(Του Μάρκου Μπόλαρη)
Κι άν στα νησιά, κι άν...
στο Αιγαίο των ανέμων και των μελτεμιών,
η προβιομηχανική εγκατάσταση
για το άλεσμα των σιτηρών ήταν
ο ανεμόμυλος, κόσμημα των αιγαιοπελαγίτικων νησιών, κι αξιοποίηση, εν ταυτώ,
της αιολικής ενέργειας με την φτερωτή και τα πανιά,
στην ηπειρωτική μας χώρα,
όπου αφθονεί το νερό,
η αντίστοιχη υποδομή για την παραγωγή
του αλεύρου ήταν ο υδρόμυλος,
κι είναι μαρτυρημένη η ύπαρξη υδρόμυλων
και στην των Σερρών θεοφρούρητη πόλη,
τους περιγράφει γλαφυρά ο παρατηρητικός
παπά Συναδινός, στο περίφημο χρονικό του,
το Χρονικό των Σερρών, που σώζεται πρωτοτύπως στην βιβλιοθήκη της Αγιονορειπτικης Μονής του Κουτλουμουσίου, η οποία δυό εκκλησίες ως μετόχια
είχε στην πόλη , εκκλησιές που κάηκαν ολοσχερώς και δεν μεταοικοδομήθηκαν, την Παναγία και τον Άγιο Βλάσιο , στην περιοχή όπου το ιστορικό Α’ Γυμνάσιο Σερρών , δεξιά η εκκλησία της Παναγιάς της Ελεούσας και ζερβά η του Αγίου Βλασσίου του ρέματος , Κλοποτίτσα, το ονομάτιζαν οι παλιοί,
που κατέρχεται από τα αμπέλια και ορίζει την μεσημβρινή πλευρά της οχύρωσης του Κάστρου
των Σερρών
όπως και στον Άη Γιάννη, υδρόμυλος,
στο γραφικό Προάστειο των Σερρών,
υδρόμυλοι και στο ρέμα που κατέρχεται δροσερό
από το αρχαίο χωριό Ντουτλί , που τα νύν,
Ελαιών ονομάζεται , δια το περιβάλλεσθαι αυτώ
από χιλιάδες ελαιόδεντρα, χωριό με τον προσεγμένο
βυζαντινό Ναίσκο του Αγίου Νικολάου,
αυτόν που μελέτησε και δημοσίευσε
ο σοφός καθηγητής Μουτσόπουλος,
είναι , ήταν
κι ένας επίσημος παλιός υδρόμυλος
στη Ντερβέσιαν’ , που τα νύν Οινούσα καλείται,
ντερβένι είναι το στενό πέρασμα , τουρκιστί,
εξ ού και τα Ντερβενάκια , όπου ο Κολοκοτρώνης συνέτριψε τις δυνάμεις του Δράμαλη Πασά,
μα και το Ντερβένι , μετά την Λητή , καθώς οδεύουμε για την Θεσσαλονίκη,
η Ντερβέσιαν’ το ονόμά της οφείλει στο ρέμα ,
στην χαράδρα που σχίζει στα δυό το υπερήφανο Μενοίκιο όρος,
από της Βροντούς την περιφέρεια στα χίλια τριακόσια μέτρα υψοπμετρο
ίσαμε την πεδιάδα κάτω,
μιά δύσκολη απόκρημνη δύσβατη και κατάφυτη ρεματιά, στην δυτική πλευρά της οποίας
έχει ανεγερθεί επί βράχου ισχυρού , ριζιμιού,
πρίν επτακόσιους πενήντα χρόνους
η παλαίφατη Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή τού Τιμίου Προδρόμου , από τον Επίσκοπο Εζεβών Ιωαννίκιο και τον Μητροπολίτη Ζιχνών Ιωάννη,
είχε τότες ασκητές δεσποτάδες,
στην Ντερβέσιαν’ , εκεί όπου
το ζείδωρον ύδωρ από την καρδιά του Μενοικίου εξέρχεται από τις στενωπούς της βραχώδους χαράδρας για να ξεχυθεί στον Σερριώτικο κάμπο , εκεί , ένας αρχαίος υδρόμυλος,
αρχοντικό κτίσμα, διώροφο , με δυό αιωνόβιους πλατάνους στη μεσημβρινή πλευρά,
στέκονταν τότες ακόμη όρθιο,
εκεί, Σάββατο , το προς πρωί πρωί,
ίσα που άρχισε να φέγγει , αφιχθήκαμε εκ Σερρών
με το παιτόνι του κυρ Αντώνη,
ο μπάρμπα Μίλτος, ο εκ μητρός πάππους μου,
Λήμνιος τω γένει, έμπορος ,
ο αδελφός του ο μπάρμπα Γιάννης, που διατηρούσε
κρεοπωλείο στην κρεαταγορά Βλάλη στην Θεσσαλονίκη, μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό του τον μπάρμπα Τάσο ,
κι ηύραμε ήδη εκεί τους βοσκούς και τους τςελιγκάδες, που είχαν κατεβάσει από τις βουνοπλαγιές τα κοπάδια
των αιγοπροβάτων, και τα είχαν προχείρως
μαντρίσει στον χώρο μεταξύ του μύλου και του
δροσερού ρέματος .
