Το οικογενειακό δίκαιο, ως κλάδος δικαίου, συνιστά σημαντικό κομμάτι του ‘‘πυρήνα’’ του αστικού δικαίου, απασχολεί από καταβολής του αστικού δικαιοδοτικού μας συστήματος όλα τα δικαστήρια και χιλιάδες δικηγόρους σε όλη τη χώρα και βεβαίως με τις διατάξεις του, και...
την πλούσια νομολογία που τις συνοδεύει, δεν αποτελεί μόνο το ‘‘θεσμικό εργαλείο’’ και τη ‘‘δικαιϊκή βάση’’ επί των οποίων διαμορφώνονται και κρίνονται οι έννομες σχέσεις στο επίπεδο της οικογένειας αλλά είναι και κριτήριο του νομικού μας πολιτισμού και, παράλληλα, και ο ‘‘καμβάς’’ επί του οποίου ρυθμίζεται, πλάθεται και εξελίσσεται η λειτουργία των πιο βασικών ‘‘κυτταρικών δομών’’ της ίδιας της κοινωνίας.
Υπό τα άνω δεδομένα, οι αλλαγές και τομές που επέρχονται σ’ αυτό, κατά τη νομική θεωρία και την πάγια νομοθετική πρακτική, αποτελούν συνήθως κοινωνική αναγκαιότητα, δηλαδή προσαρμογή του ‘‘καμβά’’, για τον οποίο αμέσως ανωτέρω αναφέρθηκα, στις τάσεις, τα προτάγματα και τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις μιας ολόκληρης εποχής για την οικογένεια και για τον κομβικό ιστό των έννομων καταστάσεων γύρω από αυτήν.
Αυτό ισχύει διαχρονικά και κατά παράδοση σε όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες δυτικού τύπου, όπου πρυτανεύουσα θέση στη δικαιϊκή κοσμοαντίληψη έχουν το κράτος δικαίου και η ασφάλεια δικαίου αλλά και η προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών του πολίτη. Γι’ αυτό και οι όποιες, κατά καιρούς, αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο είναι ‘‘αποστάγματα’’ κοινωνικής διαβούλευσης, επιστημονικού διαλόγου και επιμελούς και πάντως ευρείας νομοτεχνικής προεργασίας.
Όχι όμως ‘‘απαρεγκλίτως’’ στην Ελλάδα, στη χώρα που τα πάντα μπορούν να συμβούν, στη χώρα που και οι νόμοι μπορεί να ‘‘αλλάξουν’’ μέσα σε μια νύχτα, αρκεί να το θέλει κάποιος ‘‘ισχυρός παράγοντας’’ ή αυτό να τον ‘‘βολεύει’’. Βούιξε, λοιπόν, το πανελλήνιο με την τροπολογία που σε άσχετο νομοσχέδιο ‘‘πέρασε’’ πριν έναν μήνα, τροπολογία που ‘‘αλλάζει’’ διάταξη του οικογενειακού δικαίου και λέγεται ότι είναι το ad hoc ‘‘όχημα’’ με το οποίο (κυρία) Υπουργός της κυβέρνησης προσπαθεί να μεταστρέψει υπέρ της, και πάντως ανάλογα με τη δική της επιθυμία ή έστω οπτική, την εξέλιξη μιας δικαστικής διαμάχης, στην οποία είναι διάδικος.
Τι συνέβη, συνεπώς; Δικαστές και δικηγόροι, ακόμη και σπουδάζοντες στη Νομική, ξέραμε μέχρι πρόσφατα ότι την απόφαση που εξέδιδε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με την ειδική διαδικασία που αφορά υποθέσεις οικογενειακού δικαίου περί τη γονική μέριμνα τέκνων, μπορούσε ασφαλώς να την εφεσιβάλλει, εντός της νομίμου προθεσμίας εννοείται, ο ηττηθείς διάδικος, ο οποίος ασφαλώς έπρεπε να περιμένει την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (που θα δίκαζε την έφεσή του). Σε περίπτωση, ωστόσο, που ‘‘μεταβάλλονταν οι συνθήκες’’ μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή στο ενδεχόμενο που προέκυπταν για τη συγκεκριμένη υπόθεση οψιγενή (νέα) συγκεκριμένα δεδομένα για αυτήν, βασιζόμενος σε ειδική διάταξη του Αστικού Κώδικα (το άρθρο 1536 ΑΚ), προφανώς κυρίως ο διάδικος που πρωτοδίκως είχε ηττηθεί, είχε το δικαίωμα, τη ‘‘δικονομική δυνατότητα’’ λέμε εμείς οι νομικοί, να απευθυνθεί εκ νέου στη Δικαιοσύνη, ακόμη και πριν την εκδίκαση της τυχόν έφεσής του, και να ζητήσει την έκδοση απόφασης που θα προσάρμοζε τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας (έτσι όπως αυτή είχε αποφασιστεί από το πρωτόδικο δικαστήριο) στα νέα, καινοφανή δεδομένα της υπόθεσης.
