Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Μισθοί «πείνας» στην Ελλάδα: Τρεις στους δέκα εργαζόμενους έχουν μεικτές αποδοχές κάτω ή στα όρια του κατώτατου!


   Ο μέσος μισθός των μισθωτών το 2025 είχε μικρότερη αγοραστική αξία από τον μισθό του 2024

 Με μισθούς «πείνας» προσπαθούν να επιβιώσουν οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα στη χώρα μας, καθώς...  

 

τρεις στους δέκα (28,27%) το 2025 είχε μεικτές αποδοχές κάτω ή γύρω από τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ που ισχύει μέχρι σήμερα.

Επιπλέον, οι όποιες αυξήσεις στους μισθούς τον ίδιο χρόνο, για τις οποίες θριαμβολογεί ασύστολα η κυβέρνηση, είναι μια απάτη, αφού αυτές περιορίζονται στο 1,46% (!), δηλαδή είναι κάτω και από τον επίσημο πληθωρισμό του έτους που διαμορφώθηκε στο 2,4%!

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Ειδικό Ετήσιο Τεύχος «Εργάνη» του 2025, προκύπτει πως το περασμένο έτος 695.816 εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είχαν μηνιαίες αποδοχές κάτω από 900 ευρώ και αυτά μεικτά.

Μάλιστα 379.682 μισθωτοί από αυτούς είχαν μεικτό μισθό κάτω από τα 800 ευρώ, δηλαδή σαφώς κάτω και από τον κατώτατο.

Από 901 – 1.000 ευρώ μεικτά λάμβανε το 8,23% των μισθωτών και από 1.001 έως 1.200 ευρώ μεικτά το 24,29%.

Δηλαδή, σε σύνολο 2,460 εκατομμύρια μισθωτούς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου οι 1,494 εκατομμύρια (60,79%) βλέπουν με το… κιάλι τα 1.500 ευρώ μεικτά, το διαφημιστικό σλόγκαν της κυβέρνησης που υπόσχεται ότι θα φτάσει ο μέσος μισθός.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση της εργατικής τάξης, όπως αποτυπώνεται και στα επίσημα στοιχεία, η δήλωση της υπουργού Εργασίας Ν.Κεραμέως, ότι δήθεν «η πολιτική μας για τα ζητήματα της εργασίας και οι δράσεις μας για την αύξηση της απασχόλησης και την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών αποδίδουν απτά, άμεσα, θετικά αποτελέσματα», είναι τουλάχιστον προκλητική και η «δημιουργική στατιστική» που επιστρατεύει δεν μπορεί να σβήσει το γεγονός πως ένα μεγάλο τμήμα των εργαζομένων αδυνατεί να ικανοποιήσει ακόμα και τις βασικές του ανάγκες, γιατί απλά ο μισθός δεν φτάνει.

Άλλωστε οι αριθμοί μιλάνε από μόνοι τους.

Έτσι, ο μέσος μισθός πλήρους και μερικής απασχόλησης το 2025 διαμορφώθηκε μόλις στα 1.362,6 ευρώ από 1.342 ευρώ το 2024.

Η αύξηση δηλαδή είναι μόλις 20 ευρώ τον μήνα και σε ποσοστό ανέρχεται στο 1,46%. Δηλαδή η υποτιθέμενη αύξηση στην πράξη υπολείπεται ακόμα και του επίσημου πληθωρισμού.

Στην πραγματικότητα, ο μέσος μισθός των μισθωτών το 2025 είχε μικρότερη αγοραστική αξία από τον μισθό του 2024.

Εξάλλου, από αυτόν τον μισθό πρέπει να αφαιρεθούν οι ασφαλιστικές εισφορές προς τον ΕΦΚΑ (περίπου 15%) αλλά και ο φόρος που αναλογεί.

Αν μάλιστα ο υπολογισμός του μέσου μισθού γίνει όχι κατά εργαζόμενο, αλλά με βάση τις θέσεις εργασίας – καθώς 131.122 εργαζόμενοι απασχολούνται σε περισσότερες από μία επιχειρήσεις – τότε αυτός μειώνεται στα 1.293,7 ευρώ μεικτά.

Επιπλέον ο μισθός αυτός για τον οποίο πανηγυρίζει η κυβέρνηση καταφεύγοντας επίμονα σε συγκρίσεις με το 2019, χωρίς όμως να συνυπολογίζει την τεράστια ακρίβεια που επιβλήθηκε την επταετία που μεσολάβησε από τότε, δεν είναι ο μισθός ενός τυπικού οκταώρου.

Μέσα περιλαμβάνονται όλες οι αποδοχές των μισθωτών, οι υπερωρίες, η εργασία τη νύχτα, τις αργίες κ.λπ.

Είναι ένας μισθός που στην κυριολεξία βγαίνει με τους εργαζόμενους να εξοντώνονται σε ωράρια χωρίς αρχή, μέση και τέλος, με ατέλειωτες υπερωρίες και 13ωρα μπας και καλυφθούν οι υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα τα εκατοντάδες «ατυχήματα» με νεκρούς και σακατεμένους στους χώρους δουλειάς. Ολα αυτά η κυβέρνηση βαφτίζει «ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος»!

Στους χαμηλούς και πολύ χαμηλούς μισθούς αποτυπώνεται και η υποαπασχόληση, η οποία επίσημα (κάτω από 35 ώρες) ανέρχεται στο 21,5%, με τους μισούς από αυτούς τους εργαζόμενους να εργάζονται κάτω και από τις 20 ώρες την εβδομάδα.

Ο αριθμός των επιχειρήσεων που λειτουργούσαν στη χώρα μας το 2025 σύμφωνα με την «Εργάνη» ήταν 304.568, που μαζί με τα παραρτήματά τους ανέρχονταν στις 355.509.

Παρά την ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων (218.212) που απασχολούν από 1 έως 4 εργαζόμενους και συνολικά καλύπτουν το 15,26% της μισθωτής εργασίας, εντούτοις στον αντίποδα, μόλις 937 επιχειρήσεις με πάνω από 250 εργαζόμενους η καθεμία απασχολούν 750.113 μισθωτούς (28,94%) του συνόλου των απασχολούμενων.

Αλλες 4.784 επιχειρήσεις με πάνω από 50 εργαζόμενους η καθεμία απασχολούν συνολικά 474.214 άτομα. Συνολικά οι δύο αυτές κατηγορίες που αριθμούν μόλις 5.721 επιχειρήσεις, απασχολούν το 47,24% του συνόλου των μισθωτών, δηλαδή σχεδόν έναν στους δύο εργαζόμενους στη χώρα μας.