(Του Μάρκου Μπόλαρη)
«Πύρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος,
πνεύμα καταιγίδος
τα ποιούντα τον λόγον Αυτού …»
καθώς αινών
ψάλλει ο Προφήτης τε άμα και Άναξ Δαβίδ.
Η ομορφιά του κόσμου
αλλοιώς !
Λευχειμωνούσα !
Στην καρδιά του χειμώνα
την ευλογία του χιονιού απολαμβάνοντας,
Μαξίμου του Ομολογητού
την σήμερον,
Μεγίστου τω όντι και ουχί απλώς
κατά την κλήσιν,
εις Υπαπαντήν ετοιμαζόμαστε του Χριστού,
αμή
και της Ανοίξεως !
Τούτες τις παγωμένες χειμωνιάτικες μέρες,
αδέρφια,
τον θεϊκό Αισχύλο πάντοτε μνημονεύω
που στην εξαίρετη τραγωδία του
«Πέρσες», αυτήν που έγραψε
υμνώντας την νίκη των Ελλήνων
στην εν Σαλαμίνι ναυμαχία , παραθέτω
το ποιητικό κείμενο,
που σε πάγους και παγωνιές αναφέρεται
θείον δώρον η Ελληνίδα γλώσσα,
κι παρά πόδας
την εις την νεοελληνικήν απόδοσιν
του Αισχυλείου αποσπάσματος :
«Ες την Μακεδόνων χώραν αφικόσμεθ’ …
Πάγγαιόν τ’ όρος
Ηδωνίδ’ αίαν · νυκτί δ’ εν ταύτη θεός
χειμών άωρον ώρσε, πήγνυσιν δε πάν
ρέεθρον αγνού Στρυμόνος. Θεούς δε τις
το πρίν νομίζων ουδαμού τότ’ ηύχετο
λιταίσι , γαίαν ουρανόν τε προσκυνών.
Επεί δε πολλά θεοκλυτών επαύσατο
στρατός, περά κρυσταλλοπήγα διά πόρον·
χώστις μεν ημών πριν σκεδασθήναι θεού
ακτίνας ωρμήθη, σεσωμένος κυρεί.
Φλέγων γαρ αυγαίς λαμπρός ηλίου κύκλος
μέσον πόρον διήκε, θερμαίνων φλογί·
πίπτον δ’ επ’ αλλήλοισιν· ευτυχής δε τοι
όστις τάχιστα πνεύμ´ απέρρηξεν βίου.
Όσοι δε λοιποί κάτυχον σωτηρίας …»
Έχει συντριβεί
ο περήφανος στόλος του Ξέρξη
στα στενά της Σαλαμίνας ,
ο Μεγάλος Βασιλεύς τρέπεται σε εσπευσμένη φυγή,
να περάσει στην Μικρασία,
ο πεζός στρατός σπεύδει να διαβεί την ζεύξη
του Ελλησπόντου , και ιδού,
«νυκτί δ’ εν ταύτη θεός
χειμών’ άωρον ώρσε» !
Απολαύστε την εις την νεοελληνική μεταφορά :
«Στων Μακεδόνων την χώρα φτάσαμε …
στο όρος Παγγαίον,
στων Ηδωνών την γή· αυτή την νύχτα κάποιος θεός
πρώιμη βαρυχειμωνιά σήκωσε και πάγωσε όλο
το ρέμα του Στρυμόνα του αγνού . Και κάποιος
που πρωτύτερα
δεν πίστευε πουθενά σε θεούς, τότε προσευχόταν
σ’ αυτούς
με παρακλήσεις προσκυνώντας και γή και ουρανό.
Κι αφού σταμάτησε πιά τις πολλές
επικλήσεις του στους θεούς
ο στρατός, άρχισε να περνά από το κρουσταλλιασμένο πέρασμα·
κι όποιος βέβαια από μας, πριν σκορπίσουν
του θεού
οι ακτίνες, ξεκίνησε, αυτός έχει γλυτώσει τη ζωή του.
Διότι ο λαμπρός κύκλος του ηλίου φλογίζοντας
με τις ακτίνες
του περάσματος την καρδιά έλιωσε
με την φλόγα του·
ο ένας πάνω στον άλλο έπεφταν· κι ήταν
ευτυχισμένος
όποιος γρήγορα την τελευταία πνοή έβγαλε
της ζωής του.
Όσοι απόμειναν κι έτυχαν να γλυτώσουν απ’ το
κακό αυτό …»
Ο τραγικός Αισχύλος , ο Μαραθωνομάχος ,
ες αεί μας κατέλιπε
της ανυπέρβλητης ποίησης του τα κείμενα !
Και μας διαβεβαιώνει
βάζοντας τις λέξεις στο στόμα του Πέρση
αγγελιοφόρου :
«Ταύτη έστ’ αληθή · πολλά δ’ εκλείπω λέγων
κακών ά Πέρσαις εγκατέσκηψεν θεός»,
ήγουν,
Αυτά είναι αληθινά ! κι όμως πολλά απ’ τα κακά
που κάποιος θεός στους Πέρσες σώριασε τ’ αφήνω
χωρίς να τα πώ !
Την αγνότητα του χιονιού που ωραίζει, αλλοιώς,
τον τόπο , απολαμβάνοντες,
σε ημέρες γκρίζες !
Έρρωσθε !