Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2021

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα απέναντι στα προβλήματα της σύγχρονης δημοκρατίας


(Του Γιώργου Σωτηρέλη)

Είναι φανερό ότι τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται έντονος προβληματισμός, στον χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ως προς την στάση του απέναντι στα κρίσιμα προβλήματα που ταλανίζουν την σύγχρονη Δημοκρατία. Πριν...

 
ξεκινήσω όμως την πραγμάτευση του θέματος, σπεύδω να κάνω μια εισαγωγική παρατήρηση, που την θεωρώ εξαιρετικά σημαντική:

Πολλές φορές στον πολιτικό διάλογο χρησιμοποιείται, ενίοτε από άγνοια αλλά συνήθως με σκοπιμότητα, ο όρος «αστική δημοκρατία». Η επιτηδευμένη χρησιμοποίηση γίνεται μάλιστα από δύο πλευρές:

Πρώτον, από τα δεξιά κόμματα, που θέλουν να δείξουν ότι η σύγχρονη δημοκρατία είναι η δημοκρατία που εγκαθίδρυσαν οι αστοί, τους οποίους τα κόμματα αυτά προνομιακά εκπροσωπούν

Δεύτερον, από τα κομμουνιστικά κόμματα -αλλά και από κάποιες κομμουνιστογενείς πολιτικές δυνάμεις- που προσπαθούν να δείξουν ότι αυτή που έχουμε είναι η δημοκρατία των αστών και όχι η αυθεντική, των προλεταρίων. Λες και υπήρξε -ή είναι δυνατόν να υπάρξει- τέτοια δημοκρατία…

Όσο και αν βαυκαλίζονται, όμως, όσοι συμπίπτουν, έστω και από διαφορετικές αφετηρίες, σε μια τέτοια θεώρηση, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική: Το καθεστώς που εγκαθίδρυσαν οι αστοί, μετά την γαλλική επανάσταση, δεν ήταν δημοκρατία αλλά ολιγαρχία, με εξαιρετικά περιορισμένη πολιτική συμμετοχή (αφού ψήφιζε μόνο το 10-20% των ανδρών) αλλά και με επιλεκτική (δηλαδή κολοβή και μερική) κατοχύρωση της ελευθερίας. Τα μόνα δικαιώματα που καθιερώθηκαν ήταν τα οικονομικά, που επισφράγιζαν την επικράτηση του καπιταλισμού, και όσα αποτελούσαν την βιόσφαιρά τους, δηλαδή εξασφάλιζαν αυτό που θα λέγαμε σήμερα ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και εμπορευμάτων. Ούτε δικαιώματα ομαδικής δράσης -συνέρχεσθαι συνεταιρίζεσθαι, συνδικαλισμός, απεργία- ούτε, πολύ περισσότερο, κοινωνικά δικαιώματα. Όσο δε για το κράτος, αυτό περιοριζόταν απλώς στον ρόλο του «νυχτοφύλακα» και παρενέβαινε μόνον όταν κινδύνευαν τα συμφέροντα των εχόντων και κατεχόντων της εποχής.

Πως λοιπόν κατοχυρώθηκε η δημοκρατία όπως την ξέρουμε σήμερα; Ασφαλώς με τους αγώνες του παγκόσμιου δημοκρατικού και σοσιαλιστικού κινήματος, την πολιτική έκφραση του οποίου αποτέλεσαν, από ένα σημείο και μετά, τα κόμματα του δημοκρατικού σοσιαλισμού, δηλαδή τα κόμματα που επέλεξαν τον δρόμο των ειρηνικών κοινωνικοπολιτικών μεταρρυθμίσεων και όχι της επανάστασης για την εγκαθίδρυση δικτατορίας του προλεταριάτου (που κατέληξε βέβαια, όπου επιβλήθηκε, σε σκέτη δικτατορία).

Είναι λοιπόν αυτά τα κόμματα, του δημοκρατικού σοσιαλισμού, που επέβαλαν την καθολική ψηφοφορία, την διεύρυνση των ατομικών δικαιωμάτων και την κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους, δηλαδή την πραγμάτωση των βασικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού.