Επιτρεπόταν ακόμη τους χρόνους εκείνους η σφαγή
των αμνοεριφίων και εκτός σφαγείων, κι ήταν τούτη
η αφορμή , της εν υπαίθρω σφαγής ,
ευκαιρία εκδρομής για τον μαθητή του δημοτικού ,
μιά πρόκληση μετοχής σε μιά οδυνηρή μα συγκλονιστική, για τα μάτια ενός δεκάχρονου παιδιού διαδικασία, όπως η των εριφίων σφαγή, που οικτρώς βελάζαν εις μάτην αναζητώντας βοήθεια ή εκλιπαρώντας για έλεος,
κι ήταν εν ταυτώ μιά εκδρομή πατριδογνωσίας,
στης Ντερβέσιανης το νερόμυλο,
που στεκόταν τότες ακόμη στα πόδια του,
περάσαν δά καπνών από χροπνξυς πεντήκοντα,
υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για να στηθεί
και να λειτουργήσει το ημερήσιο σφαγείο
αφού ο υδραγωγός - το κανάλι - που από τα αρχαία χρόνια μετέφερε το νερό από την ρεματιά στο μύλο
συνέχισε αδιακόπως την προσαγωγή ,
άρα υπήρχε το πολύτιμο νερό,
οι πλάτανοι , αρχαίοι και μεγαλοπρεπείς , στη μεσημβρινή πλευρά , επέτρεπαν
το άπλωμα των σκοινιών για το κρέμασμα των σφαγίων ώστε να στεγνώσουν πρίν φορτωθούν
στο ψυγείο - φορτηγό,
το αρχαίο κτίριο , με το ευρύχωρο ισόγειο χώρο του
προσφερόταν για την αποθήκευση όλων των απαιτουμένων,
πρίν ξημερώσει καλά - καλά , τα βοσκαρέλια
άρχισαν να οδηγούν , μέσα από μιά δίοδο από πρίνους και τσαλιά τα κατσικάκια για την σφαγή.
