Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2023

Οι Νοτιάδες ...



(Του Μάρκου Μπόλαρη)

Ανηφορίζαμε, ένα άσπρο καίκι με μπουρτούρα μιά γαλάζια και μιά κόκκινη λωρίδα, μας έχει αποβιβάσει...  


 

στον αρσανά, καλοκαίρι και μεσημέρι, ντάλα ο ήλιος πάνω απ' τα κεφάλια μας, ο Γιούλης ημίγυμνος, καταπώς τον ζωγράφισε ο Γιάννης Τσαρούχης, τζιτζίκια τριζομανούν, αχέτες λέει ο Αριστοφάνης, ήγουν φωνακλάδες από το ήχος, ηχέτης και δωρικώς αχέτης, ανηφορίζαμε κάθιδροι, οι βράχοι έχουν πυρώσει, το μονοπάτι μας κινείται φιδωτά κι ανεβαίνει μέσα από το γκρίζο που βαθαίνει σε μολυβί, το μολυβί που μεριές μεριές σκουραίνει σε μαύρο, γκρί που κάποτε ξασπρίζει, αποχρώσεις των ριζιμιών βράχων , βράχων που αναδύονται σχεδόν κατακόρυφα από την θάλασσα, κι είναι μπροστά μας τα μεγαλύτερα βάθη του Αιγαίου, ανύσταχτη θάλασσα, τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα, ισχυρίζεται ο Σολωμός, τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν, έτσι κι εδώ στον Ακράθωνα , ανύστακτος ο μέλας πόντος ποτέ δεν ησυχάζει, πόντος φιλοξενών τον βύθιο δράκοντα, ός εμπαίζει αυτόν εις τον αιώνα, βράχων που αναδύονται από τα συθέμελα του κόσμου κι υψώνονται καταμεσής του πελάγου από την εποχή της τιτανομαχίας μέχρι τα δυό χιλιάδες τριάντα τρία μέτρα, ωσάν μεροβίγλι εποπτεύον το Αιγαίο, ωσάν φρυκτωρία να στέλνει φώς και μηνύματα στους καιρούς και τους βροτούς, ανηφορίζαμε κι η κάψα των βράχων πολλαπλασιάζει την ζέστα του Γιούλη, δροσιστήκαμε σε μιά νερομάννα στην Σκήτη της Αγι Άννας, μουσκέψαμε στον ίδρω, όσο ανεβαίναμε τόσο η αναμέτρηση με το θεόρατο μπόι των βράχων φοβερότερη, ανεβαίναμε, στο χείλος γκρεμνών στριφογύριζε έρποντας το μονοπάτι, γρεμνά 'ναι μας οι τόποι μας, τραγουδά ο ριζίτης της Μαδάρας, κι όσο ανεβαίναμε κι όσο αναμετριόμαστε με χάος το ανείπωτο του χάσκοντος εγκρεμνού, τόσον η θέα ωράιζε , τόσο τα μάτια ξάνοιγαν τα πέλαγα, αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος, δαβιτικώς σιγομουρμούριζα, κοντοσταθήκαμε στο διάσελο, αντικρύς σα σμάρι πάπιες οι Σποράδες, η Κυρά Παναγιά κι η Γιούρα, το Πιπέρι κι η Αλόνησος, πιό πίσω η Περιστέρα κι η Σκόπελος , να κι η Σκιάθος, κοντοσταθήκαμε στον ανελέητο ήλιο μεσούντος Ιουλίου μηνός και την έγνοια αυτού του Λαού, την εναγώνια αναζήτησή του γιά το φώς ή μήπως το Φώς, έφερα κατά νούν κι ήρθε αρωγός ο Γιώργος Σεφέρης, σαν νά 'ταν συνοδοιπόρος μας, σαν να συνανέβαινε γιά να ατενίσει από τα Αθωνίτικα ύψη την άλλη μπάντα του Αιγαίου, τα χώματα της Ιωνίας, την Σμύρνη και τα Βουρλά, ή μήπως την Αιολίδα γή το Αιβαλή και την Πέργαμο, αρωγός έδραμε τούτος ο διπλωμάτης της Ποίησης και τον στίχο μου δάνεισε ,

"Αγγελικό και μαύρο φώς, γέλιο των κυμάτων

στις δημοσιές του πόντου ..."!

