Για τις αναφορές Ανδρουλάκη, Φάµελλου, Καραµανλή, Βενιζέλο
κατά της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της
κατά της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της
Πρώην γενικού διευθυντή Οικονομικού ΔΕΗ
Α. Ο γράφων το παρόν απέστειλε στην...
Α. Ο γράφων το παρόν απέστειλε στην...
“Καθημερινή” την πιο κάτω επιστολή που δημοσιεύτηκε στις 24 Δεκεμβρίου 2025 με τίτλο “Επιθέσεις πολιτικών κατά Δικαιοσύνης”.
Πρώτον: Οι επιθέσεις των Νίκου Ανδρουλάκη και Σωκράτη Φάμελλου κατά της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της είναι γνωστές και παλιές.
(α) Ο μεν κ. Φάμελλος συνεχίζει την παράδοση των προκατόχων του Αλέξη Τσίπρα και Στέφανου Κασσελάκη.
(β) Ο κ. Ανδρουλάκης όμως, με τα “δεν εμπιστεύομαι τη ∆ικαιοσύνη”, Έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη μου προς τη Δικαιοσύνη”,“Υπάρχει ζήτημα με την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης”, δείχνει να απαρνιέται την παράδοση των πριν από αυτόν προέδρων του ΠΑΣΟΚ που σέβονταν τη ∆ικαιοσύνη.
Ηχηρά παραδείγματα του σεβασμού τους αυτού:
- Η στάση του Ανδρέα Παπανδρέου στην υπόθεση Κοσκωτά το 1988-89.
- Η στάση του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη και του υπουργού Δικαιοσύνης Ευάγγελου Γιαννόπουλου, όταν το ΣτΕ διέκοψε την κατασκευή της 3ης Γραμμής Μεταφοράς 400 KV Βορρά–Νότου της ∆ΕΗ.
Τότε, ούτε ο πρωθυπουργός ούτε ο υπουργός Δικαιοσύνης αντέδρασαν στην αιχμηρή παρατήρηση του προέδρου του Ε΄ τμήματος του ΣτΕ: “Δεν επιτρέπεται το δικαστήριο να γνωστοποιήσει οποιοδήποτε στοιχείο ή να ελεγχθεί για τον χειρισμό υπόθεσης που εκκρεμούσε σ’ αυτό. Ο χειρισμός μιας εκκρεμούς υπόθεσης είναι θέμα που ανάγεται αποκλειστικώς στις αρμοδιότητες του δικαστηρίου”.
Δεύτερον: Οι αοριστολογικές αναφορές των κ.κ. Καραμανλή Κώστα και Βενιζέλου Ευάγγελου στη Δικαιοσύνη και στους Δικαστικούς Λειτουργούς, κατά την εκδήλωση της εφημερίδας “Δημοκρατία” στις 8.12.2025, προκαλούν απορίες.
(α) Είπε ο κ. Καραμανλής: “Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων πολιτικών αρχηγών, υπουργών, ανώτερων στρατιωτικών, δημοσιογράφων και άλλων δεν έπεισε [ποιους άραγε;] ότι δόθηκαν απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα που προέκυψαν, αναφορικά με τη νομιμότητα, την σκοπιμότητα, τους λόγους που έγιναν, τις εγκρίσεις που δόθηκαν, το περιεχόμενό τους”.
