Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Γιατί το Κράτος επέστρεψε 12.000 ευρώ σε αγοραστή μεταχειρισμένου;

 
        Χρειάστηκαν χρόνια δικαστηρίων για έναν ιδιοκτήτη μεταχειρισμένου αυτοκινήτου που είχε εισαγάγει το όχημά του από άλλη χώρα της ΕΕ και βρέθηκε αντιμέτωπος με υπέρογκους δασμούς από το Τελωνείο Θεσσαλονίκης.

Έξι χρόνια χρειάστηκαν για να κλείσει μία υπόθεση που ξεκίνησε με έναν «φουσκωμένο» λογαριασμό από... 
 
 
το Τελωνείο και κατέληξε σε επιστροφή δεκάδων χιλιάδων ευρώ σε ιδιοκτήτη εισαγόμενου μεταχειρισμένου αυτοκινήτου. Ο αγοραστής είχε κληθεί να καταβάλει υπέρογκο Τέλος Ταξινόμησης, το οποίο –σύμφωνα με την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου– υπολογίστηκε με εσφαλμένη μεθοδολογία και χωρίς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας και του ιστορικού τέλους.

Το τελωνείο είχε καταλογίσει ποσό που άγγιζε τις 20.000 ευρώ, απαιτώντας την καταβολή σημαντικής εγγύησης προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία. Ο ιδιοκτήτης προσέφυγε δικαστικά, αμφισβητώντας τον τρόπο υπολογισμού, υποστηρίζοντας ότι δεν ελήφθησαν υπόψη κρίσιμα στοιχεία, όπως η πραγματική εμπορική αξία του οχήματος, η παλαιότητα, τα χιλιόμετρα και οι συντελεστές απομείωσης που προβλέπει η νομοθεσία. Το δικαστήριο δικαίωσε τον προσφεύγοντα, ακύρωσε την πράξη καταλογισμού και υποχρέωσε το Δημόσιο να επιστρέψει περίπου 12.000 ευρώ, μαζί με τα δικαστικά έξοδα.

Η ουσία της απόφασης δεν βρίσκεται μόνο στο ποσό που επιστρέφεται. Βρίσκεται κυρίως στο σκεπτικό. Το δικαστήριο έκρινε ότι η Διοίκηση οφείλει να τεκμηριώνει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζει τη φορολογητέα αξία εισαγόμενου μεταχειρισμένου οχήματος και να εφαρμόζει με συνέπεια τις διατάξεις περί απομείωσης και ιστορικού τέλους ταξινόμησης. Δεν αρκεί μία γενική αναφορά σε τιμοκαταλόγους ή σε εσωτερικούς πίνακες. Απαιτείται συγκεκριμένη, εξατομικευμένη κρίση.

Το ερώτημα είναι αν η απόφαση αυτή δημιουργεί δεδικασμένο για άλλες αντίστοιχες υποθέσεις. Στο ελληνικό διοικητικό δίκαιο, κάθε δικαστική απόφαση δεσμεύει κατ’ αρχήν τα συγκεκριμένα μέρη της υπόθεσης. Δεν λειτουργεί αυτόματα ως γενικό «πάτημα» που ακυρώνει όλους τους παρόμοιους καταλογισμούς. Ωστόσο, όταν διαμορφώνεται σαφής νομολογιακή κατεύθυνση, ιδιαίτερα αν υπάρξουν και επόμενες αποφάσεις με αντίστοιχο σκεπτικό, τότε δημιουργείται ισχυρό προηγούμενο που μπορεί να αξιοποιηθεί σε νέες προσφυγές.

Με απλά λόγια, δεν διαγράφονται αυτόματα τα πρόστιμα ή οι επιβαρύνσεις άλλων ιδιοκτητών. Όμως όσοι έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με υψηλούς και αμφισβητούμενους καταλογισμούς από τελωνεία, ιδίως σε εισαγόμενα μεταχειρισμένα από χώρες της ΕΕ, αποκτούν πλέον ένα σοβαρό νομικό εργαλείο. Μπορούν να επικαλεστούν το σκεπτικό της απόφασης και να ζητήσουν επανεξέταση ή να προσφύγουν δικαστικά, εφόσον θεωρούν ότι δεν εφαρμόστηκαν σωστά οι συντελεστές απομείωσης ή οι κανόνες υπολογισμού.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα της παραγραφής. Οι φορολογικές και τελωνειακές αξιώσεις υπόκεινται σε συγκεκριμένες προθεσμίες. Όσοι ενδιαφέρονται να κινηθούν νομικά πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα χρονικά περιθώρια, καθώς μετά την πάροδο τους οι δυνατότητες αμφισβήτησης περιορίζονται δραστικά.
 

newsauto.gr