Αυτός δε ο, τρόπον τινά, ‘‘δικονομικός εξαιρετισμός’’, εντασσόμενος στο πλέγμα των διατάξεων του Αστικού Κώδικα (ΑΚ), είχε τη λογική ότι νέα δεδομένα μπορούν να προκαλέσουν, ενίοτε και να επιβάλουν, νέα, προσωρινής φύσεως, δικαιοδοτική κρίση σε μια υπόθεση, καθώς το δικαστήριο (πριν το εφετείο) που θα ασχολούνταν με την κρίση επί των νέων δεδομένων, δεν θα αναιρούσε και δεν θα ακύρωνε, ως ‘‘οιονεί εφετείο’’, αυτά που κρίθηκαν πρωτοδίκως, προτού μάλιστα φτάσει να δικαστεί τελεσίδικα η υπόθεση από το κατά νόμο αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (εφετείο).
Ώσπου πριν έναν μήνα, στο νομοσχέδιο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ μάλιστα, συμπεριλήφθηκε μια άσχετη (με το νομοσχέδιο) τροπολογία με βάση την οποία τροποποιείται το άνω άρθρο του ΑΚ και έτσι από εδώ και μπρος ‘‘μεταρρύθμιση’’ της πρωτόδικης απόφασης δύναται να αποφασίζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, έπειτα από αίτηση του ασκούντος το ένδικο μέσο (έφεση), χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση, και δη θα είναι δυνατόν να ‘‘μεταρρυθμίζεται’’ ακόμη και οριστική απόφαση που ρυθμίζει ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας τέκνων κατά της οποίας έχει ασκηθεί η έφεση.
Με τον άνω τρόπο, λοιπόν, όχι μόνο επεκτείνεται η δυνατότητα του ‘‘ενδιάμεσου’’ δικαστηρίου, αυτού δηλαδή που μεσολαβεί ανάμεσα στον πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοτικής κρίσης, να ‘‘μεταρρυθμίσει’’ ακόμη και ζητήματα που κρίθηκαν πρωτοδίκως και τα οποία θα κριθούν ούτως ή άλλως στο εφετείο, πράγμα δικονομικά πρωτοφανές και, για τους γνωρίζοντες, αδιανόητο, αλλά χωρίς καμία ‘‘ratio’’, ήτοι χωρίς κανένα ‘‘δικαιολογητικό λόγο’’, με μια άγαρμπη και ασύντακτη νομοθέτηση, με τροποποίηση στο πλαίσιο του ουσιαστικού δικαίου (στο πλαίσιο του ΑΚ), ‘‘δημιουργείται’’ και ‘‘κατοχυρώνεται’’ στο επίπεδο του δικονομικού δικαίου (δηλαδή στο επίπεδο που αφορά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – Κ.Πολ.Δ.) ένα ‘‘οιονεί εφετείο’’ πριν το κανονικό, καθ’ ύλην αρμόδιο, εφετείο.
Συνεπώς, αν εκδοθεί μια πρωτόδικη απόφαση και δεν συμφέρει τον ηττηθέντα διάδικο, αρκεί πια αυτός να ασκήσει έφεση και μετά μπορεί πλέον να επαναφέρει την υπόθεση (αυτή που είχε κριθεί πρωτοδίκως) στο πρωτόδικο δικαστήριο για να την κρίνει (αυτήν που έκρινε) και πριν την εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αποφασίζοντας επ’ αυτής της υπόθεσης (το πρωτόδικο δικαστήριο) μέχρι να εκδώσει την απόφασή του το άνω δικαστήριο του δεύτερου βαθμού.
‘‘Μεγάλη πατέντα’’ η παραπάνω. Και δη ‘‘μεγάλη πατέντα’’ που είναι να απορεί κάποιος για το πώς από το 1946 (δηλαδή από τότε που τέθηκε σε ισχύ ο ΑΚ) μέχρι και τις 19-12-2025 (τότε ‘‘πέρασε’’ η άνω τροπολογία) δεν την είχε σκεφθεί κανείς! Πώς, λοιπόν, έτσι στα ξαφνικά, σε ένα άσχετο με το οικογενειακό δίκαιο νομοσχέδιο, και με την υπογραφή (και) μιας άσχετης με το αντικείμενο Υπουργού (καθώς τούτη βέβαια ‘‘υπουργεί’’ σε τομέα που δεν έχει να κάνει με ζητήματα του Υπουργείου Δικαιοσύνης) και χωρίς να ρωτηθεί κανείς, τουλάχιστον σχετικός με το οικογενειακό δίκαιο, φτάσαμε να ‘‘φορτώσουμε’’ το εν λόγω δίκαιο με μια τέτοια τροπολογία, όχι μόνο ‘‘αχρείαστη’’ αλλά και πρωτίστως ‘‘ανατρεπτική’’ όλων όσα ξέραμε και εφαρμόζαμε επί 80 χρόνια;
Ο ‘‘αστικός μύθος’’ λέει ότι σε υπόθεση διαζευχθείσας Υπουργού είχε ήδη εκδοθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο οριστική απόφαση η οποία, κατ’ εφαρμογή του νόμου περί συνεπιμέλειας των γονέων επί των ανηλίκων τέκνων τους (Ν. 4800/2021 που η νυν κυβέρνηση ασφαλώς έφερε στη Βουλή και ψήφισε), όριζε για τα τέκνα της Υπουργού ένα, κατά το διατακτικό της, ορισμένο καθεστώς συνεπιμέλειας αυτής και του πρώην συζύγου της. Κατόπιν, η Υπουργός, που δεν συμφώνησε με το περιεχόμενο της απόφασης, άσκησε μεν έφεση αλλά της ήταν ‘‘αδιανόητο’’ μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του εφετείου, η οποία κατ’ ελπίδα ή προσμονή της ίσως ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση, να έχει τη συνεπιμέλεια των παιδιών της και ο πατέρας τους.
