«Η εμπορία του Ευαγγελίου & έργων του Θεόφιλου είναι κακούργημα» λέει ο πρόεδρος του Σωματείου Εκτιμητών/Πραγματογνωμόνων Έργων και Αντικειμένων Τέχνης Ελλάδος και Κύπρου
Η πρώτη ήταν στις 24 Φεβρουαρίου 2026, όταν έφτασε στους αστυνομικούς μια ανώνυμη καταγγελία μέσω mail.
«Θα ήθελα να θέσω υπόψη σας μία συστηματική και συνεχιζόμενη προσπάθεια εξαπάτησης του φιλότεχνου κοινού μέσω τηλεοπτικών και διαδικτυακών δημοπρασιών, πλαστών έργων τέχνης» αναφερόταν χαρακτηριστικά στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα.
Στο συγκεκριμένο email, μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, φέρεται να επισυνάπτονταν φωτογραφίες που απεικόνιζαν πίνακες γνωστών ζωγράφων, 14 σύνδεσμοι: 7 παρέπεμπαν σε πίνακες που διατίθεντο προς πώληση μέσω του site του και 7 τηλεοπτικές δημοπρασίες από το κανάλι του στο YouTube.
Η δεύτερη καταγγελία λίγες μέρες αργότερα, στις 6 Μαρτίου, έφτασε ένα ακόμη mail στους αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Αυτή τη φορά ήταν μια επώνυμη καταγγελία από σημαίνον στέλεχος του κόσμου των τεχνών, όπου γινόταν λόγος για τηλεοπτική δημοπρασία που εκτίθεντο προς πώληση πλαστά έργα και ευτελούς αξίας.
Μάλιστα, φέρεται να ανέφερε πως δημοπρατούνταν έργα των Αλέκου Φασιανού, Δημήτρη Μυταρά και Γιάννη Τσαρούχη.
Τέλος, στις 19 Μαρτίου, έγινε μια ακόμη καταγγελία από έναν Κύπριο βυζαντινολόγο για το επίμαχο Ευαγγέλιο, χρονολογίας του 1745.
Αυτή η καταγγελία στάθηκε και η αφορμή για την επιχείρηση της περασμένης Παρασκευής και τελικά στη σύλληψη του Γιώργου Τσαγκαράκη.
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με βαριές κατηγορίες, με τον εισαγγελέα να ασκεί σε βάρος του ποινική δίωξη για πέντε αδικήματα εκ των οποίων τα 4 είναι σε βαθμό κακουργήματος.
Συγκεκριμένα, σε βάρος του Γ. Τσαγκαράκη ασκήθηκε ποινική δίωξη για:
- Υπεξαίρεση αρχαίου και νεότερων μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τελεσθείσα κατ’ επάγγελμα.
- Παράβαση της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου.
- Διακεκριμένη περίπτωση κατασκευής-έκθεσης διακίνησης-διάθεσης-κατοχής έργων τέχνης με σκοπό παραπλάνησης, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα, κατά επάγγελμα και σε εμπορική κλίμακα, κατ’ εξακολούθηση.
- Απάτη με ζημιά ιδιαίτερα μεγάλη, κατ’ εξακολούθηση.
- Διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσα, κατ’ επάγγελμα.
Παράλληλα, σε βάρος της υπαλλήλου του γκαλερίστα ασκήθηκε δίωξη για αποδοχή αρχαίου κινητού μνημείου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που αποτελεί προϊόν εγκλήματος.
Η δικογραφία παραπέμφθηκε σε ανακριτή από τον οποίο οι κατηγορούμενοι ζήτησαν και έλαβαν προθεσμία να απολογηθούν την Τρίτη.
«Η εμπορία του Ευαγγελίου & έργων του Θεόφιλου είναι κακούργημα»
Ο Αχιλλέας Τσαντίλης, Πρόεδρος του Σωματείου Εκτιμητών/Πραγματογνωμόνων Έργων και Αντικειμένων Τέχνης Ελλάδος και Κύπρου, ξεκαθαρίζει ότι έργα που πωλούσε ο συλληφθείς, αν ήταν αυθεντικά, θα ήταν τελείως διαφορετική η τιμή τους.
«Στο χρηματιστήριο της αγοράς της τέχνης δηλαδή, τα έργα αυτά έχουν υπερπολλαπλάσια τιμή. Δηλαδή ένα αντίστοιχο έργο του Θεόφιλου, δεν είναι της τάξης των 25, 30, 35 χιλιάδων ευρώ, αλλά είναι αρκετά μεγαλύτερη η τιμή. Αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι και οι άνθρωποι οι οποίοι προσεγγίζουν το θέμα, δια της οδού αυτής που αναφέρετε, έχουν και την ευθύνη των αποφάσεων και των πράξεών τους», τόνισε ο κ. Τσαντίλης.
