 π.Χ. όταν συμφωνήθηκε ανακωχή, πολέμησε κατά εντοπίων ηγεμόνων και έφτασε μέχρι τα σύνορα της Ινδίας. Το 306 π.Χ. ο Σέλευκος ανακήρυξε εαυτόν βασιλιά, ιδρύοντας και επίσημα το κράτος των Σελευκιδών. Ύστερα από άκαρπες συγκρούσεις δύο ετών συνομολόγησε συνθήκη ειρήνης με τους Ινδούς, με αντάλλαγμα 500 πολεμικούς ελέφαντες.

Το 301 π.Χ. μετείχε στην περίφημη μάχη της Ιψού όπου ο στρατός του Αντιγόνου συντρίφθηκε και ο ίδιος ο βετεράνος στρατηγός σκοτώθηκε. Η μάχη κερδήθηκε από τους πολεμικούς ελέφαντες του Σέλευκου. Το 281 π.Χ. σύντριψε και τον παλαιό του συμπολεμιστή Λυσίμαχο, στη μάχη στο Κούρου πεδίο, αλλά δολοφονήθηκε, μετά τη νίκη του, από τον Πτολεμαίο Κεραυνό της Μακεδονίας.

Εδραίωση

Τον διαδέχθηκε ο καθόλα άξιος γιος του Αντίοχος Α’ ο επονομασθείς Σωτήρ. Αυτός κατάφερε να αντιμετωπίσει τα διάφορα στασιαστικά κινήματα που ξέσπασαν, μετά τον θάνατο του πατέρα του και το 275 π.Χ. πέτυχε περιφανή νίκη κατά των Γαλατών που είχαν εισβάλει στη Μικρά Ασία. Το ίδιο έτος ήρθε σε σύγκρουση με τους Πτολεμαίους της Αιγύπτου, ξεκινώντας μια σειρά συγκρούσεων που έμειναν γνωστές ως Συριακοί Πόλεμοι.

Ο Αντίοχος πέθανε το 262 π.Χ. μετά την ήττα του από τους Περγαμηνούς. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Αντίοχος Β’, ο θεός. Αυτός ενεπλάκη στον Β’ Συριακό Πόλεμο με τους Πτολεμαίους, με αποτέλεσμα, λόγω της αγκίστρωσής του εκεί, να επαναστατήσουν οι ανατολικές επαρχίες.

Τότε χάθηκε η Βακτριανή, ο σατράπης της οποίας Διόδοτος, ανεξαρτητοποιήθηκε. Επαναστάσεις ξέσπασαν επίσης στις περσικές χώρες, με αποτέλεσμα, ελάχιστα χρόνια μετά τον θάνατο του Αντιόχου, να ιδρυθεί το Παρθικό κράτος. Το 246 π.Χ. που πέθανε τον διαδέχτηκε ο γιος του Σέλευκος Β’ Καλλίνικος, ο Πώγων.

Αυτός προκάλεσε τον Γ’ Συριακό Πόλεμο και κατάφερε, προσωρινά, να ανακτήσει ορισμένες από τις ανατολικές επαρχίες του κράτους. Παράλληλα όμως επαναστάτησε εναντίον το αδελφός του Αντίοχος Ιέραξ, με τη βοήθεια και του βασιλιά Αττάλου της Περγάμου.

Ο Σέλευκος ηττήθηκε στη μάχη της Άγκυρας, το 235 π.Χ. Αποτέλεσμα της ήττας ήταν η διάσπαση του κράτους, με τον Αντίοχο Ιέρακα να κρατά τα μικρασιατικά εδάφη του κράτους. Ο Σέλευκος υποχρεώθηκε παράλληλα να αναγνωρίσει το Παρθικό κράτος. Πέθανε το 225 π.Χ. Τον διαδέχτηκε ο μεγαλύτερος γιος του Σέλευκος Γ’ Κεραυνός, ο οποίος όμως δολοφονήθηκε το 223 π.Χ.

Απόγειο και παρακμή

Έτσι στον θρόνο ανέβηκε ο Αντίοχος Γ’, ο Μέγας. Ο Αντίοχος κατάφερε να ανακτήσει τις ανατολικές επαρχίες. Ενεπλάκη στον Δ’ Συριακό Πόλεμο, αλλά, το χειρότερο, ενεπλάκη σε πόλεμο με τη Ρώμη, στον οποίο ηττήθηκε κατά κράτος. Μετά την ήττα αυτή και τον ολοκληρωτική καταστροφή του στρατού στη μάχη της Μαγνησίας, της Μικράς Ασίας, το 190 π.Χ. οι Πάρθοι ανέκτησαν και πάλι τις ανατολικές περιοχές που ο Αντίοχος είχε καταλάβει.