Κι εγώ , αμίλητος, ανήλικος αυτόπτης μάρτυς
της σφαγής εκατοντάδων εριφίων ,
και της εν συνεχεία επιπόνου διαδικασίας
ώστε τα κρέατα την Δευτέρα το πρωί να φτάσουν στους καταναλωτές,
μιάς διαδικασίας που μετά την σφαγή και
τις θρηνώδεις διαμαρτυρίες των προς σφαγήν, περιλάμβανε το φούσκωμα για να διευκολυνθεί η εκδορά, την εκδορά αυτήν καθ’ αυτήν ,
απαιτητική εργασία κι επίπονη,
την αφαίρεση των εντέρων και του στομάχου,
την ανάρτησης του σφαγίου στα σχοινιά,
της καλλωπίσεως εξωτερικώς με την σκέπη,
της πλύσεως των εντέρων και των πατσάδων στο τρεχούμενο νερό , του δεματιάσματος,
της συγκεντρώσεως των δερμάτων,
και στο τέλος , του ζυγίσματος των κρεάτων
στο φορητό καντάρι, την ζυγαριά που κρεμόταν
σε χοντρό των πλατάνων κλάδο,
έτσι ώστε να ζυγίζονται δέκα - είκοσι σφάγια
σε κάθε ζύγισμα,
έγνοια και φόβος μήπως ο ζυγιστής κλέβει
στο ζύγισμα,
ο δεκάχρονος μαθητής του δημοτικού σ’ ένα σημειωματάριο μικρό, σημείωμα τα κιλά ,
μετά την εκφώνηση του ζυγιστή
και την συναίνεση όλων των μερών,
των τε κτηνοτρόφων και των εμπόρων,
μιά ομαδική εργασία, ημερήσιας διάρκειας,
ήταν πολλές οι φορές που μας προλάβαινε το σκοτάδι της νύχτας , και τότες , η ζύγιση
και η φόρτωση γινόταν με το φώς του λούξ,
που πάντοτες είχαν την πρόνοια να φέρουν,
κι ήταν , τότες ,
που ένας γέροντας ,
ο πατέρας των κτηνοτρόφων,
βλάχος γεννημένος και μεγαλωμένος στα λιβάδια
τα αλπικά του Μενοικείου,
όπου οι παλιοί νοικοκυραίοι τσελιγκάδες είχαν πετρόχτιστες καλύβες
για την διαμονή τους έξε μήνες στις βουνοκορφές,
κι άλλες πάλιν κάλυπτες, μικρότερες,
δίπλα, για την τυροκόμηση του καθημερινού γάλακτος,
ώστε κατεβαίνοντας του Άη Δημήτρη για τα χειμαδιά,
άλλοι στο Χιονοχώρι, άλλοι στο Άγιο Πνεύμα
κι άλλοι στα Σέρρας
να συναποκομίσουν τα τυριά για πώληση στην αγορά , τυριά τω όντι αξεπέραστης ποιότητας,
τυριά από γάλα αγνό , που τυροκομούσαν με γνώση και καθαριότητα οι βλαχοπούλες ,
μιά παράδοση αιώνων σκολουθώντας,
με πρώτη ύλη το γάλα από τα αιγοπρόβατα που μοναδική τροφή είχαν τα πλούσια χόρτα των αλπικών υψιπέδων του βουνού,
ήρθε ο γέροντας , κοτσονάτος, με πήρε από το χέρι,
φτάνει, μου λέει, φτάνει τόση σφαγή που είδες,
έλα, στου υδρόμυλου μπήκαμε το φαρδύ ισόγειο,
φωτιά είχε στο παλιό τζάκι, ένα παλιό ξύλινο τραπέζι
κι ένα υφαντό τραπεζομάντηλο,
η γιαγιά είπε την έγνοια, γάλα ζεστό στο κύπελλο
το μεταλλικό με κέρασε, ψωμί πλαστό με τα χεράκια της, τυρί κατσικίσιο δικό της και αυγό βραστό ,
Παναγία μου, τι εξοικονόμηση κι αυτή,
ευλογία Κυρίου, κι ύστερα , πάλιν ο παππούς,
το γύρο κάναμε του μύλου, στην πλαγιά σιγά - σιγά
ανεβήκαμε , στον υδραγωγό με οδήγησε,
έλα , να ιδείς πως τούτος ο αρχαίος μύλος δούλευε,
πώς το νερό την ρόδα , τον υδροτροχό, γύριζε,
δές , από εδώ το νερό μπαίνει στο μύλο,
δες, βλέπεις , από κυλά και πέφτει,
ωσάν να ‘ναι ένας μικρός καταρράχτης,
βλέπεις, πέρνει φόρα το νερό και πέφτει
με ορμή πάνω στην ρόδα,
πάμε τώρα μέσα , να ιδείς,
στέκεται η ρόδα, αν και ο μύλος είναι χρόνου
που δεν δουλεύει, από τον πόλεμο, όχι ,
δούλεψε και μετά , γίναν όμως
οι κυλινδρόμυλοι, με ρεύμα ηλεκτρικό,
πιό γρήγοροι ,
να , ιδές , η ρόδα έχει κουτάλια, γιαυτό και φτερωτή την λέγαν, ωσάν φτερά, ωσάν χούφτες μεγάλες , πέφτει το νερό , από ψηλά ,
γυρίζει η ρόδα,
κι άλλο νερό , στην εποπμενη κουτάλα,
γυρίζει,πάλιν και πάλιν ,
πέρνει φόρα, με δύναμη γυρίζει
πιό γρήγορα, δυναμώνει και τότες αρχίζει
να γυρίζει ο άξονας της ρόδας,
αρχίζουν να γυρίζουν τα γρανάζια του άξονα,
κι η μυλόπετρα αρχίζει να περιστρέφεται,
ο εργάτης αδειάζει τα σακιά με τους σπόρους,
σιτάρια και κριθάρια, κάποτες και καλαμπόκι
ή και βρώμη,
γυρνάει- γυρνάει , περνά ο καιρός
ροδάνι , κόκκινη κλωστή δεμένη,
ροδάνι, κόκκινη κλωστή,
αλλάξαν, παιδάκι μου,
οι καιροί, να ιδούμε κι εμείς ως πότες θα τυροκομούμε στα λιβάδια στο Μπόζ Ντάγ,
να ιδούμε, ως πότε ο κόσμος θα βρίσκει
τέτοια καθαρή τροφή !