Έτσι, μια νύχτα του περασμένου Δεκεμβρίου (δεν ξέρω να σας πω αν ήταν με φεγγάρι ή χωρίς) ψηφίστηκε από τη Βουλή η άνω τροπολογία, κατά την οποία ο ηττηθείς διάδικος μπορεί και σε θέματα επιμέλειας τέκνων, πριν το εφετείο, να ζητήσει από το πρωτόδικο δικαστήριο μία, στην πράξη, εκ νέου εξέταση της αγωγής και χωρίς να έχει επέλθει μεταβολή των δεδομένων. Ο δε άνω ‘‘αστικός μύθος’’ ‘‘κλείνει’’ με την επισήμανση ότι κατά τύχη (ή μη) η πρώτη ή μία από τις πρώτες που έκανε δικονομική χρήση της άνω τροπολογίας ήταν πάντως η Υπουργός που την έφερε προς ψήφιση στη Βουλή…!
Ζούμε σε μια ‘‘απίθανη’’ χώρα, όπου συμβαίνουν ‘‘απίθανα’’ πράγματα. Σε μια χώρα που ‘‘εξοκείλει’’, ιδίως τα τελευταία χρόνια, σε όλο και πιο πολλές και πιο τραγικές καταστάσεις που είτε θυμίζουν, είτε την ‘‘κατατάσσουν’’ κιόλας, στον ‘‘Τρίτο Κόσμο’’. Σε μια χώρα που τουλάχιστον οι ‘‘υγιώς’’ (και όχι ‘‘οπαδικώς’’ ή εξ’ ιδιοτελών κινήτρων) σκεπτόμενοι πολίτες ανησυχούν για την ποιότητα της δημοκρατίας της, την εφαρμογή του κράτους δικαίου και τη λειτουργία των θεσμών της. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι, αν αληθεύουν όλα τα παραπάνω για τη συγκεκριμένη Υπουργό, τι προκαλούν σε αυτούς, τους ‘‘υγιώς σκεπτόμενους’’ πολίτες, όλα αυτά τα ‘‘πράματα και θάματα’’ που ήδη περιγράφηκαν;
Απαντώ ευθέως και λέω ότι, κατά την προσωπική μου αντίληψη, όλα τα παραπάνω προκαλούν κλαυσίγελο. Από τη μια, ‘‘φέρνουν’’ στον μέσο πολίτη, αυτόν που διαθέτει ορθολογική νόηση και διάθεση αντικειμενικής κριτικής, ‘‘κλάμα’’, ‘‘λύπηση’’ και ‘‘αγανάκτηση’’. ‘‘Κλάμα’’, ‘‘λύπηση’’ και ‘‘αγανάκτηση’’ για την επικίνδυνη ‘‘αντι-δικονομική’’ ‘‘παρεκτροπή’’ που θεσπίστηκε, δηλαδή για τη νομική ‘‘ακρότητα’’ που ακυρώνει το νόημα, τη σειρά και τον διαδικαστικό ρου της δικονομίας, ‘‘κλάμα’’, ‘‘λύπηση’’ και ‘‘αγανάκτηση’’ για την ‘‘καθεστωτική’’ νοοτροπία παράγοντα της εκτελεστικής εξουσίας που επέφερε ‘‘νομοθέτηση ιδιωτικής χρήσεως’’, ‘‘κλάμα’’, ‘‘λύπηση’’ και ‘‘αγανάκτηση’’ για τον ευτελισμό των θεσμών, για την υποβάθμιση της δημοκρατίας και τον ‘‘ξεπεσμό’’ του Κοινοβουλίου που ενεργεί και αποφασίζει υπό το κράτος μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αποτελούμενης από Βουλευτές χωρίς φωνή, χωρίς προσωπικότητα και χωρίς ατομικό ‘‘έρμα’’.
Και βεβαίως ‘‘κλάμα’’, ‘‘λύπηση’’ και ‘‘αγανάκτηση’’ και για το ‘‘ξεχείλωμα’’ της ίδιας της έννοιας του νόμου. Νόμος είναι η γενική, αφαιρετικού τύπου, κανονιστική ρύθμιση σχέσεων, βιοτικών συνθηκών, φαινομένων και καταστάσεων που αφορούν την κοινωνία, και όχι φυσικά το (τυχόν) ‘‘υπαγορευόμενο’’ από ‘‘υψηλά ιστάμενο’’ πρόσωπο ‘‘φιρμάνι’’ που ‘‘φωτογραφίζει’’ την ατομική περίπτωση του προσώπου αυτού και τη ‘‘ρυθμίζει’’ κατά τρόπο ιδιοτελή ή έστω συμφέροντα για το πρόσωπο αυτό.
