Οι θεωρίες συνωμοσίας γύρω από τον θάνατό του
Το πρωί της Τετάρτης (28/1) τελέστηκε επιμνημόσυνη Δέηση στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών για την συμπλήρωση 18 ετών από την εκδημία του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.
Στη συνέχεια τελέστηκε τρισάγιο στον τάφο του.
Στην...
τελετή συμμετείχαν οι Μητροπολίτες Κερκύρας Νεκτάριος, Σερρών Θεολόγος, Πειραιώς Σεραφείμ, Σύρου Δωρόθεος, Κυθήρων Χρυσόστομος, και ο Βρεσθένης Θεόκλητος.

Η κοίμησή του έκλεισε μία ολόκληρη εποχή
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα στις 28 Ιανουαρίου 2008, αφήνοντας πίσω του ένα έντονο αποτύπωμα τόσο στην εκκλησιαστική πραγματικότητα όσο και στον δημόσιο βίο της χώρας.
Για πολλούς, με την κοίμησή του έκλεισε μια ολόκληρη εποχή, φορτισμένη με παρεμβάσεις, συγκρούσεις και λόγο που ξεπερνούσε τα στενά όρια της Εκκλησίας.

Η φράση του, «Είμαι ο Χριστόδουλός σας», δεν λειτούργησε απλώς ως σύνθημα. Καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη ως μια δήλωση οικειότητας, που εξέφραζε την πρόθεσή του να βρίσκεται κοντά στον κόσμο και να συνομιλεί μαζί του χωρίς αποστάσεις.
Ακόμη και σήμερα, χρόνια μετά τον θάνατό του, επανέρχεται αυθόρμητα το ερώτημα: «Αν ζούσε ο Χριστόδουλος, θα γίνονταν όλα αυτά;».
Ίσως επειδή η παρουσία του, ο δημόσιος λόγος και η στάση του απέναντι στα γεγονότα άφησαν ίχνη που δεν σβήστηκαν με τον χρόνο.

Ο Χριστόδουλος δεν ταυτίστηκε ποτέ με την εικόνα ενός «ήσυχου» προκαθημένου. Από την πρώτη στιγμή της ενθρόνισής του, στις 9 Μαΐου 1998, κατέστη σαφές ότι δεν επρόκειτο να περιοριστεί σε τυπικά ή διαχειριστικά καθήκοντα.
Ο λόγος που εκφώνησε τότε προκάλεσε αίσθηση και χάραξε τη γραμμή μιας Εκκλησίας παρούσας στον δημόσιο διάλογο, με ξεκάθαρη άποψη για την κοινωνία, τη νεολαία, την Ευρώπη και την Ελλάδα.
Υποστήριξε έναν κλήρο ενεργό και κοινωνικά ευαίσθητο, που θα στέκεται δίπλα σε κάθε άνθρωπο που δοκιμάζεται. Έδωσε ιδιαίτερο βάρος στους νέους, τους οποίους δεν αντιμετώπισε ως πρόβλημα αλλά ως προοπτική, ζητώντας συγγνώμη για τα λάθη των προηγούμενων γενεών και καλώντας τους να πλησιάσουν την Εκκλησία «ακόμα και με το σκουλαρίκι».

Δεν δίστασε να μεταφέρει την Εκκλησία στον χώρο της καθημερινότητας, υιοθετώντας έναν άμεσο και συχνά αιχμηρό λόγο, πάντοτε όμως αναγνωρίσιμο και προσωπικό.
Αυτή η στάση τον κατέστησε εξαιρετικά δημοφιλή, αλλά ταυτόχρονα και έντονα διχαστική φυσιογνωμία. Απέκτησε πιστούς υποστηρικτές, αλλά και σφοδρούς επικριτές. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και όσοι διαφωνούσαν μαζί του αναγνώριζαν ότι δεν απέφευγε τη σύγκρουση.
Όπως είχε επισημάνει χαρακτηριστικά ο Μητροπολίτης Κερκύρας Νεκτάριος, αναφερόμενος στα χρόνια της πανδημίας, «ο Χριστόδουλος δεν θα κρυβόταν».
Η περίοδος της αρχιεπισκοπίας του συνέπεσε με κρίσιμες καμπές για τη χώρα. Η αντιπαράθεσή του με την κυβέρνηση του Κώστας Σημίτης για την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες εξελίχθηκε σε μία από τις πιο έντονες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της μεταπολίτευσης.
Ο Χριστόδουλος κατάφερε να κινητοποιήσει εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, να οργανώσει συλλαλητήρια πρωτόγνωρης μαζικότητας και να φέρει την Εκκλησία στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Ο λόγος του ήταν ωμός και χωρίς υπεκφυγές. Αναφερόταν σε «άθεη ιντελιγκέντσια» και σε κύκλους που, όπως υποστήριζε, υπονομεύουν τα εθνικά θεμέλια της χώρας.
Η πιο χαρακτηριστική του τοποθέτηση ήταν η εξής: «Κύκλοι της άθεης ιντελιγκέντσιας και όχι μόνον αυτοί, απέκτησαν κυβερνητική φωνή και δύναμη και παρέσυραν τον πρωθυπουργό. Οι θιασώτες του εκκοσμικευμένου και άθεου κράτους διατείνονται ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να ασκεί δημόσια επιρροή».
Οι θεωρίες συνωμοσίας γύρω από τον θάνατό του
Ο Χριστόδουλος εκοιμήθη ύστερα από μακρά μάχη με τον καρκίνο, σε ηλικία 69 ετών. Ο θάνατός του, ωστόσο, δεν συνοδεύτηκε μόνο από πένθος.
Γύρω από την απώλειά του αναπτύχθηκε πλήθος θεωριών συνωμοσίας, σύμφωνα με τις οποίες ο Αρχιεπίσκοπος υποτίθεται ότι στοχοποιήθηκε επειδή ενοχλούσε τη «Νέα Τάξη Πραγμάτων».
Σενάρια περί δηλητηρίασης, «φυτεμένου» καρκίνου ή συγκάλυψης κυκλοφόρησαν ευρέως και εξακολουθούν κατά καιρούς να αναπαράγονται.
Στην πράξη, τίποτα από αυτά δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Τα ιατρικά δεδομένα ήταν σαφή, όπως και οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν.
Ωστόσο, οι θεωρίες αυτές μαρτυρούν το εύρος της απήχησής του: ένα μέρος της κοινωνίας δυσκολεύτηκε να αποδεχθεί ότι έφυγε απλώς λόγω ασθένειας. Τόσο βαθιά υπήρξε η ταύτιση.
Το μήνυμα που άφησε πίσω του παραμένει ζωντανό: πίστη, ταυτότητα, προσωπική ευθύνη, ελευθερία της συνείδησης.
«Μείνατε εδραίοι και αμετακίνητοι σε όσα μάθατε», συνήθιζε να λέει. Είτε συμφωνούσε είτε διαφωνούσε κανείς μαζί του, ο Χριστόδουλος υπήρξε μια ισχυρή προσωπικότητα που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία απευθυνόταν στην κοινωνία.
Ίσως γι’ αυτό, κάθε 28η Ιανουαρίου, το ίδιο ερώτημα επιστρέφει.
Όχι γιατί όλοι θα ήθελαν έναν ίδιο Χριστόδουλο, αλλά επειδή πολλοί αναγνωρίζουν ότι υπήρξε ένας Αρχιεπίσκοπος που δεν φοβήθηκε να πάρει θέση, να συγκρουστεί, να αγαπηθεί και να μισηθεί.