Φτάναμε, κάθιδροι, ηλιοκαμμένοι, αγγελικό και μαύρο φώς, κόλλησε η γλώσσα πάλι, στέγνωσε, το προσκοπικό τζόκει μούσκεψε, ένα κατηφοράκι, φτάσαμε και ξανοίχτηκε μπροστά μας η απλωσιά του πελάγου, μεσοπέλαγα αρμενίζω, αίσθηση μας χαρίζεται ενός πλού στους καιρούς και τους χρόνους, χρύσωσε το Αιγαίο, κι ο Σεφέρης με την δική του πέννα, λιτή μα ευθύβολη πάντα, της έσω πορείας κι αναμέτρησης πρακτικογράφος, συνοψίζει "καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες πανιά και ξύλα υγρά και χρώματα πελαγίσια ", διαβαίνουμε την ξώπορτα, ανθισμένα γιασεμιά ζώναν το σπίτι κι καθίσαμε να πάρουμε ανάσες στο ξύλινο παγκάκι κάτω από την κληματαριά, ένα ποτηράκι τσίπουρο για να κοπεί ο ιδρώτας, ένα λουκούμι γιά νε έρθουν στα ίσα τα ζάχαρα, ένας καφές γιά φρεσκάρει ο νούς, το "ευλογείτε" με το ποτήρι του νερού, στο καλύβι των ασκητών της Μικραγιάννας αβραμιαία η φιλοξενία πάντοτε, το κατά δύναμιν, ετοιμαζόντουσαν να εσπερίσουν στον ναίσκο που λειτουργεί μέσα στη σπηλιά Διονυσίου του ρήτορος και Μητροφάνους, αφήσαμε τα σακκίδια και κατηφορίσαμε, ανάψαμε μελισσοκέρι, παραδοθήκαμε στην εσπερινή κατάνυξη, στη σκιερή ατμόσφαιρα του δροσερού σπηλαίου, στην ευωδία του αγιονορείτικου θυμιάματος, στην μελωδία ενός ιλαρού φωτός που γλυκόλαλα ανήγγειλε ο μοναχός Σπυρίδων, Φώς ιλαρόν αγίας δόξης, απόγευμα του Ιούλη, στα ακράνυχα του γέρο Άθωνα περιπολεύοντες, βιγλάτορες του πόντου και των αιώνων, άλλης εμπειρίας μέτοχοι γινόμαστε !

Ανεβήκαμε από το σπήλαιο των ασκητών στην απλωταριά , τι πορεία κι αυτή του ανθρώπου από το σκοτεινό σπήλαιο στο φώς, τι έγνοια κι εναγώνια αναζήτηση του φωτός σ' αυτόν τον τόπο, ένα ποτήρι δροσερού ύδατος αναψύξεως μας πρόσφεραν κι εκεί το πρώτον γνώρισα τον παππού, πώς να σας το διηγηθώ, απορεί πάσα γλώσσα, γνώρισα τον Γερασιμάκη, κόντευε στα ογδόντα μα οι Αγιονορείτες με το παιδικό του προσωνύμιο τον προσφωνούσαν, κι άς ήταν από δεκαετίες λευκασμένος, κι άς ήταν από δεκαετίες Πατριαρχικώ κελεύσματι χρυσορρήμων Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, κι άς ήταν ο σεβάσμιος Γέροντας πολυπληθούς συνοδείας, τούτος ήταν ο απλούς, ο καταδεκτικός, ο γεμάτος αγάπη, φωτεινό πρόσωπο, φωτεινό χαμόγελο, φωτεινός όλος, ο Γέροντας Γεράσιμος!