Από την άλλη, ‘‘παίζει’’ και ο ‘‘γέλωτας’’. ‘‘Γέλωτας’’, καθώς δεν είναι δυνατόν να μη ‘‘γελάσει’’ κάποιος όταν απλώς σκεφθεί ότι αυτή η κυβέρνηση ήταν που το 2019, όταν πρωτο-ανέλαβε, στον διαβόητο νόμο για το ‘‘επιτελικό κράτος’’ (Ν. 4622/2019) είχε καταστήσει υποχρεωτικές τις περίφημες ‘‘αρχές της καλής νομοθέτησης’’, τις οποίες βέβαια όχι μόνο ‘‘καταπατά’’ αλλά έχει ‘‘κουρελιάσει’’ εν προκειμένω (και όχι μόνο στην προκείμενη περίπτωση βεβαίως). Αλλά και ‘‘γέλωτας’’, καθότι, αναλογιστείτε, η άνω τροπολογία ‘‘επιβλήθηκε’’ ως δήθεν ‘‘κατεπείγουσα ρύθμιση’’! Δεν ‘‘άντεχε’’ προφανώς επί 80 χρόνια να παραμένει έτσι ‘‘κενό’’ το οικογενειακό δίκαιο, χωρίς να έχει στους ‘‘κόλπους’’ του την άνω ‘‘πρωτότυπη’’ πρόβλεψη και δια ταύτα έπρεπε, μια που το ήθελε και το ‘‘χρειαζόταν’’ και η Υπουργός άλλωστε (όπως λέει ο ‘‘αστικός μύθος’’), ‘‘κατεπειγόντως’’ να τη συμπεριλάβει. Προς ‘‘αποκατάσταση και της αξιοπιστίας’’ του….
Πριν ‘‘κλείσω’’ όμως, επιτρέψτε μου να αναρωτηθώ και για το τι σκέψεις ‘‘παράγουν’’ όλα τα παραπάνω σχετικά με τη στάση του Πρωθυπουργού(;). Προκαλούνται και για τον Πρωθυπουργό τα ίδια άνω ‘‘συναισθήματα’’; Θα αφήσω να απαντήσετε εσείς, αφού όμως σας υπογραμμίσω ότι, σε κάθε ‘‘πιθανό σενάριο’’, αυτός είναι, ούτως ή άλλως, ‘‘εκτεθειμένος’’. Προσέξτε: Αν υποτεθεί ότι ο Πρωθυπουργός δεν ήξερε για την εν λόγω τροπολογία, τότε μη που πείτε ότι δεν ‘‘κινδυνεύει’’ να μείνει στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία ως ο ‘‘Πρωθυπουργός που δεν γνώριζε, μήτε ρωτούσε και ούτε ήξερε’’ για (σχεδόν) τίποτε. Αν ήξερε και ‘‘ένιψε τας χείρας του’’ (δεν είναι εξάλλου η εποχή, την ώρα που το μέγα κομμάτι του ‘‘πολιτικού προσωπικού’’ και κυρίως η πλειοψηφία της κοινωνίας είναι επικριτές του, να ‘‘βάλει απέναντί του’’ και μια ισχυρή πολιτική οικογένεια του χώρου του, οικογένεια στην οποία ανήκει η άνω Υπουργός), τότε (αυτός ο Πρωθυπουργός) δεν είναι ‘‘μοιραίος’’ και ‘‘άβουλος’’; Και, εν πάση περιπτώσει, αν ήξερε για την τροπολογία και την ‘‘επικρότησε’’, τότε μήπως είναι ‘‘απαράδεκτος’’ και ‘‘αντι-θεσμικός’’;
Η Ελλάδα, συνεπώς, πρέπει να αλλάξει. Είναι ανάγκη, είναι όρος εθνικής επιβίωσης, είναι ‘‘ιστορική επιταγή’’ και χρέος του λαού μας. Και θα αλλάξει όχι με ‘‘αλλαγές στη νομοθεσία’’ προκειμένου να ‘‘επιβάλουν το δικό τους’’ και αυτό που τους ‘‘συμφέρει’’ αυτοί που είναι στην εξουσία, αλλά με βαθιές τομές, με ‘‘αποκατάσταση’’ του κράτους δικαίου και επαναφορά της λειτουργίας των θεσμών στις συνταγματικές και ουσιαστικές προδιαγραφές τους, όπως τις ορίζει το ίδιο το νόημα της Δημοκρατίας. Αυτοί, λοιπόν, που στην προεκλογική περίοδο, που ούτως ή άλλως ‘‘ζυγώνει’’, θα μιλήσουν με λογική και με πάθος για Δικαιοσύνη, για κοινωνική ισότητα και για την ευημερία των πολλών, και θα πείσουν, θα δουν να τους ακολουθεί (πολιτικώς) τόσο μεγάλο και τρανό πλήθος που τώρα κάποιοι ούτε καν ‘‘φαντάζονται’’……
Κατερίνη, 24-1-2026
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW
LLM IN EUROPEAN LAW
Cer. LSE in Business, International
Relations and the political science
ΥΓ. Διακινείται, ευρέως πια, ένα video στο διαδίκτυο, στο οποίο ο γνωστός δημοσιογράφος, κ. Άρης Πορτοσάλτε, ο οποίος (για να χρησιμοποιήσω την πιο ‘‘ήπια και κόσμια’’ διατύπωση) είναι ‘‘πιστός και ένθερμος υποστηρικτής’’ της κυβερνητικής πολιτικής, ‘‘κράζει’’ (επιτρέψτε μου), κατά το κοινώς λεγόμενον, το ‘‘Μαξίμου’’ για την τροπολογία. Όταν, λοιπόν, ακόμη και ο κ. Άρης αντιδρά τόσο έντονα και τόσο εμφατικά, σκεφτείτε εσείς και προσδιορίστε το ‘‘μέγεθος της κυβερνητικής κατρακύλας’’ εν προκειμένω αλλά φυσικά και γενικώς……
Υπό τα άνω δεδομένα, οι αλλαγές και τομές που επέρχονται σ’ αυτό, κατά τη νομική θεωρία και την πάγια νομοθετική πρακτική, αποτελούν συνήθως κοινωνική αναγκαιότητα, δηλαδή προσαρμογή του ‘‘καμβά’’, για τον οποίο αμέσως ανωτέρω αναφέρθηκα, στις τάσεις, τα προτάγματα και τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις μιας ολόκληρης εποχής για την οικογένεια και για τον κομβικό ιστό των έννομων καταστάσεων γύρω από αυτήν.
