γράφει ο Σπυρίδων Αλφαντάκης
Δ.Ν., Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Προ τριών ετών, η Α.Μ. ό Βασιλεύς, μεταστάς είς τό επέκεινα, εκηδεύθη ενώπιον τού Έθνους καί τού ανδριάντος τού αυτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου. Εναπετέθη, τήν τελευταίαν στιγμήν, είς μίαν μικράν γωνίαν τού δάσους τής Δεκελείας. Είς έκτασιν μίας σπιθαμής. Όταν...
ανήλθεν είς τόν θρόνον, τόν Μάρτιον 1964, η θύελλα εμαίνετο. Τό πύρ εξηπλούτο. Αί φλόγες ηπείλουν ήδη τήν βασιλικήν πορφύραν. Κατηγορείται καί μετά θάνατον ότι, τόν Ιούλιον 1965, διαφωνήσας με τόν πρωθυπουργόν Γεώργιον Παπανδρέου ως προς τό πρόσωπον τού υπουργού εθνικής αμύνης ως προϊσταμένου τής στρατιωτικής ανακρίσεως επί τής υποθέσεως Α.Σ.Π.Ι.Δ.Α., αποδεχθείς δε τήν παραίτησίν του, προεκάλεσε τόν σχηματισμόν τών θνησιγενών κυβερνήσεων Αθανασιάδου-Νόβα, Τσιριμώκου, Στεφανοπούλου, Παρασκευοπούλου, Κανελλοπούλου (Ιούλιος 1965 – Απρίλιος 1967) καί τό στρατιωτικόν κίνημα τής 21.4.1967. Αλλά τό μεν τελευταίον, είς ό ουδαμώς συμμετέσχεν, προεκάλεσεν ως γνωστόν ό επικείμενος κίνδυνος επικρατήσεως, κατά τάς εκλογάς τής 28.5.1967, τού μαρξιστού – τροτσκιστού Ανδρέου Παπανδρέου, βουλευτού τής Ενώσεως Κέντρου απειλούντος ότι, αν εκέρδιζεν, η κυβέρνησίς της θα ωρκίζετο «ενώπιον τού λαού» καί ουχί του Βασιλέως, είς τήν πλατείαν Συντάγματος, προς κατάλυσιν, επομένως, τού πολιτεύματος καί εγκαθίδρυσιν κομμουνισμού. Η χορήγησις δε υπό τής βουλής αδείας ποινικής διώξεως, η κλήσις προς απολογίαν, η διάγνωσις ενδείξεων ενοχής αποχρωσών καί η παραπομπή, τόν Αύγουστον 1967, τού Ανδρέου Παπανδρέου καί άλλων είς τό Κακουργιοδικείον Αθηνών επί εσχάτη προδοσία (υπόθεσις Α.Σ.Π.Ι.Δ.Α.) – εφ’ ή τελικώς άπαντες ημνηστεύθησαν υπό τού δικτάτορος τή 23.12.1967 – εδικαιολόγησαν τήν άρνησίν του, καθ’ ό εκ τού Συντάγματος 1952 άλλως τε εδικαιούτο, ν’ αντικαταστήση τόν ευπατρίδην υπουργόν εθνικής αμύνης Πέτρον Γαρουφαλιάν με τόν Γεώργιον Παπανδρέου. Ό τελευταίος, διά τής ανενδότου επιμονής του ν’ αναλάβη προσωπικώς, καίτοι πρωθυπουργός, καί τό εν λόγω υπουργείον, επεδίωκεν – ως πατήρ δικαιολογημένως ∙ ως πρωθυπουργός αδικαιολογήτως – τήν υπόθαλψιν τού υιού του είς τήν προκειμένην υπόθεσιν.
Μεθ’ ό αντιστάς, τήν 13ην Δεκεμβρίου 1967, είς τήν στρατιωτικήν κυβέρνησιν, υπήρξε τό πρώτον καί τό μέγιστον θύμα τής ήττης του. Εκουσίως εξελθών τής πατρίδος καί ακουσίως διατηρηθείς μακράν αυτής καί μετά από τήν πτώσιν τού καθεστώτος τής 25ης Νοεμβρίου 1973, παρά τήν αναβίωσιν τού Συντάγματος 1952, παρέμεινεν ένας κατηγορούμενος άνευ υπερασπίσεως. Άνευ ακροάσεως. Άνευ απολογίας. Αξιοπρεπής όμως έναντι πάντων. Φίλων καί εχθρών. Ό Ελληνισμός δεν λησμονεί τήν αδικίαν. Ότι αί σημαίαι δεν ετηρήθησαν μεσίστιοι. Ότι δεν επετράπη να κλαύσωμε καί να τιμήσωμε τόν Νεκρόν.
Με ό, τι εν ζωή ενήργησεν, ασφαλώς εν μέρει έσφαλεν. Τό σφάλλειν ανθρώπινον. Τό συγχωρείν Θείον. Ενομίζομεν ότι η Μοίρα δεν είχεν είπει τήν τελευταίαν της λέξιν. Ότι το μέλλον θα εθώπευε τήν αγωνίαν τής ψυχής του καί θα εξεπλήρου τήν θέλησίν της, ιδία μετά από τήν καθολικήν αποτυχίαν τής προεδρίας τής δημοκρατίας. Αλλά ό διάδοχος (με «δ» μικρόν), εν αντιθέσει με τήν Βασίλισσα μητέρα του (με «Β» κεφαλαίον), εσυνθηκολόγησεν. Με τούς κοινοβουλευτικούς τής συγκυρίας καί τής στιγμής. Ό επίγονος με τόν επίγονον. Υπήχθη οικειοθελώς είς τόν νόμον 2215/1994 (τόν επιλεγόμενον «νόμον Βενιζέλου»), δι’ ού η πλειοψηφία τών επαγγελματιών τής βουλής, τών αναξίων τής πολιτικής, είχεν αφαιρέσει εκ τών γονέων καί τής υπολοίπου οικογενείας του, «με τό έτσι θέλω», τήν ελληνικήν ιθαγένειαν. Ανεγνώρισεν εγγράφως, ρητώς καί ανεκκλήτως, τό νόθον δημοψήφισμα τής 8.12.1974 καί τό πολίτευμα, παραιτηθείς πάσης κατ’ αυτών αντιρρήσεως καί αξιώσεως, χωρίς να ερωτήση ούτε τήν ενεστώσαν ούτε τάς μελλούσας γενεάς, αί οποίαι δεν ηρωτήθησαν καί τόν Δεκέμβριον 1974. Παρέσυρε μάλιστα καί τούς κατιόντας, τάς αδελφάς καί τούς αδελφούς του είς τήν αυτήν δήλωσιν.
Ούτω επέφερε τό τέλος τής Ελληνικής Δυναστείας – αυτής (1863-1974).