(β) Είπε ο κ. Βενιζέλος: “Η κοινωνία προσλαμβάνει μια ασύμμετρη εικόνα της Δικαιοσύνης. Αναμφίβολα η συντριπτική πλειονότητα των δικαστικών λειτουργών υπηρετεί την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ενώ γίνονται βήματα ως προς την επιτάχυνση των δικών. Ολες όμως οι εμβληματικές υποθέσεις εξελίσσονται εκ των πραγμάτων με τρόπο που καλλιεργεί την κοινωνική πεποίθηση [ποιος και πώς εκφράζει την “κοινωνική πεποίθηση”;] ότι κυριαρχεί η αδιαφάνεια και η συγκάλυψη. Ο πολίτης παρακολουθεί τις ημέρες αυτές να διεξάγεται στο ακροατήριο του Πλημμελειοδικείου, δηλαδή με πολύ ελαφρές κατηγορίες [κατηγορίες που έχει προσδιορίσει ο αρμόδιος “δικαιοκρατικός δικαστής”, τη λειτουργία του οποίου έχει περιγράψει ο Ευ. Βενιζέλος (βλ. πιο κάτω παρ. 4)], η δίκη για την υπόθεση των υποκλοπών στην οποία γίνονται εντυπωσιακές αποκαλύψεις που δεν μπορούν να εκκαθαριστούν από το συγκεκριμένο δικαστήριο”. [το οποίο δεν έχει μέχρι σήμερα αποφασίσει για την υπόθεση αυτή].
Τρίτον: Οι αοριστολογικές αυτές αναφορές επέτρεψαν στον κ. Φάμελλο να επισημάνει:“Και όλα αυτά για την κρίση Δικαιοσύνης δεν τα λέει μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Τα λένε και δύο πρώην πρωθυπουργοί από τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας. Τα λέει ο κ. Καραμανλής, τα λέει και ο κ. Σαμαράς”.
Τέταρτον: Ο κ. Βενιζέλος, στο μνημειώδες έργο του “Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας” (Εκδόσεις Πατάκη, σελίδες 518),σημειώνει:
- “Ο δικαιοκρατικός δικαστής. Είναι αυτός που λειτουργεί βεβαίως εν ονόματι του ελληνικού λαού, αλλά δε σύρεται από τη βούληση της κοινής γνώμης*. Δεν είναι ο αρεστός δικαστής, δεν είναι ο 'τιμωρός' δικαστής, αλλά είναι ο δικαστής που αντιστέκεται στον εύκολο καθημερινό λόγο της κοινής γνώμης και διατυπώνει έναν λόγο εγγυητικό των δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου” (σελ. 337).
- “Δίκαιο τελικά είναι αυτό που ο δικαστής απαγγέλει ως δίκαιο στη δικαστική του απόφαση” (σελ. 336).
- “Η θεσμική και επίσημη παρέμβαση της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας στο ελληνικό δικαστικό σύστημα είναι μία από τις μικρότερες διεθνώς" (σελ. 310).
Πέμπτον: Το Σύνταγμα ορίζει: “Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους”.
Αυτό το συνταγματικό “μόνο” εφαρμόζουν οι δικαστικοί λειτουργοί, όταν αγνοούν, τις επιθέσεις, ύβρεις, διαδηλώσεις, κριτική, απόψεις, διαφόρων αλλά και το “κοινό περί δικαίου αίσθημα” (ποιας τάξης; πώς ορίζεται νομικώς και κοινωνικώς;).
* Λέγεται ότι ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε πει για την “κοινή γνώμη”: “The public opinion is formed by the published opinion”.
Β. Εκτός από τις απορίες που διατυπώνονται στο μέρος Α του παρόντος, απορίες προκαλεί και το γεγονός ότι οι περί της Δικαιοσύνης αοριστολογικές αναφορές των κ.κ. Καραμανλή Κώστα και Βενιζέλου Ευάγγελου –που παρουσιάστηκαν κατά τον εορτασμό των 15 χρόνων κυκλοφορίας μιας εφημερίδας –αναφέρονται αποκλειστικά στην περίοδο της διακυβέρνησης της Χώρας από τις κυβερνήσεις του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη.
Παρότι οι παθογένειες της Δικαιοσύνης αποτελούν ένα διαρκές φαινόμενο 150 ετών, όπως δείχνουν και πολλά κείμενα κριτικής δικαστικών λειτουργών, πανεπιστημιακών, πολιτικών, δικηγόρων, δημοσιογράφων κ.α. που έχουν γραφτεί από το 1876 ως το 2016 **.