Με άλλα λόγια, είναι τα κόμματα αυτά που φιλοτέχνησαν, μαζί με αντίστοιχα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα, την σημερινή Δημοκρατία, που είναι και πρέπει να παραμείνει -σκέτα- Συνταγματική Δημοκρατία. Ούτε αστική ούτε προλεταριακή…

******

Δεν έκανα όμως αυτήν την ιστορική αναδρομή μόνο για λόγους πολιτικής ακριβολογίας. Αυτό που κυρίως θέλω να επισημάνω είναι ότι τα κόμματα του δημοκρατικού σοσιαλισμού, -με τα οποία συναντήθηκαν γόνιμα, αργότερα, οι πολιτικές δυνάμεις του ευρωκομμουνισμού και της πολιτικής οικολογίας– έχουν ιστορική υποχρέωση να διαφυλάξουν σήμερα, σαν κόρη οφθαλμού, αυτό που με τόσες προσπάθειες και τόσους αγώνες διεκδίκησαν και εν τέλει επέβαλαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Μα, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, κινδυνεύει πράγματι σήμερα η Δημοκρατία;

Φυσικά και κινδυνεύει. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει, στο ευρύτερο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, τεκτονικές αλλαγές, με σημείο αιχμής την ανάπτυξη και γιγάντωση τεράστιων και εν πολλοίς ανέλεγκτων ιδιωτικών υπερεθνικών οικονομικών κέντρων, που απειλούν όλες τις κατακτήσεις της μεταπολεμικής περιόδου:

– την κυριαρχία και την πολιτική αυτονομία του εθνικού κράτους, που πιέζεται να ξαναγυρίσει στον ρόλο του νυχτοφύλακα,

– τα ατομικά δικαιώματα, που βρίσκονται πλέον υπό την απειλή τεράστιων υπερεθνικών ιδιωτικών εξουσιών, του σύγχρονου Λεβιάθαν όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά

– τα κοινωνικά δικαιώματα, που συρρικνώνονται επιτηδευμένα και συστηματικά, στην μέγγενη της εμπορευματοποίησης των πάντων και της αποθέωσης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Θα το πω πολύ σχηματικά και κατ’ανάγκην ελλειπτικά: Η επιστροφή του αστικού φιλελευθερισμού, με την μορφή του νεοφιλελευθερισμού, βρήκε την ολοκληρωμένη διατύπωσή της στην διαβόητη «συναίνεση της Ουάσιγκτον» και σφράγισε όλα τα τελευταία χρόνια την λειτουργία των διεθνών οικονομικών οργανισμών, θέτοντας τις βάσεις για την επικράτηση μιας νέας ολιγαρχίας: της ολιγαρχίας των διεθνών αγορών.

Τι έκαναν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα απέναντι σε όλες αυτές τις ραγδαίες εξελίξεις; Δυστυχώς απέτυχαν παταγωδώς. Για να το πω μεταφορικά, έχασαν την μπάλλα….

Αρχικά, για να παραφράσω τον ποιητή, δεν ήκουσαν καν την βουή των επερχόμενων γεγονότων: δεν μπόρεσαν ούτε να κατανοήσουν, ούτε να περιορίσουν ούτε να ελέγξουν τις αρνητικές πτυχές της παγκοσμιοποίησης, για να μην πούμε ότι συνέβαλαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην έκρηξη της ασυδοσίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Στην συνέχεια δε, όταν συνειδητοποίησαν τους κινδύνους, ανέπτυξαν πολύ καθυστερημένα και εν πολλοίς παρωχημένα ή/και απρόθυμα αντανακλαστικά.

Πρώτον διότι είχαν μάθει να κινούνται εθνικά ενώ ο οι δυνάμεις της οικονομίας είχαν περάσει σε υπερεθνικό επίπεδο, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδεις ταχύτητες. To αποτέλεσμα ήταν τα κόμματα αυτά να τρέχουν ασθμαίνοντας πίσω από τις εξελίξεις αλλά και να αντιμετωπίζουν την νέα πραγματικότητα με όρους πολιτικού επαρχιωτισμού.

Δεύτερον διότι κάποια από αυτά γοητεύτηκαν από την κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας και διέβησαν τον Ρουβίκωνα, προσχωρώντας σε αγοραίες λογικές και εγκαταλείποντας τις πολιτικές τους ρίζες και τις κοινωνικές τους αναφορές. Έτσι κράτησαν για ένα διάστημα την εξουσία, χάνοντας την ψυχή τους, και στην συνέχεια απώλεσαν την πολιτική ηγεμονία από τις αυθεντικές πλέον αστικοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις της δεξιάς και οδηγήθηκαν σε κρίση και ανυποληψία.

Έπρεπε νάρθει η οικονομική κρίση, ως απότοκος του «αχαλίνωτου καπιταλισμού» και του «φονταμενταλισμού των αγορών», για να ταρακουνηθούν αρχικά και να αφυπνισθούν στην συνέχεια, υπό την πίεση, βέβαια, και νεοανερχόμενων πολιτικών δυνάμεων, είτε της οικολογικής είτε της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Ωστόσο, ούτε η κρίση στάθηκε ικανή να δημιουργήσει, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων, που θα αποκαταστήσει την ηγεμονία του προοδευτικού πολιτικού χώρου και θα δώσει πειστικές απαντήσεις στις προκλήσεις των καιρών, στις οποίες ήρθαν να προστεθούν, απρόσμενα, και αυτές της πανδημίας.