Κι ύστερα , αφού το φώς αυτού του προσώπου, φώς ειρηνικό, μας έλουσε, σημειωθήτω εφ' ημάς το φώς του Προσώπου Σου Κύριε, παραδοθήκαμε , κάτω από την κληματαριά κι ενώ ο ήλιος στη μεριά του Ολύμπου ζυγιαζόνταν γιά να δύσει, παραδοθήκαμε σε μιά ξενάγηση, στον τόπο και στον χρόνο, από τα χείλη τούτου του φωτοειδούς παππούλη, μιά ξενάγηση νοερή και πνευματική, με ξεναγό τον χαρισματικό και εν ταυτώ ταπεινό υμνογράφο, όπου ο Νικηφόρος Φωκάς συμφωνούσε με τον Τραπεζούντιο Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, γιά την ανέγερση της Λαύρας στον Άθωνα, ο Ιωάννης ο Τσιμισκής δολοφονούσε τον Νικηφόρο και μεριμνούσε γιά τα αγιονορείτικα επί δέρματος Τράγου, έως τα νύν σωζομένου, νομοθετών, τους δρόμωνες τους ρωμαίικους μας έδειξε να ιστιοπλοούν, τις γενοβέζικες και βενετσιάνικες γαλέρες ν' αρμενίζουν, τους ασκητές Διονύσιο και Μητροφάνη , συν Αγαπίω τω Λάνδω, να εύχονται γονυκλινώς στα σπήλαια και τις οπές της γής γιά να σωθεί το Γένος των Ρωμιών από την πικρή σκλαβιά, και να γίγνονται μέτοχοι θαβωρείου φωτός, α ! ξενάγηση , παρά τους πόδας Γαμαλιήλ βρεθήκαμε, στις υπώρειες του γέρο Άθωνα καθώς σουρούπωνε Ιουλίου μηνός κρατούντος, Άθωνος τάχα ή Θαβώρ στις υπώρειες, μετεμορφώθης εν τω όρει

κι οι μαθηταί σου είδον καθώς ηδύναντο, Φώς αοίδιον, και πώς να το ιδείς, έγνοια κι αναζήτηση Φωτός, Αγγελικό και μαύρο φώς, ψάχνει ο Σεφέρης, πέφτεις μπρούμητα μη δυνάμενος φέρων, αναζήτηση ύπαρξης, πορεία από το σπήλαιο του Πλάτωνα στο φώς, άστραψε φώς και γνώρισε ο νιός τον εαυτό του, σπεύδει να προσθέσει Ζακύνθιος ο Σολωμός, ο Επιφανείς και τον κόσμον Φωτίσας, τι ξενάγηση, Χριστέ μου, νύχτωσε , δεν νοιαζόμουν γιά τα λόγια, το φώς , τούτο το Φώς του προσώπου αρκούσε, είχαν καταργηθεί τα επιχειρήματα, πού να πάμε, είμαστε πάρα πολύ καλά εδώ, γιατί να κοιμηθούμε, καλόν ώδε ημάς είναι, ποιήσωμεν σκηνάς, στη Μικραγιάννα, στους βράχους, τους ριζιμιούς πάνω απ' τα πέλαγα, στη βίγλα της ιστορίας, βιγλάτορας της θεολογίας, ο παππούς ο Γεράσιμος, το βορειοηπειρωτάκι, ο Γερασιμάκης, πάνω από χαρίσματα, ο Υμνογράφος, τη ταπεινώσει τα υψηλά, συνόμιλος των αγγέλων, συνοδοιπόρος των σπηλαιωτών πατέρων του, φώς οικών, εννοώ, Φώς οικών,

Φωτός κατοικητήριον ...

Κι η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε κι η Εκκλησία υποκλίθηκε, μα τούτος, σαν τον κυρ Αλέξανδρο τον Παπαδιαμάντη, σκύβαλα ταύτα πάντα ενόμιζε, την άλλη θεωρία διώκων, γιαυτό όταν ασθενής ο παππούς πορευόταν προς την έξοδο , παρεκάλεσα τους διακονούντας να με ενημερώσουν ώστε να μπορέσω ν' ανάψω κερί στην εξόδια ακολουθία του, μ' ενημέρωσαν πώς είχε ήδη προείπει ένα μήνα πριν πώς στην κηδεία του δεν θα τους κούραζε, αφού δεν θα 'ναι πολύς ο κόσμος λόγω σφοδρής κακοκαιρίας !

Την ημέρα που κοιμήθηκε, αρχές του Δεκέμβρη πρίν τριάντα και χρόνους,

ο Γέρο Γεράσιμος ο Υμνογράφος, ο νύν εν Αγίοις καταταχθείς Όσιος,

τα άνω ζητών εκ νεότητος, που πέταξε σαν αητός απ' την αετοφωλιά την κρυμμένη στους βράχους της Μικραγιάννας, τους βράχους που πυρώνουν τον Γιούλη και παγώνουν το καταχείμωνο,

το Λιμεναρχείο της Δάφνης στ' Αγιονόρος είχε εκδώσει απαγορευτικό απόπλου των πλοίων λόγω των μανιασμένων νοτιάδων ..