Το Ευαγγέλιο και πολλά από τα έργα τέχνης που πουλούσε ο γκαλερίστας είναι κατοχυρωμένα ως μνημεία και απαγορεύεται η εμπορία τους, εξηγεί ο δικηγόρος και συλλέκτης, Στέλιος Γκαρίπης.
«Δεν είναι γκαλερίστας. Στη Μύκονο τον ξέραμε ως “Κοσμηματοπώλη”. Τόσο από το Ευαγγέλιο που δε συγχωρείται η άγνοια του κυρίου Τσαγκαράκη να λέει ότι «εγώ δεν ήξερα ότι είναι μνημείο», υπάρχει ο νόμος από το 2021 που το κατοχυρώνει ως μνημείο που προστατεύεται και είναι κακούργημα η εμπορία του. Αλλά είδα και έργο του Θεόφιλου, το οποίο επίσης, είχε ανακηρυχθεί ως μνημείο», υπογράμμισε ο κ. Γκαρίπης.
Πώς μπορεί να εξακριβωθεί εάν ένας πίνακας είναι αληθινός
Ο Γιώργος Οικονομόπουλος, δικηγόρος και νομικός σύμβουλος Εθνικής Πινακοθήκης, μιλώντας στην εκπομπή είπε πως η πλαστογραφία στην Ελλάδα έχει πάρει τα τελευταία χρόνια εκρηκτικές διαστάσεις.
«Σε αυτό έχει συμβάλει πολύ η λειτουργία διαφόρων πλατφορμών αλλά και το διαδίκτυο, οι διαδικτυακές πωλήσεις που διεξάγονται. Ακριβώς αυτή η εκρηκτική κατάσταση στην πλαστογραφία έργων τέχνης, ανάγκασε το Υπουργείο, και ιδιαίτερα την υπουργό την κ. Λίνα Μενδώνη, και εισηγήθηκε νομοσχέδιο, ο οποίος έγινε νόμος, είναι ο νόμος 5271 του 2021, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ριζικά η πλαστογραφία και απάτη επί έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. Πλέον και ο συγκεκριμένος ελεγχόμενος θα ελεγχθεί με βάση το νόμο αυτό. Εισάγεται η εξής διαφορά. Ότι μπορεί να ελεγχθεί κάποιος για πλαστό έργο τέχνης, αρκεί να το εκθέσει, να το διαθέσει, να το διακινήσει ή και να το δεχθεί στην κατοχή του, ή να το κατέχει. Που σημαίνει τι; Ότι τιμωρείται η απλή κατοχή του πλαστού έργου τέχνης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάρχει σκοπός παραπλάνησης.
Ο Κωνσταντίνος Γώγος, δικηγόρος του γνωστού γκαλερίστα, μίλησε στην εκπομπή «Εξελίξεις Τώρα» για την υπόθεση.
«Έχει πείρα 30 χρόνων και δεν έχει απασχολήσει ποτέ τις Αρχές. Έσκασε η υπόθεση από ένα βίντεο με το συγκεκριμένο Ευαγγέλιο. Πράγματι το Ευαγγέλιο είναι γνήσιο και υπάγεται στο νόμο περί αρχαιοτήτων, και δυστυχώς το εισήγαγε ακριβώς προς πώληση. Η αστυνομία πράγματι έκανε ταχύτατα τη δουλειά της, ξεκίνησε έρευνα και από την έρευνα αυτή προέκυψε όλη η δικογραφία η οποία εισήχθη στην εισαγγελία και η εισαγγελία άμεσα άσκησε το κατηγορητήριο και μάλιστα την Τρίτη έχουμε την ανάκριση.
»Οφείλουμε να πούμε το εξής: Το συγκεκριμένο κομμάτι, το οποίο ακριβώς είναι εξ Ιταλίας, έχω πολύ μεγάλη αμφιβολία αν και εφόσον υπάγεται πράγματι στους ελληνικούς ποινικούς νόμους περί αρχαιοτήτων και αν όντως για την Τρίτη θα έπρεπε να εκδοθεί άδεια από το τμήμα αρχαιοτήτων για να εισαχθεί στην Ελλάδα ή αν θα έπρεπε να περάσει από Ιταλία για να έχει νομιμότητα. Δηλαδή αν όντως έχει τελεστεί ποινικό αδίκημα στην Ελλάδα ή αν αυτό το κομμάτι θα έπρεπε να έχει βγάλει άδεια στην Ιταλία και να μας έρθει εν συνεχεία στην Ελλάδα νόμιμο. Άρα έχω μια πολύ μεγάλη αμφισβήτηση νομικά. Θα ήθελα τη Δευτέρα να δω τη δικογραφία».