Αυτό ισχύει διαχρονικά και κατά παράδοση σε όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες δυτικού τύπου, όπου πρυτανεύουσα θέση στη δικαιϊκή κοσμοαντίληψη έχουν το κράτος δικαίου και η ασφάλεια δικαίου αλλά και η προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών του πολίτη. Γι’ αυτό και οι όποιες, κατά καιρούς, αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο είναι ‘‘αποστάγματα’’ κοινωνικής διαβούλευσης, επιστημονικού διαλόγου και επιμελούς και πάντως ευρείας νομοτεχνικής προεργασίας.
Όχι όμως ‘‘απαρεγκλίτως’’ στην Ελλάδα, στη χώρα που τα πάντα μπορούν να συμβούν, στη χώρα που και οι νόμοι μπορεί να ‘‘αλλάξουν’’ μέσα σε μια νύχτα, αρκεί να το θέλει κάποιος ‘‘ισχυρός παράγοντας’’ ή αυτό να τον ‘‘βολεύει’’. Βούιξε, λοιπόν, το πανελλήνιο με την τροπολογία που σε άσχετο νομοσχέδιο ‘‘πέρασε’’ πριν έναν μήνα, τροπολογία που ‘‘αλλάζει’’ διάταξη του οικογενειακού δικαίου και λέγεται ότι είναι το ad hoc ‘‘όχημα’’ με το οποίο (κυρία) Υπουργός της κυβέρνησης προσπαθεί να μεταστρέψει υπέρ της, και πάντως ανάλογα με τη δική της επιθυμία ή έστω οπτική, την εξέλιξη μιας δικαστικής διαμάχης, στην οποία είναι διάδικος.
Τι συνέβη, συνεπώς; Δικαστές και δικηγόροι, ακόμη και σπουδάζοντες στη Νομική, ξέραμε μέχρι πρόσφατα ότι την απόφαση που εξέδιδε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με την ειδική διαδικασία που αφορά υποθέσεις οικογενειακού δικαίου περί τη γονική μέριμνα τέκνων, μπορούσε ασφαλώς να την εφεσιβάλλει, εντός της νομίμου προθεσμίας εννοείται, ο ηττηθείς διάδικος, ο οποίος ασφαλώς έπρεπε να περιμένει την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (που θα δίκαζε την έφεσή του). Σε περίπτωση, ωστόσο, που ‘‘μεταβάλλονταν οι συνθήκες’’ μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή στο ενδεχόμενο που προέκυπταν για τη συγκεκριμένη υπόθεση οψιγενή (νέα) συγκεκριμένα δεδομένα για αυτήν, βασιζόμενος σε ειδική διάταξη του Αστικού Κώδικα (το άρθρο 1536 ΑΚ), προφανώς κυρίως ο διάδικος που πρωτοδίκως είχε ηττηθεί, είχε το δικαίωμα, τη ‘‘δικονομική δυνατότητα’’ λέμε εμείς οι νομικοί, να απευθυνθεί εκ νέου στη Δικαιοσύνη, ακόμη και πριν την εκδίκαση της τυχόν έφεσής του, και να ζητήσει την έκδοση απόφασης που θα προσάρμοζε τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας (έτσι όπως αυτή είχε αποφασιστεί από το πρωτόδικο δικαστήριο) στα νέα, καινοφανή δεδομένα της υπόθεσης.
Αυτός δε ο, τρόπον τινά, ‘‘δικονομικός εξαιρετισμός’’, εντασσόμενος στο πλέγμα των διατάξεων του Αστικού Κώδικα (ΑΚ), είχε τη λογική ότι νέα δεδομένα μπορούν να προκαλέσουν, ενίοτε και να επιβάλουν, νέα, προσωρινής φύσεως, δικαιοδοτική κρίση σε μια υπόθεση, καθώς το δικαστήριο (πριν το εφετείο) που θα ασχολούνταν με την κρίση επί των νέων δεδομένων, δεν θα αναιρούσε και δεν θα ακύρωνε, ως ‘‘οιονεί εφετείο’’, αυτά που κρίθηκαν πρωτοδίκως, προτού μάλιστα φτάσει να δικαστεί τελεσίδικα η υπόθεση από το κατά νόμο αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (εφετείο).