Στην αυλή του υδρόμυλου
η διαδικασία της σφαγής συνεχιζόταν, οι εκδοροσφαγείς , ήδη , είχαν διακόψει για το δεκατιανό τους πρόγευμα, ψωμί από του Πρωτόπαπα τον φούρνο, παστούς κολιούς και τυρί από του Αναστασίου , απέναντι, το μπακάλικο,
ούζο από του γέρο Μπέη , από την νταμιτζάνα,
όλοι πίναν από κοινού , σαλπιγκτεί την σηκώναν,
ευχόταν και πίναν,
κι ο μπάρμπα Στέργιος , ο παππούς ,
το ραβδί του πήρε, ραβδί από κρανιά ,
σιγοκαμμένο στη φωτιά
κι ανηφορίσαμε το μονοπάτι , παράλληλα με το ρέμα, αντίθετα με τη ροή του νερού, προς τους πρόποδες του βουνού,
όπου το ξωκκλήσι της Παναγιάς !
Τότες , έκπληκτος , πρώτη φορά στη ζωή μου,
βρέθηκα , τούτη η αποκορύφωση του μαθήματος
από τον σοφό τσέλιγκα του Μενοικίου,
μπροστά σε μιά αρχαία βραχογραφία ,
μιά εικόνα της Παναγίας, από μαίστορα
αγιογράφο ζωγραφισμένη ,
πάνω σε βράχο ριζιμιό ,
στο έμπα της τραχείας χαράδρας του βουνού,
σε ύψος , υπολογίζω , τεσσάρων μέτρων
από το έδαφος, αρχαία βραχογραφία
μα καλοδιατηρημένη ,
πώς , μπάρμπα Στέργιο , πως βρέθηκε
αυτή η εικόνα εδώ , στης ερημιάς τον τόπο ,
τον σταυρό του σχημάτισε,
ένα καντηλάκι στην βάση του βράχου άναψε,
κι ύστερα , όντες στραφήκαμε να γυρίσουμε πίσω,
σταμάτησε , με κοίταξε κι είπε :
Τούτος ο τόπος, παιδί μου , Άγιος είναι,
πολλές σπηλιές κι ασκηταριά μαρτυρούνται
εδώ στο έμπα αυτής της δύσβατης χαράδρας
του Μοναστηριού οι ασκητές ,
εδώ σ’ αυτήν την περιοχή ασκήτευαν
κι είχαν τούτη την εικόνα,
την Παναγιά , ψηλά στο βράχο , από το 1382 γράφει,
παρηγοριά !
Έγερνε ο ήλιος όταν επιστρέψαμε !
Σε λίγο αρχίζει το ζύγισμα !
Το σημειωμάριό μου ψάχνω , σε λίγο αναλαμβάνω,
θα αρχίσω τα κιλά της ζύγισης στο καντάρι
να καταγράφω !
Με τις σημειώσεις αυτές θα πληρωθούν
τον κόπο μιάς χρονιάς οι παραγωγοί !
Στον μύλο , στον αρχαίο νερόμυλο,
στη Ντερβέσιαν’ στα ριζά του Μενοικίου,
στη Παναγιά του βράχου !
Αγαλλιάσθε , αδελφοί,
αγαλλόμενοι !