Ελάχιστες διαπιστωτικές προτάσεις από μερικά από τα κείμενα αυτά:
- Γεωργίου Ν. Φιλάρετου, υπουργού Δικαιοσύνης, βουλευτή, δικηγόρου: “Η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί διότι εισέδεισεν ο σάραξ των προσωπικών κομμάτων” (1891).
- Μιχάλη Π. Σταθόπουλου, καθηγητή Νομικής Σχολής Αθηνών, μέλους Ακαδημίας Αθηνών, υπουργού Δικαιοσύνης : “Χρειαζόμαστε και ποιοτικά καλύτερη και ταχύτερη Δικαιοσύνη” (2002).
- Στέφανου Α. Ματθία, προέδρου Αρείου Πάγου: “Στη Χώρα μας η Δικαιοσύνη έχει μείνει θεσμικά ανολοκλήρωτη” (2002).
- Σωτηρίου Μπάγια, εισαγγελέως Εφετών, προς Υπουργό Δικαιοσύνης Σωτήρη Χατζηγάκη: “Τα συσσωρευμένα εδώ και πολλές δεκαετίες προβλήματα της Δικαιοσύνης δεν μπορούν να επιλυθούν με ευκαιριακά και χωρίς προγραμματισμό μέτρα” (2007).
- Κώστα Χ. Χρυσόγονου, καθηγητή Νομικής Σχολής Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ευρωβουλευτή: “Η Ελληνική Δικαιοσύνη αντιμετωπίζει σήμερα μια σειρά από σοβαρά προβλήματα. Τούτο είναι βέβαια γνωστό από πολλά χρόνια. Στην πραγματικότητα τα προβλήματα αυτά δεν είναι αποκλειστικά της Δικαιοσύνης, αλλά αποτελούν συνέχεια ή αντανάκλαση γενικότερων προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος” (2009).
- Παναγιώτη Κ. Τσούκα, παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας: “Τα προβλήματα του ελληνικού δικαστικού συστήματος (...) κατάγονται, αποδεδειγμένα, από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες λειτουργίας του ελληνικού κράτους” (2014).
** Βλ. “Ο ΑΣΑΛΕΥΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Εκατόν δεκαέξι κείμενα κριτικής 1876-2016”, 2η έκδοση 2017 (σελίδες 620). Εκδόσεις Καλιγράφος, επιλογή κειμένων, επιμέλεια εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Τσούκας.
Πρώτον: Οι επιθέσεις των Νίκου Ανδρουλάκη και Σωκράτη Φάμελλου κατά της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της είναι γνωστές και παλιές.
(α) Ο μεν κ. Φάμελλος συνεχίζει την παράδοση των προκατόχων του Αλέξη Τσίπρα και Στέφανου Κασσελάκη.
(β) Ο κ. Ανδρουλάκης όμως, με τα “δεν εμπιστεύομαι τη ∆ικαιοσύνη”, Έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη μου προς τη Δικαιοσύνη”,“Υπάρχει ζήτημα με την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης”, δείχνει να απαρνιέται την παράδοση των πριν από αυτόν προέδρων του ΠΑΣΟΚ που σέβονταν τη ∆ικαιοσύνη.
Ηχηρά παραδείγματα του σεβασμού τους αυτού:
- Η στάση του Ανδρέα Παπανδρέου στην υπόθεση Κοσκωτά το 1988-89.
- Η στάση του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη και του υπουργού Δικαιοσύνης Ευάγγελου Γιαννόπουλου, όταν το ΣτΕ διέκοψε την κατασκευή της 3ης Γραμμής Μεταφοράς 400 KV Βορρά–Νότου της ∆ΕΗ.
Τότε, ούτε ο πρωθυπουργός ούτε ο υπουργός Δικαιοσύνης αντέδρασαν στην αιχμηρή παρατήρηση του προέδρου του Ε΄ τμήματος του ΣτΕ: “Δεν επιτρέπεται το δικαστήριο να γνωστοποιήσει οποιοδήποτε στοιχείο ή να ελεγχθεί για τον χειρισμό υπόθεσης που εκκρεμούσε σ’ αυτό. Ο χειρισμός μιας εκκρεμούς υπόθεσης είναι θέμα που ανάγεται αποκλειστικώς στις αρμοδιότητες του δικαστηρίου”.