Στο σημείο αυτό, λοιπόν, θέλω να σταθώ. Αν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα επιθυμούν πράγματι να υπερασπισθούν τις δημοκρατικές κατακτήσεις τους πρέπει πρώτα και πάνω από όλα να δουν αναστοχαστικά την πορεία τους, να αναβαπτισθούν στις παραδοσιακές αξίες τους και να επιχειρήσουν νέες πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες, υπό μία διαφορετική πλέον οπτική γωνία.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν είναι «κέντρο» όπως προσπαθούν τα τελευταία χρόνια να μας πείσουν κάποιοι που είτε απλώς μεταλλάχθηκαν (και έκτοτε συμπεριφέρονται σαν την αλεπού με την κομμένη ουρά, στον μύθο του Αισώπου) είτε προετοιμάζουν ιδιοτελώς -και επιμελώς- την προσχώρησή τους στην κεντροδεξιά. Είναι κόμματα της κεντροαριστεράς, αν δεχθούμε αυτόν τον όρο της πολιτικής γεωγραφίας, υπό την έννοια όμως ότι είναι κόμματα της Αριστεράς που ανοίγονται και προς το κέντρο –αυτό σήμαινε ο όρος στην Ιταλία όπου πρωτοχρησιμοποιήθηκε– και όχι κόμματα του κέντρου με μια γαρνιτούρα Αριστεράς. Για να ακριβολογούμε, βέβαια, τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη –συμπεριλαμβανομένου του γερμανικού– αυτοτοποθετούνται απερίφραστα στην Αριστερά και μόνο στην χώρα μας το κόμμα που ήταν η πραγματική πρώτη φορά Αριστερά –αφού ο Αντρέας Παπανδρέου επέλεξε συνειδητά αποφασιστικά ότι δεν θα είναι ο συνεχιστής του κέντρου – παραχώρησε όχι μόνο τον όρο αλλά και τον χώρο στον ΣΥΡΙΖΑ και προσπαθεί να ανταγωνισθεί, εκτός έδρας, την Νέα Δημοκρατία…

Θα μου πείτε έχει σημασία για την Δημοκρατία μια τέτοια προσέγγιση; Βεβαίως και έχει. Διότι είναι το πρώτο συνθετικό αυτών των κομμάτων, ο σοσιαλισμός, που δίνει νόημα και περιεχόμενο, βάθος και προοπτική στο δεύτερο συνθετικό, την Δημοκρατία. Με αυτό το κριτήριο, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι «προοδευτικά» και όχι απλώς «εκσυγχρονιστικά» κόμματα. Ο εκσυγχρονισμός, τελικά, είναι απλή, άκριτη, συχνά ανιστόρητη και συνήθως υποβολιμαία προσαρμογή στα σύγχρονα δεδομένα. Αντίθετα η πρόοδος προϋποθέτει ιδεολογικοπολιτική διήθηση αυτών των δεδομένων, απόχρεμψη των αρνητικών πλευρών τους και αντιμετώπιση των δυσμενών και επικίνδυνων συνεπειών τους, με κριτήριο την υπεράσπιση των δημοκρατικών και κοινωνικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Υπό αυτό το πρίσμα, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα πρέπει να αποτελέσουν, με την ανάληψη γενναίων πολιτικών πρωτοβουλιών, το επίκεντρο ενός νέου προοδευτικού πόλου, που θα συσπειρώσει όλες τις δυνάμεις που μπορούν να στοιχηθούν πίσω από συγκεκριμένα ιδεολογικοπολιτικά προτάγματα:

1. Την υπεράσπιση της ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας όχι μόνο απέναντι στο κράτος αλλά και απέναντι στις ιδιωτικές μεταλλάξεις του εξουσιαστικού φαινομένου, που εμφανίζονται ψευδεπίγραφα σαν εκφάνσεις της ελευθερίας.

2. Την επιστροφή του δημόσιου χώρου, στους τομείς που έχει αποδειχθεί, μετά από διάφορους αποτυχημένους νεοφιλελεύθερους πειραματισμούς, αναντικατάστατος ως προς την προαγωγή του δημόσιου συμφέροντος (όπως συνέβη, για παράδειγμα, με την πανδημία).

3. Την υπεράσπιση, κατ’επέκτασιν, του κοινωνικού κράτους, απαλλαγμένου όμως από τις παρεκτροπές του συντεχνιασμού, που το εκτρέπουν σε «κράτος μαστό», αλλά και εμπλουτισμένο με τις εξαιρετικά χρήσιμες εναλλακτικές επιλογές της κοινωνικής οικονομίας, ο ρόλος της οποίας πρέπει όχι μόνον να αναδειχθεί αλλά και να κατοχυρωθεί συνταγματικά.

