Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Η Επανάσταση του Ολύμπου (1878) – Μνήμη και ιστορική παρακαταθήκη



    Γράφει ο Στέργιος Ι. Καλλέργης, Υποψήφιος Διδάκτωρ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών 

Η επέτειος της Επανάστασης του Ολύμπου το 1878 αποτελεί αφορμή ιστορικής μνήμης και αναστοχασμού για έναν αγώνα που, αν και δεν δικαιώθηκε άμεσα στο πεδίο της μάχης, άφησε βαθύ και ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία της Πιερίας και της Μακεδονίας συνολικά. Τα...  
 
 
γεγονότα εκείνης της περιόδου εντάσσονται στο ταραγμένο βαλκανικό περιβάλλον του ύστερου 19ου αιώνα, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε παρακμή και τα εθνικά κινήματα των λαών της περιοχής διεκδικούσαν δυναμικά το μέλλον τους. Αφορμή για την επαναστατική κινητοποίηση υπήρξε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877–1878) και κυρίως η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η οποία προέβλεπε τη δημιουργία μιας μεγάλης βουλγαρικής ηγεμονίας, στην οποία εντασσόταν και μεγάλο μέρος της Μακεδονίας. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έντονη ανησυχία στους ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι φοβήθηκαν ότι θα αγνοηθεί πλήρως η εθνική και ιστορική τους παρουσία. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ένοπλη δράση θεωρήθηκε από πολλούς ως ο μόνος τρόπος για να καταδειχθεί προς τη διεθνή κοινότητα η βούληση του ελληνικού στοιχείου.

Το Λιτόχωρο, με τη στρατηγική του θέση στους πρόποδες του Ολύμπου, την ανεπτυγμένη κοινοτική ζωή και την ισχυρή εκκλησιαστική παράδοση, αναδείχθηκε σε κέντρο της επαναστατικής προσπάθειας στην Πιερία. Τον Φεβρουάριο του 1878 συγκροτήθηκαν επαναστατικές επιτροπές και οργανώθηκαν ένοπλα σώματα από την περιοχή και τα γύρω χωριά, με στόχο την έναρξη γενικευμένης εξέγερσης. Οι επαναστάτες επιδίωξαν να δημιουργήσουν τετελεσμένα γεγονότα, ελπίζοντας ότι οι εξελίξεις θα ευνοούσαν τελικά τα ελληνικά αιτήματα. Παράλληλα με το Λιτόχωρο, επαναστατική δράση εκδηλώθηκε και στον Κολινδρό, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για μια μεμονωμένη τοπική αντίδραση, αλλά για μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου κινητοποίησης στην Πιερία. Οι κινήσεις στον Κολινδρό είχαν τον ίδιο εθνικό προσανατολισμό και στόχο, δηλαδή την αντίσταση στην Οθωμανική κυριαρχία και τη διασφάλιση του ελληνικού χαρακτήρα της περιοχής. Αν και οι εξεγέρσεις αυτές δεν κατόρθωσαν να συντονιστούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να ανατρέψουν την κατάσταση, αποτελούν κρίκους της ίδιας ιστορικής αλυσίδας. Η αντίδραση των οθωμανικών αρχών υπήρξε άμεση και σφοδρή. Υπέρτερες στρατιωτικές δυνάμεις κινήθηκαν εναντίον των επαναστατών, οδηγώντας στην καταστολή της εξέγερσης. Το Λιτόχωρο πυρπολήθηκε, σπίτια και περιουσίες καταστράφηκαν, ενώ πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, βιώνοντας τον πόνο της προσφυγιάς. Παρόμοιες πιέσεις ασκήθηκαν και στον Κολινδρό, επιβεβαιώνοντας το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν οι τοπικές κοινωνίες.
Σημαντικό γεγονός για την πορεία της Επανάστασης ήταν ο σχηματισμός από αντιπροσώπους της Επαρχίας του Ολύμπου της προσωρινής Επαναστατικής Κυβέρνησης, στις 19 Φεβρουαρίου, ημέρα Κυριακή και την ίδια ημέρα που υπογράφηκε η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Μέλη της κυβέρνησης εκείνης ήταν οι: Από το Λιτόχωρο οι Ευάγγελος Κοροβάγκος, ο οποίος έγινε και Πρόεδρος, ο Αθανάσιος Αστερίου, Ιατρός, ο Γιώργος Ζαχαριάδης, ο Γιάννης Νικολάου και ο Γιάννης Βεργίδης, από την Σκοτίνα οι Δημήτριος Σακελλαρίδης, Ιατρός, και Νικόλαος Μήτσιος, από την Ιερά Μονή Πέτρας μέλη υπήρξαν ο ιερομόναχος Νικηφόρος και ο ιερέας Αθανάσιος Γεωργίου. Αργότερα, μέλος της Κυβέρνησης έγινε και ο Νικόλαος Λούσης, ο επίσκοπος Κίτρους. Η απόφαση συνυπογράφηκε και από 40 αντιπροσώπους από χωριά της Πιερίας και της Κοζάνης, όπως το Καταφύγι και ο Βελβενδός Κοζάνης αλλά και το Λιβάδι Ολύμπου.
Ιδιαίτερη θέση στα γεγονότα κατέχει η συμβολή της Εκκλησίας. Ο Επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος Λούσης υπήρξε σημαντική πνευματική μορφή της εποχής, ενισχύοντας το ηθικό των κατοίκων και στηρίζοντας τον αγώνα σε μια περίοδο όπου η Εκκλησία λειτουργούσε ως φορέας εθνικής συνείδησης και συνοχής. Η παρουσία και η στάση του υπογραμμίζουν τον καθοριστικό ρόλο του εκκλησιαστικού παράγοντα στους εθνικούς αγώνες της Μακεδονίας, όπου πίστη και πατρίδα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες.

Παρότι η επανάσταση του 1878 δεν οδήγησε στην άμεση απελευθέρωση της περιοχής, η ιστορική της σημασία υπήρξε καθοριστική. Ανέδειξε διεθνώς το μακεδονικό ζήτημα, ενίσχυσε το εθνικό φρόνημα και προετοίμασε το έδαφος για τους μεταγενέστερους αγώνες, που θα κορυφώνονταν με τον Μακεδονικό Αγώνα και τελικά με την απελευθέρωση της Μακεδονίας το 1912-1913.
Σήμερα, τιμώντας την επέτειο της επανάστασης του Λιτοχώρου και συνδέοντάς την με τα γεγονότα στον Κολινδρό, δεν θυμόμαστε απλώς ένα ιστορικό επεισόδιο. Τιμούμε τη συλλογική προσπάθεια, τη θυσία και την αντοχή των ανθρώπων της Πιερίας, που, παρά τις αντιξοότητες, κράτησαν ζωντανή την εθνική τους ταυτότητα και άνοιξαν τον δρόμο για τις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν. Η μνήμη αυτή αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για το παρόν και το μέλλον της τοπικής και εθνικής μας ιστορίας.