Δεύτερον: Οι αοριστολογικές αναφορές των κ.κ. Καραμανλή Κώστα και Βενιζέλου Ευάγγελου στη Δικαιοσύνη και στους Δικαστικούς Λειτουργούς, κατά την εκδήλωση της εφημερίδας “Δημοκρατία” στις 8.12.2025, προκαλούν απορίες.
(α) Είπε ο κ. Καραμανλής: “Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων πολιτικών αρχηγών, υπουργών, ανώτερων στρατιωτικών, δημοσιογράφων και άλλων δεν έπεισε [ποιους άραγε;] ότι δόθηκαν απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα που προέκυψαν, αναφορικά με τη νομιμότητα, την σκοπιμότητα, τους λόγους που έγιναν, τις εγκρίσεις που δόθηκαν, το περιεχόμενό τους”.
(β) Είπε ο κ. Βενιζέλος: “Η κοινωνία προσλαμβάνει μια ασύμμετρη εικόνα της Δικαιοσύνης. Αναμφίβολα η συντριπτική πλειονότητα των δικαστικών λειτουργών υπηρετεί την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ενώ γίνονται βήματα ως προς την επιτάχυνση των δικών. Ολες όμως οι εμβληματικές υποθέσεις εξελίσσονται εκ των πραγμάτων με τρόπο που καλλιεργεί την κοινωνική πεποίθηση [ποιος και πώς εκφράζει την “κοινωνική πεποίθηση”;] ότι κυριαρχεί η αδιαφάνεια και η συγκάλυψη. Ο πολίτης παρακολουθεί τις ημέρες αυτές να διεξάγεται στο ακροατήριο του Πλημμελειοδικείου, δηλαδή με πολύ ελαφρές κατηγορίες [κατηγορίες που έχει προσδιορίσει ο αρμόδιος “δικαιοκρατικός δικαστής”, τη λειτουργία του οποίου έχει περιγράψει ο Ευ. Βενιζέλος (βλ. πιο κάτω παρ. 4)], η δίκη για την υπόθεση των υποκλοπών στην οποία γίνονται εντυπωσιακές αποκαλύψεις που δεν μπορούν να εκκαθαριστούν από το συγκεκριμένο δικαστήριο”. [το οποίο δεν έχει μέχρι σήμερα αποφασίσει για την υπόθεση αυτή].
Τρίτον: Οι αοριστολογικές αυτές αναφορές επέτρεψαν στον κ. Φάμελλο να επισημάνει:“Και όλα αυτά για την κρίση Δικαιοσύνης δεν τα λέει μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Τα λένε και δύο πρώην πρωθυπουργοί από τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας. Τα λέει ο κ. Καραμανλής, τα λέει και ο κ. Σαμαράς”.
Τέταρτον: Ο κ. Βενιζέλος, στο μνημειώδες έργο του “Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας” (Εκδόσεις Πατάκη, σελίδες 518),σημειώνει:
- “Ο δικαιοκρατικός δικαστής. Είναι αυτός που λειτουργεί βεβαίως εν ονόματι του ελληνικού λαού, αλλά δε σύρεται από τη βούληση της κοινής γνώμης*. Δεν είναι ο αρεστός δικαστής, δεν είναι ο 'τιμωρός' δικαστής, αλλά είναι ο δικαστής που αντιστέκεται στον εύκολο καθημερινό λόγο της κοινής γνώμης και διατυπώνει έναν λόγο εγγυητικό των δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου” (σελ. 337).
- “Δίκαιο τελικά είναι αυτό που ο δικαστής απαγγέλει ως δίκαιο στη δικαστική του απόφαση” (σελ. 336).
- “Η θεσμική και επίσημη παρέμβαση της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας στο ελληνικό δικαστικό σύστημα είναι μία από τις μικρότερες διεθνώς" (σελ. 310).