Ώσπου πριν έναν μήνα, στο νομοσχέδιο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ μάλιστα, συμπεριλήφθηκε μια άσχετη (με το νομοσχέδιο) τροπολογία με βάση την οποία τροποποιείται το άνω άρθρο του ΑΚ και έτσι από εδώ και μπρος ‘‘μεταρρύθμιση’’ της πρωτόδικης απόφασης δύναται να αποφασίζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, έπειτα από αίτηση του ασκούντος το ένδικο μέσο (έφεση), χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση, και δη θα είναι δυνατόν να ‘‘μεταρρυθμίζεται’’ ακόμη και οριστική απόφαση που ρυθμίζει ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας τέκνων κατά της οποίας έχει ασκηθεί η έφεση.
Με τον άνω τρόπο, λοιπόν, όχι μόνο επεκτείνεται η δυνατότητα του ‘‘ενδιάμεσου’’ δικαστηρίου, αυτού δηλαδή που μεσολαβεί ανάμεσα στον πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοτικής κρίσης, να ‘‘μεταρρυθμίσει’’ ακόμη και ζητήματα που κρίθηκαν πρωτοδίκως και τα οποία θα κριθούν ούτως ή άλλως στο εφετείο, πράγμα δικονομικά πρωτοφανές και, για τους γνωρίζοντες, αδιανόητο, αλλά χωρίς καμία ‘‘ratio’’, ήτοι χωρίς κανένα ‘‘δικαιολογητικό λόγο’’, με μια άγαρμπη και ασύντακτη νομοθέτηση, με τροποποίηση στο πλαίσιο του ουσιαστικού δικαίου (στο πλαίσιο του ΑΚ), ‘‘δημιουργείται’’ και ‘‘κατοχυρώνεται’’ στο επίπεδο του δικονομικού δικαίου (δηλαδή στο επίπεδο που αφορά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – Κ.Πολ.Δ.) ένα ‘‘οιονεί εφετείο’’ πριν το κανονικό, καθ’ ύλην αρμόδιο, εφετείο.
Συνεπώς, αν εκδοθεί μια πρωτόδικη απόφαση και δεν συμφέρει τον ηττηθέντα διάδικο, αρκεί πια αυτός να ασκήσει έφεση και μετά μπορεί πλέον να επαναφέρει την υπόθεση (αυτή που είχε κριθεί πρωτοδίκως) στο πρωτόδικο δικαστήριο για να την κρίνει (αυτήν που έκρινε) και πριν την εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αποφασίζοντας επ’ αυτής της υπόθεσης (το πρωτόδικο δικαστήριο) μέχρι να εκδώσει την απόφασή του το άνω δικαστήριο του δεύτερου βαθμού.
‘‘Μεγάλη πατέντα’’ η παραπάνω. Και δη ‘‘μεγάλη πατέντα’’ που είναι να απορεί κάποιος για το πώς από το 1946 (δηλαδή από τότε που τέθηκε σε ισχύ ο ΑΚ) μέχρι και τις 19-12-2025 (τότε ‘‘πέρασε’’ η άνω τροπολογία) δεν την είχε σκεφθεί κανείς! Πώς, λοιπόν, έτσι στα ξαφνικά, σε ένα άσχετο με το οικογενειακό δίκαιο νομοσχέδιο, και με την υπογραφή (και) μιας άσχετης με το αντικείμενο Υπουργού (καθώς τούτη βέβαια ‘‘υπουργεί’’ σε τομέα που δεν έχει να κάνει με ζητήματα του Υπουργείου Δικαιοσύνης) και χωρίς να ρωτηθεί κανείς, τουλάχιστον σχετικός με το οικογενειακό δίκαιο, φτάσαμε να ‘‘φορτώσουμε’’ το εν λόγω δίκαιο με μια τέτοια τροπολογία, όχι μόνο ‘‘αχρείαστη’’ αλλά και πρωτίστως ‘‘ανατρεπτική’’ όλων όσα ξέραμε και εφαρμόζαμε επί 80 χρόνια;
Ο ‘‘αστικός μύθος’’ λέει ότι σε υπόθεση διαζευχθείσας Υπουργού είχε ήδη εκδοθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο οριστική απόφαση η οποία, κατ’ εφαρμογή του νόμου περί συνεπιμέλειας των γονέων επί των ανηλίκων τέκνων τους (Ν. 4800/2021 που η νυν κυβέρνηση ασφαλώς έφερε στη Βουλή και ψήφισε), όριζε για τα τέκνα της Υπουργού ένα, κατά το διατακτικό της, ορισμένο καθεστώς συνεπιμέλειας αυτής και του πρώην συζύγου της. Κατόπιν, η Υπουργός, που δεν συμφώνησε με το περιεχόμενο της απόφασης, άσκησε μεν έφεση αλλά της ήταν ‘‘αδιανόητο’’ μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του εφετείου, η οποία κατ’ ελπίδα ή προσμονή της ίσως ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση, να έχει τη συνεπιμέλεια των παιδιών της και ο πατέρας τους.