4. Την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσω μιας γενναίας αναδιανομής και ιδίως μέσω της διασφάλισης ίσων ευκαιριών στους νέους

5. Την φορολόγηση όλων των εχόντων και κατεχόντων και όχι μόνον εκείνων που τα εισοδήματά τους είναι εξ ορισμού φανερά, προκειμένου να εφαρμοσθεί επιτέλους η συνταγματική επιταγή για αναλογική κατανομή των φορολογικών βαρών.

6. Την ρήξη με τον πολιτικό και κοινωνικό καθεστωτισμό, δηλαδή αφ’ενός με συγκεκριμένα κέντρα του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου, που διαπλέκονται προκλητικά μεταξύ τους –ποδηγετώντας την οικονομία αλλά και την ενημέρωση…– αφ’ετέρου δε με παραφθαρμένους κοινωνικούς θεσμούς, που αναπαράγουν συγκεκριμένες παθογένειες της μεταπολεμικής περιόδου.

7. Την ρήξη με τον πελατειασμό και την πολιτική συναλλαγή, που είναι η γάγγραινα της ελληνικής κοινωνίας, με την υιοθέτηση πραγματικά πρόσφορων και όχι προσχηματικών μέτρων.

8. Την πρόταξη και προάσπιση, πριν είναι πολύ αργά, των κοινωνικών και περιβαλλοντικών αγαθών, απέναντι στις ποικίλες εκφάνσεις του οικονομισμού, του ατομικισμού και των εγωιστικών συμφερόντων.

Όλα αυτά είναι συγκεκριμένες και απτές πολιτικές επιλογές, που συνδέονται αναμφίβολα με την ποιότητα και την αντοχή της σύγχρονης Δημοκρατίας. Αν δε συνδυασθούν και με συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπισης της κρίσης αντιπροσώπευσης και την αναβάθμιση της πολιτικής συμμετοχής, παρέχουν ένα γενικό περίγραμμα μιας πολιτικής στρατηγικής που μπορεί να ξαναφέρει στο επίκεντρο, με όρους πολιτικής ηγεμονίας, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Και είναι το δεύτερο αυτό επίπεδο, το ευρωπαϊκό, αυτό που θα κρίνει τελικά την έκβαση της μάχης για την υπεράσπιση αλλά και την περαιτέρω εμβάθυνση της Δημοκρατίας. Αρκεί, βέβαια, η Ευρωπαϊκή Ένωση να μετεξελιχθεί σε μια πράγματι δημοκρατική υπερεθνική οντότητα, προωθώντας αποφασιστικότερα τις ενοποιητικές διαδικασίες, με ταυτόχρονη υπέρβαση των εγγενών ελλειμμάτων της αλλά και με ενεργότερο πλέον τον ρόλο των ευρωπαϊκών κομμάτων. Διότι μόνον αν η Ευρωπαϊκή Ένωση ενσωματώσει στις μεταφερόμενες αρμοδιότητες των εθνικών κρατών ένα ισοδύναμο κυριαρχίας και δημοκρατίας, μπορεί πράγματι να τις διασώσει σε ένα ανώτερο, υπερεθνικό, επίπεδο. Να εκπληρώσει δηλαδή τον ρόλο του πειστικού και αποτελεσματικού αντιβάρου απέναντι στους διαβρωτικούς ανέμους της παγκοσμιοποίησης, χωρίς ακροδεξιές υστερίες, άκριτες δαιμονοποιήσεις και θλιβερές οιμωγές για «όπισθεν ολοταχώς».

Κλείνω με μια επισήμανση. Δεν είναι τυχαίο το ότι στην χώρα μας εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ο όρος «δημοκρατική παράταξη». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η ΝΔ είναι αντιδημοκρατική, όπως ήταν η ΕΡΕ (αν και έχει ακόμη σημαντικούς τέτοιους θυλάκους). Σημαίνει όμως ότι ο προοδευτικός χώρος, δηλαδή ο χώρος της πραγματικής Κεντροαριστεράς, ήταν και πρέπει να συνεχίσει να είναι ο προνομιακός υπέρμαχος και υπερασπιστής της Δημοκρατίας, διότι δεν αντιλαμβάνεται τυπικά αλλά ουσιαστικά την έννοια της και την προοπτική της. Ιδίως δε διότι, σε αντίθεση με τις δεξιές και κεντρο-φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις, ο χώρος αυτός όχι μόνον επέβαλε αλλά και εξακολουθεί να εμφορείται από τις αξίες και τα προτάγματα της κοινωνικής Δημοκρατίας, η οποία, για να θυμηθώ τον αείμνηστο Δάσκαλό μου Αριστόβουλο Μάνεση, «δεν ήρθε καταλύσαι αλλά πληρώσαι την πολιτική δημοκρατία και τον συνταγματικό φιλελευθερισμό».