Πέμπτον: Το Σύνταγμα ορίζει: “Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους”.
Αυτό το συνταγματικό “μόνο” εφαρμόζουν οι δικαστικοί λειτουργοί, όταν αγνοούν, τις επιθέσεις, ύβρεις, διαδηλώσεις, κριτική, απόψεις, διαφόρων αλλά και το “κοινό περί δικαίου αίσθημα” (ποιας τάξης; πώς ορίζεται νομικώς και κοινωνικώς;).
* Λέγεται ότι ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε πει για την “κοινή γνώμη”: “The public opinion is formed by the published opinion”.
Β. Εκτός από τις απορίες που διατυπώνονται στο μέρος Α του παρόντος, απορίες προκαλεί και το γεγονός ότι οι περί της Δικαιοσύνης αοριστολογικές αναφορές των κ.κ. Καραμανλή Κώστα και Βενιζέλου Ευάγγελου –που παρουσιάστηκαν κατά τον εορτασμό των 15 χρόνων κυκλοφορίας μιας εφημερίδας –αναφέρονται αποκλειστικά στην περίοδο της διακυβέρνησης της Χώρας από τις κυβερνήσεις του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη.
Παρότι οι παθογένειες της Δικαιοσύνης αποτελούν ένα διαρκές φαινόμενο 150 ετών, όπως δείχνουν και πολλά κείμενα κριτικής δικαστικών λειτουργών, πανεπιστημιακών, πολιτικών, δικηγόρων, δημοσιογράφων κ.α. που έχουν γραφτεί από το 1876 ως το 2016 **.
Ελάχιστες διαπιστωτικές προτάσεις από μερικά από τα κείμενα αυτά:
- Γεωργίου Ν. Φιλάρετου, υπουργού Δικαιοσύνης, βουλευτή, δικηγόρου: “Η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί διότι εισέδεισεν ο σάραξ των προσωπικών κομμάτων” (1891).
- Μιχάλη Π. Σταθόπουλου, καθηγητή Νομικής Σχολής Αθηνών, μέλους Ακαδημίας Αθηνών, υπουργού Δικαιοσύνης : “Χρειαζόμαστε και ποιοτικά καλύτερη και ταχύτερη Δικαιοσύνη” (2002).
- Στέφανου Α. Ματθία, προέδρου Αρείου Πάγου: “Στη Χώρα μας η Δικαιοσύνη έχει μείνει θεσμικά ανολοκλήρωτη” (2002).
- Σωτηρίου Μπάγια, εισαγγελέως Εφετών, προς Υπουργό Δικαιοσύνης Σωτήρη Χατζηγάκη: “Τα συσσωρευμένα εδώ και πολλές δεκαετίες προβλήματα της Δικαιοσύνης δεν μπορούν να επιλυθούν με ευκαιριακά και χωρίς προγραμματισμό μέτρα” (2007).
- Κώστα Χ. Χρυσόγονου, καθηγητή Νομικής Σχολής Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ευρωβουλευτή: “Η Ελληνική Δικαιοσύνη αντιμετωπίζει σήμερα μια σειρά από σοβαρά προβλήματα. Τούτο είναι βέβαια γνωστό από πολλά χρόνια. Στην πραγματικότητα τα προβλήματα αυτά δεν είναι αποκλειστικά της Δικαιοσύνης, αλλά αποτελούν συνέχεια ή αντανάκλαση γενικότερων προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος” (2009).
- Παναγιώτη Κ. Τσούκα, παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας: “Τα προβλήματα του ελληνικού δικαστικού συστήματος (...) κατάγονται, αποδεδειγμένα, από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες λειτουργίας του ελληνικού κράτους” (2014).
** Βλ. “Ο ΑΣΑΛΕΥΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Εκατόν δεκαέξι κείμενα κριτικής 1876-2016”, 2η έκδοση 2017 (σελίδες 620). Εκδόσεις Καλιγράφος, επιλογή κειμένων, επιμέλεια εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Τσούκας.