Έτσι, μια νύχτα του περασμένου Δεκεμβρίου (δεν ξέρω να σας πω αν ήταν με φεγγάρι ή χωρίς) ψηφίστηκε από τη Βουλή η άνω τροπολογία, κατά την οποία ο ηττηθείς διάδικος μπορεί και σε θέματα επιμέλειας τέκνων, πριν το εφετείο, να ζητήσει από το πρωτόδικο δικαστήριο μία, στην πράξη, εκ νέου εξέταση της αγωγής και χωρίς να έχει επέλθει μεταβολή των δεδομένων. Ο δε άνω ‘‘αστικός μύθος’’ ‘‘κλείνει’’ με την επισήμανση ότι κατά τύχη (ή μη) η πρώτη ή μία από τις πρώτες που έκανε δικονομική χρήση της άνω τροπολογίας ήταν πάντως η Υπουργός που την έφερε προς ψήφιση στη Βουλή…!
Ζούμε σε μια ‘‘απίθανη’’ χώρα, όπου συμβαίνουν ‘‘απίθανα’’ πράγματα. Σε μια χώρα που ‘‘εξοκείλει’’, ιδίως τα τελευταία χρόνια, σε όλο και πιο πολλές και πιο τραγικές καταστάσεις που είτε θυμίζουν, είτε την ‘‘κατατάσσουν’’ κιόλας, στον ‘‘Τρίτο Κόσμο’’. Σε μια χώρα που τουλάχιστον οι ‘‘υγιώς’’ (και όχι ‘‘οπαδικώς’’ ή εξ’ ιδιοτελών κινήτρων) σκεπτόμενοι πολίτες ανησυχούν για την ποιότητα της δημοκρατίας της, την εφαρμογή του κράτους δικαίου και τη λειτουργία των θεσμών της. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι, αν αληθεύουν όλα τα παραπάνω για τη συγκεκριμένη Υπουργό, τι προκαλούν σε αυτούς, τους ‘‘υγιώς σκεπτόμενους’’ πολίτες, όλα αυτά τα ‘‘πράματα και θάματα’’ που ήδη περιγράφηκαν;
Απαντώ ευθέως και λέω ότι, κατά την προσωπική μου αντίληψη, όλα τα παραπάνω προκαλούν κλαυσίγελο. Από τη μια, ‘‘φέρνουν’’ στον μέσο πολίτη, αυτόν που διαθέτει ορθολογική νόηση και διάθεση αντικειμενικής κριτικής, ‘‘κλάμα’’, ‘‘λύπηση’’ και ‘‘αγανάκτηση’’. ‘‘Κλάμα’’, ‘‘λύπηση’’ και ‘‘αγανάκτηση’’ για την επικίνδυνη ‘‘αντι-δικονομική’’ ‘‘παρεκτροπή’’ που θεσπίστηκε, δηλαδή για τη νομική ‘‘ακρότητα’’ που ακυρώνει το νόημα, τη σειρά και τον διαδικαστικό ρου της δικονομίας, ‘‘κλάμα’’, ‘‘λύπηση’’ και ‘‘αγανάκτηση’’ για την ‘‘καθεστωτική’’ νοοτροπία παράγοντα της εκτελεστικής εξουσίας που επέφερε ‘‘νομοθέτηση ιδιωτικής χρήσεως’’, ‘‘κλάμα’’, ‘‘λύπηση’’ και ‘‘αγανάκτηση’’ για τον ευτελισμό των θεσμών, για την υποβάθμιση της δημοκρατίας και τον ‘‘ξεπεσμό’’ του Κοινοβουλίου που ενεργεί και αποφασίζει υπό το κράτος μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αποτελούμενης από Βουλευτές χωρίς φωνή, χωρίς προσωπικότητα και χωρίς ατομικό ‘‘έρμα’’.
Και βεβαίως ‘‘κλάμα’’, ‘‘λύπηση’’ και ‘‘αγανάκτηση’’ και για το ‘‘ξεχείλωμα’’ της ίδιας της έννοιας του νόμου. Νόμος είναι η γενική, αφαιρετικού τύπου, κανονιστική ρύθμιση σχέσεων, βιοτικών συνθηκών, φαινομένων και καταστάσεων που αφορούν την κοινωνία, και όχι φυσικά το (τυχόν) ‘‘υπαγορευόμενο’’ από ‘‘υψηλά ιστάμενο’’ πρόσωπο ‘‘φιρμάνι’’ που ‘‘φωτογραφίζει’’ την ατομική περίπτωση του προσώπου αυτού και τη ‘‘ρυθμίζει’’ κατά τρόπο ιδιοτελή ή έστω συμφέροντα για το πρόσωπο αυτό.
