Την επαύριο των Φώτων εμείς οι ακατνοί που πέρναμε τα Σίχνα απ' τον Άγιο Γεώργιο, έπρεπε να τα επιστρέψουνε πίσω γιατί μετά την τελετή του αγιασμού τα αφήναμε στον Άγιο Νικόλαο.
Πηγαίναμε λοιπόν πρωί πρωί στην...
πλατεία αλλά επειδή η επομένη ήταν εργάσιμη σχεδόν κάθε φορά είμασταν λιγότεροι από τα Σίχνα, έτσι επιστρατεύαμε κάποιους γηραιότερους και συνταξιούχους από τα καφενεία της πλατείας...
κάποια φορά μάλιστα τα επιστρέψαμε σε καρότσα απο αγροτικό που επιστρατεύσαμε ελλείψει σιχνοφόρων.
Το πρωίνο της επιστροφής των Σίχνων είχε μία ξεχωριστή κατάνυξη, ήταν σαν να βρίσκεσαι σε σκηνή από ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου...
σαν να περπατούσαμε μέσα σ' ένα παλιό όνειρο ...
Μπροστά τα εξαπτέρυγα πίσω ο παπάς με το θυμιατό και παραπίσω οι μοναχικοί σιχνοφόροι χωρίς να πλαισιώνονται από κόσμο όπως την προηγούμενη...
οι δρόμοι έρημοι χωρίς το πλήθος της χθεσινής ημέρας , σαν να είχε περάσει από πάνω τους η νύχτα και να είχε πάρει μαζί της τον θόρυβο.
Ο ήχος από τα κουδουνάκια των Σίχνων και το θυμιατό του παπά σε συνδυασμό με κάποιες σπίθες απ' το χιόνι δημιουργούσαν ένα μυστηριακό σκηνικό...
Ανεβαίναμε από την πλατεία προς το παζάρι και κάθε λίγο κάναμε μια στάση για τα
"κύριε ελέησον"τα οποία τώρα δεν ήταν τόσο δυνατά επειδή είμασταν λίγοι αλλά ήταν πιο γλυκά και πιο συγανά,για να μπορεί να τα παίρνει ο αέρας να τα ανεβαζει στον ουρανό...
Στα μπαλκόνια οι νοικοκυρές καίγαν τα θυμιατά και μοσχοβολούσε θυμίαμα το πρωινό ενώ εμείς γέρναμε τα Σίχνα στα μπαλκόνια για να τα ασπαστούν.
Κατηφορίζοντας μετά το παζάρι προς τον Άγιο Γεώργιο σταματούσαμε έξω από το σπίτι του παπά Γιάννη του Καλιακούδα όπου τον μνημονεύαμε και συνεχίζαμε προς τα κάτω σταματώντας σε κάθε σταυροδρόμι για τα "κύριε ελέησον" συνοδεία από αραιές πλέον τουφεκιές . Ένιωθες ήδη το τελείωμα των γιορτών, όχι απότομα, μα μ'εκείνη τη γλυκιά λύπη που αφήνει το τέλος.
Φθάνοντας στην εκκλησία λέγαμε το τελευταίο
"κύριε ελέησον,"τυλίγαμε τα Σίχνα και τα στείναμε όρθια μέσα στην εκκλησία όπου ο μπάρμπα Νίκος ο Πίτσιος θα μάζευε προσεκτικά τα λάβαρα και τους σταυρούς για να τα φυλάξει σπίτι ενώ η σύζυγός του Ολυμπία θα τα καθαρίζε επιμελώς να μας τα παραδώσει του χρόνου φρεσκοπλυμμένα και φρεσκοσιδερωμένα.
Το χρέος αυτό τώρα το ανέλαβε ο γιος τους Γιάννης Πίτσιος με την γυναίκα του Ασημίνα, ένα χρέος που κρατάει από τον προπάππο του ακόμα...
Στη συνέχεια βάζαμε τα εξάμετρα κοντάρια των Σύχνων σε μια ειδική κρύπτη που έχει η εκκλησία στον γυναικονίτη .
Ο επίτροπος ήδη είχε βγάλει τον δίσκο με τα κονιάκ όπως έκανε και το πρωί που πηγαίνανε να πάρουμε τα Σίχνα και αφού πίναμε μερικές δαχτυλίθρες ευχόμασταν μεταξύ μας
"χρόνια πολλά," "Καλή φώτιση," "και του χρόνου να είμαστε πάλι γεροί να υψώσουμε τα λάβαρα".
Φεύγαμε από την εκκλησία αργά, σαν να μην θέλαμε να διαλύσουμε το θαύμα.
Το θολό νερό της ψυχής μας είχε γίνει καθαρότερο
Μέσα μας έκαιγε μια θέρμη ανεξήγητη,
όχι από το κονιάκ,
μα από τα λάβαρα που έσκυψαν
από πάνω μας και
από τα «Κύριε ελέησον» που έμειναν κρεμασμένα στον αέρα
μέχρι του χρόνου...
Θάνος Κυρίτσης.