Μία πολύ σημαντική δικαστική απόφαση του Εφετείου...
Πειραιά, έκρινε μη νόμιμη την τοποθέτηση καμερών παρακολούθησης σε κοινόχρηστους χώρους χωρίς τη συναίνεση των υπολοίπων ενοίκων.
Η υπόθεση αφορά διαφωνία μεταξύ ιδιοκτητών διαμερισμάτων σε πολυκατοικία στον Πειραιά.
Ο ενάγων κατήγγειλε ότι γείτονές του είχαν εγκαταστήσει κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης (CCTV) με τέσσερις περιστρεφόμενες κάμερες, οι οποίες κατέγραφαν κοινόχρηστους χώρους και σημεία πρόσβασης στο διαμέρισμά του.
Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου Πειραιά (αριθμός 328/2018), οι κάμερες παρακολουθούσαν τη μοναδική είσοδο του ενάγοντος, τμήμα του μπαλκονιού του, την είσοδο του κοινοχρήστου πάρκινγκ και τον χώρο μπροστά από αυτό, καθώς και την είσοδο και τον εσωτερικό χώρο της πολυκατοικίας.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η εγκατάσταση των καμερών προσέβαλε ουσιώδεις πτυχές της προσωπικότητας του ενάγοντος, καθώς, όπως αναφέρει η απόφαση, «οι εναγόμενοι είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν ανά πάσα στιγμή τις κινήσεις του και να λαμβάνουν εικόνα του χωρίς τη συναίνεσή του».
Η αίσθηση συνεχούς παρακολούθησης, σύμφωνα με το δικαστήριο, περιόριζε αδικαιολόγητα την ελευθερία κινήσεων και την ιδιωτική του ζωή.
Το Εφετείο επισήμανε ότι η λειτουργία του συστήματος παρακολούθησης πραγματοποιήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες από τον νόμο προϋποθέσεις, όπως η ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, η γνωστοποίηση στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και η τήρηση προθεσμίας διατήρησης του υλικού.
Επιπλέον, το δικαστήριο υπογράμμισε ότι «σε περίπτωση υποψίας εγκληματικής ενέργειας, ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν δικαιούται να εγκαταστήσει σύστημα βιντεοεπιτήρησης υποκαθιστώντας τις αρμόδιες διωκτικές αρχές».
Μόνο οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να προβούν σε τέτοιες ενέργειες στο πλαίσιο διερεύνησης εγκλημάτων.
Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, επιβάλλοντας στους εναγόμενους την υποχρέωση να καταβάλουν στον ενάγοντα 5.869,40 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, με νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.
Παράλληλα, διατάχθηκαν να αφαιρέσουν τις κάμερες από τους κοινόχρηστους χώρους και να απέχουν στο μέλλον από κάθε παρόμοια ενέργεια, με την απειλή χρηματικής ποινής 200 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός για κάθε παράβαση.
Η απόφαση στηρίζεται σε συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας της προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής (άρθρα 2 παρ. 1, 9Α, 19 παρ. 3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος), καθώς και στις διατάξεις του νόμου 2472/1997 για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της Οδηγίας 1/2011 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων.
Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι η εγκατάσταση έγινε για λόγους ασφάλειας, κρίνοντας ότι ο σκοπός αυτός δεν αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης, καθώς η προστασία αυτή πρέπει να επιτυγχάνεται μόνο στο πλαίσιο των νόμιμων διαδικασιών.
Συνολικά, η απόφαση του Εφετείου Πειραιά επιβεβαιώνει ότι η παρακολούθηση κοινόχρηστων χώρων πολυκατοικίας από ιδιώτες χωρίς συναίνεση και χωρίς άδεια των αρμόδιων αρχών συνιστά παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και προσβολή της προσωπικότητας.
Η υπόθεση αφορά διαφωνία μεταξύ ιδιοκτητών διαμερισμάτων σε πολυκατοικία στον Πειραιά.
Ο ενάγων κατήγγειλε ότι γείτονές του είχαν εγκαταστήσει κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης (CCTV) με τέσσερις περιστρεφόμενες κάμερες, οι οποίες κατέγραφαν κοινόχρηστους χώρους και σημεία πρόσβασης στο διαμέρισμά του.
Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου Πειραιά (αριθμός 328/2018), οι κάμερες παρακολουθούσαν τη μοναδική είσοδο του ενάγοντος, τμήμα του μπαλκονιού του, την είσοδο του κοινοχρήστου πάρκινγκ και τον χώρο μπροστά από αυτό, καθώς και την είσοδο και τον εσωτερικό χώρο της πολυκατοικίας.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η εγκατάσταση των καμερών προσέβαλε ουσιώδεις πτυχές της προσωπικότητας του ενάγοντος, καθώς, όπως αναφέρει η απόφαση, «οι εναγόμενοι είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν ανά πάσα στιγμή τις κινήσεις του και να λαμβάνουν εικόνα του χωρίς τη συναίνεσή του».
Η αίσθηση συνεχούς παρακολούθησης, σύμφωνα με το δικαστήριο, περιόριζε αδικαιολόγητα την ελευθερία κινήσεων και την ιδιωτική του ζωή.
Το Εφετείο επισήμανε ότι η λειτουργία του συστήματος παρακολούθησης πραγματοποιήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες από τον νόμο προϋποθέσεις, όπως η ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, η γνωστοποίηση στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και η τήρηση προθεσμίας διατήρησης του υλικού.
Επιπλέον, το δικαστήριο υπογράμμισε ότι «σε περίπτωση υποψίας εγκληματικής ενέργειας, ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν δικαιούται να εγκαταστήσει σύστημα βιντεοεπιτήρησης υποκαθιστώντας τις αρμόδιες διωκτικές αρχές».
Μόνο οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να προβούν σε τέτοιες ενέργειες στο πλαίσιο διερεύνησης εγκλημάτων.
Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, επιβάλλοντας στους εναγόμενους την υποχρέωση να καταβάλουν στον ενάγοντα 5.869,40 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, με νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.
Παράλληλα, διατάχθηκαν να αφαιρέσουν τις κάμερες από τους κοινόχρηστους χώρους και να απέχουν στο μέλλον από κάθε παρόμοια ενέργεια, με την απειλή χρηματικής ποινής 200 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός για κάθε παράβαση.
Η απόφαση στηρίζεται σε συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας της προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής (άρθρα 2 παρ. 1, 9Α, 19 παρ. 3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος), καθώς και στις διατάξεις του νόμου 2472/1997 για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της Οδηγίας 1/2011 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων.
Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι η εγκατάσταση έγινε για λόγους ασφάλειας, κρίνοντας ότι ο σκοπός αυτός δεν αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης, καθώς η προστασία αυτή πρέπει να επιτυγχάνεται μόνο στο πλαίσιο των νόμιμων διαδικασιών.
Συνολικά, η απόφαση του Εφετείου Πειραιά επιβεβαιώνει ότι η παρακολούθηση κοινόχρηστων χώρων πολυκατοικίας από ιδιώτες χωρίς συναίνεση και χωρίς άδεια των αρμόδιων αρχών συνιστά παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και προσβολή της προσωπικότητας.