Πέθανε το 187 π.Χ. αφήνοντας το κράτος στα όρια της κατάρρευσης. Από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά η μακρά περίοδος παρακμής του Σελευκιδικού Βασιλείου που διήρκεσε για περίπου 120 έτη, μέχρι την οριστική υποταγή στη Ρώμη. Τον διαδέχθηκε ο γιός του Σέλευκος Δ’ Φιλοπάτωρ, ο οποίος και ξεκίνησε, ουσιαστικά, την σύγκρουση με τους Ιουδαίους, όταν αποπειράθηκε να αρπάξει τους θησαυρούς του Ναού του Σολομώντα.

Ο Σέλευκος Δ’ δολοφονήθηκε το 175 π.Χ. Η δολοφονία του, παρά τις όποιες εξάρσεις υπήρξαν κατόπιν, σηματοδότησε την αρχή του τέλους της αυτοκρατορίας η οποία διατηρήθηκε μόλις 100 χρόνια ακόμα, μετά τον θάνατό του. Τον δολοφονημένο διαδέχθηκε ο Αδερφός του Αντίοχος Δ’ ο Επιφανής, ο οποίος ξεκίνησε νέο πόλεμο με την Αίγυπτο των Πτολεμαίων – Έκτος Συριακός Πόλεμος – φτάνοντας, νικητής, μέχρι την Αλεξάνδρεια. Ωστόσο με επέμβαση των Ρωμαίων υποχρεώθηκε να υποχωρήσει, ταπεινωμένος.

Πόλεμοι με Μακκαβαίους

Ο Αντίοχος επιχείρησε τότε να επιβάλει τις θελήσεις του στους Ιουδαίους, απαγορεύοντας την ιουδαϊκή λατρεία, το 167 π.Χ. Εισέβαλε επίσης στην Ιερουσαλήμ και βεβήλωσε τον Ναό του Σολόμωντα, προκαλώντας την εξέγερση των Μακκαβαίων. H πρώτη μάχη δόθηκε το 167 π.Χ. στο ρέμα Χαραμία, όπου 600 Ιουδαίοι ενέδρευσαν και κατέστρεψαν μια δύναμη 2.000 Σελευκιδών.

Ακολούθησε η μάχη του Μπείτ Χορόν. Ήταν μια μικρής κλίμακας σύγκρουση, μεταξύ 1.000 Ιουδαίων, υπό τον Ιούδα Μακκαβαίο και 4.000 άνδρες του Σελευκιδικού Στρατού. Οι Σελευκίδες έπεσαν σε ενέδρα και ηττήθηκαν. Ακολούθησε η μάχη στους Εμμαούς, όπου 3.000 Ιουδαίοι, πέτυχαν συντριπτική νίκη έναντι 5.000 Σελευκιδών, υπό τους Γοργία και Νικάνορα.

Οι μάχες του Μπετ Ζουρ και του Μπετ Ζακάρια ήταν σημαντικότερες, σαφώς. Στην πρώτη, το 164 π.Χ., 10.000 Ιουδαίοι συγκρούστηκαν με μια δύναμη 25.000 Σελευκιδών, υπό τον στρατηγό Λυσία. Ο Λυσίας διέθετε και 22 ελέφαντες και αδιευκρίνιστο αριθμό αρμάτων. Ωστόσο ηττήθηκε κατά κράτος, προφανώς λόγω κακής επιλογής εδάφους.

Στη δεύτερη, το 162 π.Χ. ο στρατηγός Λυσίας και πάλι, διαθέτοντας 50.000 πεζούς, 5.000 ιππείς και 30 ελέφαντες, νίκησε μια δύναμη 20.000 Μακκαβαίων. Αυτή τη φορά οι Σελευκίδες νίκησαν και κινήθηκαν κατά της Ιερουσαλήμ, αλλά λόγω της απειλής εμφυλίου πολέμου ο Λυσίας και ο στρατός του ανακλήθηκαν.

Το 160 π.Χ. δόθηκε η μάχη της Ελάσα. Μια στρατιά 20.000 πεζών και 2.000 Σελευκιδών ιππέων, υπό τον Βακχίδη, επιτέθηκε στις δυνάμεις του Ιούδα Μακκαβαίου. Οι περισσότεροι άνδρες του Ιούδα τράπηκαν σε φυγή ενώπιον της αριθμητικής υπεροχής των αντιπάλων. Ο ίδιος όμως με 800 άνδρες έμεινε, πολέμησε και μοιραία σκοτώθηκε, μαζί με τους περισσότερους από τους συμπολεμιστές του.

Ο Αντίοχος Δ’ πέθανε το 164 π.Χ. αφήνοντας το κράτος σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Μακκαβαίους και τους Πάρθους. Ο βασιλιάς εκστράτευσε ο ίδιος κατά των Πάρθων, αλλά πέθανε βαδίζοντας προς την Ανατολή. Ο θάνατος του Αντιόχου Δ’ προκάλεσε εμφύλιες συγκρούσεις.

