Με «ταρίφα» 500 ευρώ τον μήνα ένας επίορκος αστυνομικός (από τη δικογραφία προκύπτει εμπλοκή κι άλλων συναδέλφων του) φέρεται να έδινε πληροφορίες στα ηγετικά μέλη της μαφίας των λαθραίων τσιγάρων που εξαρθρώθηκε από το «ελληνικό FBI».
Πρόκειται...
για πληροφορίες που ζητούσε απευθείας ο 39χρονος, που ήταν γνωστός στην πιάτσα με το ψευδώνυμο «Γραφείο», για λογαριασμό του φερόμενου ως αρχηγού, του 48χρονου «Πούτιν», με τη χαρακτηριστική μπορντό καρέκλα στο καθιστικό του σπιτιού του στα Άνω Λιόσια.
Όπως προκύπτει από την πολυσέλιδη δικογραφία, το ενδιαφέρον των ηγετικών μελών της εγκληματικής οργάνωσης ήταν για πινακίδες οχημάτων, στις οποίες είχαν πρόσβαση οι επίορκοι αστυνομικοί και μπορούσαν να δουν σε ποιον ανήκε ή εάν είναι συμβατικό αυτοκίνητο της ΕΛ.ΑΣ.
Από τα στοιχεία που συνέλεξαν οι αστυνομικοί του «ελληνικού FBI», φαίνεται να προκύπτει εμπλοκή ακόμα δύο επίορκων συναδέλφων τους, καθώς σε συνομιλίες γίνεται αναφορά σε άτομα που «είναι σε υπηρεσία» κι έχουν πρόσβαση στα αρχεία του POL.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο 55χρονος αστυνομικός, που κατηγορείται το χρονικό διάστημα από 19/11/2025 έως 21/01/2026, προχώρησε σε έλεγχο 31 οχημάτων για λογαριασμό, όπως προέκυψε, των μελών της οργάνωσης, που του έδιναν 500 ευρώ μηνιαίως.
Υπενθυμίζεται ότι για την εξάρθρωση της διεθνικής εγκληματικής οργάνωσης που δραστηριοποιούνταν στην παράνομη επεξεργασία καπνού και στην παραγωγή και διακίνηση λαθραίων καπνικών προϊόντων, πραγματοποιήθηκε συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση την Παρασκευή και το Σάββατο, 6 και 7 Φεβρουαρίου 2026, σε περιοχές της Αττικής, της Στερεάς Ελλάδας, της Εύβοιας και της Μαγνησίας.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης συνελήφθησαν συνολικά 26 μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και τα δύο αρχηγικά, ενώ για την υπόθεση κατηγορούνται επιπλέον 13 άτομα, μεταξύ των οποίων και ένας αστυνομικός. Παράλληλα, ερευνάται η εμπλοκή ακόμα 9 ατόμων.
Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για –κατά περίπτωση– εγκληματική οργάνωση, παράβαση του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, πλαστογραφία, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων, προστασίας αρχαιοτήτων και συνέργεια σε λαθρεμπορία.