Από την άλλη, ‘‘παίζει’’ και ο ‘‘γέλωτας’’. ‘‘Γέλωτας’’, καθώς δεν είναι δυνατόν να μη ‘‘γελάσει’’ κάποιος όταν απλώς σκεφθεί ότι αυτή η κυβέρνηση ήταν που το 2019, όταν πρωτο-ανέλαβε, στον διαβόητο νόμο για το ‘‘επιτελικό κράτος’’ (Ν. 4622/2019) είχε καταστήσει υποχρεωτικές τις περίφημες ‘‘αρχές της καλής νομοθέτησης’’, τις οποίες βέβαια όχι μόνο ‘‘καταπατά’’ αλλά έχει ‘‘κουρελιάσει’’ εν προκειμένω (και όχι μόνο στην προκείμενη περίπτωση βεβαίως). Αλλά και ‘‘γέλωτας’’, καθότι, αναλογιστείτε, η άνω τροπολογία ‘‘επιβλήθηκε’’ ως δήθεν ‘‘κατεπείγουσα ρύθμιση’’! Δεν ‘‘άντεχε’’ προφανώς επί 80 χρόνια να παραμένει έτσι ‘‘κενό’’ το οικογενειακό δίκαιο, χωρίς να έχει στους ‘‘κόλπους’’ του την άνω ‘‘πρωτότυπη’’ πρόβλεψη και δια ταύτα έπρεπε, μια που το ήθελε και το ‘‘χρειαζόταν’’ και η Υπουργός άλλωστε (όπως λέει ο ‘‘αστικός μύθος’’), ‘‘κατεπειγόντως’’ να τη συμπεριλάβει. Προς ‘‘αποκατάσταση και της αξιοπιστίας’’ του….
Πριν ‘‘κλείσω’’ όμως, επιτρέψτε μου να αναρωτηθώ και για το τι σκέψεις ‘‘παράγουν’’ όλα τα παραπάνω σχετικά με τη στάση του Πρωθυπουργού(;). Προκαλούνται και για τον Πρωθυπουργό τα ίδια άνω ‘‘συναισθήματα’’; Θα αφήσω να απαντήσετε εσείς, αφού όμως σας υπογραμμίσω ότι, σε κάθε ‘‘πιθανό σενάριο’’, αυτός είναι, ούτως ή άλλως, ‘‘εκτεθειμένος’’. Προσέξτε: Αν υποτεθεί ότι ο Πρωθυπουργός δεν ήξερε για την εν λόγω τροπολογία, τότε μη που πείτε ότι δεν ‘‘κινδυνεύει’’ να μείνει στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία ως ο ‘‘Πρωθυπουργός που δεν γνώριζε, μήτε ρωτούσε και ούτε ήξερε’’ για (σχεδόν) τίποτε. Αν ήξερε και ‘‘ένιψε τας χείρας του’’ (δεν είναι εξάλλου η εποχή, την ώρα που το μέγα κομμάτι του ‘‘πολιτικού προσωπικού’’ και κυρίως η πλειοψηφία της κοινωνίας είναι επικριτές του, να ‘‘βάλει απέναντί του’’ και μια ισχυρή πολιτική οικογένεια του χώρου του, οικογένεια στην οποία ανήκει η άνω Υπουργός), τότε (αυτός ο Πρωθυπουργός) δεν είναι ‘‘μοιραίος’’ και ‘‘άβουλος’’; Και, εν πάση περιπτώσει, αν ήξερε για την τροπολογία και την ‘‘επικρότησε’’, τότε μήπως είναι ‘‘απαράδεκτος’’ και ‘‘αντι-θεσμικός’’;
Η Ελλάδα, συνεπώς, πρέπει να αλλάξει. Είναι ανάγκη, είναι όρος εθνικής επιβίωσης, είναι ‘‘ιστορική επιταγή’’ και χρέος του λαού μας. Και θα αλλάξει όχι με ‘‘αλλαγές στη νομοθεσία’’ προκειμένου να ‘‘επιβάλουν το δικό τους’’ και αυτό που τους ‘‘συμφέρει’’ αυτοί που είναι στην εξουσία, αλλά με βαθιές τομές, με ‘‘αποκατάσταση’’ του κράτους δικαίου και επαναφορά της λειτουργίας των θεσμών στις συνταγματικές και ουσιαστικές προδιαγραφές τους, όπως τις ορίζει το ίδιο το νόημα της Δημοκρατίας. Αυτοί, λοιπόν, που στην προεκλογική περίοδο, που ούτως ή άλλως ‘‘ζυγώνει’’, θα μιλήσουν με λογική και με πάθος για Δικαιοσύνη, για κοινωνική ισότητα και για την ευημερία των πολλών, και θα πείσουν, θα δουν να τους ακολουθεί (πολιτικώς) τόσο μεγάλο και τρανό πλήθος που τώρα κάποιοι ούτε καν ‘‘φαντάζονται’’……
Κατερίνη, 24-1-2026
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW
LLM IN EUROPEAN LAW
Cer. LSE in Business, International
Relations and the political science
ΥΓ. Διακινείται, ευρέως πια, ένα video στο διαδίκτυο, στο οποίο ο γνωστός δημοσιογράφος, κ. Άρης Πορτοσάλτε, ο οποίος (για να χρησιμοποιήσω την πιο ‘‘ήπια και κόσμια’’ διατύπωση) είναι ‘‘πιστός και ένθερμος υποστηρικτής’’ της κυβερνητικής πολιτικής, ‘‘κράζει’’ (επιτρέψτε μου), κατά το κοινώς λεγόμενον, το ‘‘Μαξίμου’’ για την τροπολογία. Όταν, λοιπόν, ακόμη και ο κ. Άρης αντιδρά τόσο έντονα και τόσο εμφατικά, σκεφτείτε εσείς και προσδιορίστε το ‘‘μέγεθος της κυβερνητικής κατρακύλας’’ εν προκειμένω αλλά φυσικά και γενικώς……