Προσωρινή αναλαμπή

Ο γιος και διάδοχός του Αντίοχος Ε’ Ευπάτωρ, ανατράπηκε από τον εξάδελφό του Δημήτριο Α’ Σωτήρα. Το 161 π.Χ. ο Δημήτριος προσπάθησε και κατάφερε να επιβάλει την σελευκιδική επικυριαρχία στην Ιουδαία. Το 150 π.Χ. όμως και αυτός ανατράπηκε από τον Αλέξανδρο Βάλα, τον οποίον υποστήριζαν οι Πτολεμαίοι.

Επί της βασιλείας του δόθηκε η μάχη της Αζώτου (148 π.Χ.) με τους Ιουδαίους, υπό τον Ιωνάθαν, να πολεμούν, ως σύμμαχοι του Αλεξάνδρου Βάλα, κατά των δυνάμεων του διεκδικητή του θρόνου Δημητρίου. Αν και στη μάχη αυτή οι φίλα προσκείμενες στον Βάλα δυνάμεις νίκησαν, τελικά ο Δημήτριος νίκησε και, το 145 π.Χ. ανέβηκε στον θρόνο ως Δημήτριος Β’ ο Νικάτωρ.

Ωστόσο ο Δημήτριος ουδέποτε κατάφερε να ελέγξει το βασίλειό του καθώς οι υποστηρικτές του Βάλα συσπειρώθηκαν γύρω από τον διεκδικητή του θρόνου Αντίοχο Στ’ και κατόπιν του Διοδότου Τρύφωνος. Το κράτος κόπηκε στα δύο, αυτή την περίοδο, με τους σφετεριστές να ελέγχουν την πρωτεύουσα Αντιόχεια. Το 143 π.Χ. η Ιουδαία ανεξαρτητοποιήθηκε επισήμως και οι Πάρθοι προχώρησαν ακόμα περισσότερο προς Δυσμάς.

Ο Δημήτριος που προσπάθησε να τους αναχαιτίσει ηττήθηκε και αιχμαλωτίσθηκε. Τον Δημήτριο διαδέχθηκε ο αδερφός του Αντίοχος Ζ’ Σιδέτης, ο οποίος αποδείχθηκε ο τελευταίος μεγάλος βασιλιάς, κατορθώνοντας να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του κράτους, συμμαχώντας με τους Μακκαβαίους. Το 133 π.Χ. εκστράτευσε κατά των Πάρθων, έχοντας μαζί του το σύνολο των στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους, έχοντας μαζί του και ιουδαϊκά τμήματα, υπό τον Ιωάννη Υρκανό.

Αρχικά η εκστρατεία εξελίχθηκε ιδιαίτερα ευνοϊκά. Η Μεσοποταμία, η Βαβυλωνία και η Μηδία κερδήθηκαν και πάλι. Στη Σελεύκεια επί του Τίγρη ποταμού πέτυχε περιφανή νίκη κατά των Πάρθων, σκοτώντας, σε προσωπική μονομαχία και τον στρατηγό τους. Τον χειμώνα του 130-129 π.Χ. ο Πάρθος βασιλιάς Φραάτης Β’ αντεπιτέθηκε.

Το τέλος

Έχοντας στείλει τα στρατεύματά του να διαχειμάσουν, ο Αντίοχος πιάστηκε εξαπίνης και προσπάθησε να αντιμετωπίσει τον Παρθικό Στρατό με μικρό μόνο μέρος των δυνάμεών του, αυτών που είχε, δηλαδή, στην άμεση διάθεσή του.

Στη μάχη του ακολούθησε σκοτώθηκε, πολεμώντας πάντως ηρωικά, το 129 π.Χ. Ο αντίπαλός του Φράτης τίμησε τον νεκρό βασιλιά στέλνοντας την σωρό του πίσω στην Αντιόχεια να ταφεί με τις πρέπουσες τιμές.

Μετά τον θάνατο του Αντιόχου Ζ’ όλες οι ανατολικές επαρχίες χάθηκαν, οριστικά. Οι Ιουδαίοι αποτίναξαν την σελευκιδική επικυριαρχία και ξέσπασαν νέες εμφύλιες συγκρούσεις. Την ίδια ώρα οι Αρμένιοι άρχισαν να πλησιάζουν από τον Βορρά. Έτσι, μέχρι τα τέλη του 2ου και τις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. η Σελευκιδική Αυτοκρατορία είχε περιοριστεί στην Αντιόχεια και μερικές ακόμα συριακές πόλεις.

Το 83 π.Χ. εισέβαλε στα υπολείμματα του κράτους ο Αρμένιος βασιλιάς Τιγράνης, ο οποίος και κατέλυσε το Σελευκιδικό Βασίλειο. Ωστόσο μετά την ήττα του Τιγράνη από τους Ρωμαίους μια σκιά του προηγούμενου κράτους ανασυστάθηκε υπό τον Αντίοχο ΙΓ’. Σύντομα ξέσπασε νέος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ αυτού και του διεκδικητή Φιλίππου Β’. Τελικά ο Πομπήιος, το 63 π.Χ. κατέλυσε οριστικά το Σελευκιδικό κράτος.

HISTORY POINT