(Του Μάρκου Μπόλαρη)
Ο Μάρτης είναι ο μήνας του Mars,
καταπώς λατινικά ονόμαζαν...
τον Θεό του πολέμου, του Δία τον γιό, τον Άρη,
και τούτο επειδή λήγοντος του χειμώνα,
στους αιώνες , ο στρατός, που προπαρασκευάστηκε,
μπορούσε πλέον να πορευτεί στα πεδία των μαχών !
Κι ενώ ο τόπος λουλούδίζει
μενεξέδες και ζουμπούλια, αμυγδαλιές και ροδακινιές, αχλαδιές και δαμασκηνιές,
οι άνθρωποι απ’ της ιστορίας τα βάθη
σπαθιά ακονίζαν, αιχμές, λόγχες, βέλη, άρματα
κράνη κι ασπίδες, θώρακες και κνημίδες,
ετοίμαζαν, εννοώ, ο τρόπος άλλαξε,
αείποτε ετοιμάζουν, φρενίτιδα,
βόμβες, πυραύλους, τορπίλες, drowns, αεροπλάνα
Άνοιξη στην φύση , γελάει ο ουρανός,
χελιδόνια και χελιδονίσματα ,
ο Μάρτης στο παιδικό χέρι ερυθρόλευκος,
και των πελαργών το καλωσόρισμα,
ο Μάρτης του πολέμου μήνας, λιώσαν τα χιόνια ,
να εκστρατεύσουν μπορούν οι οπλίτες,
η ζωή κι ο θάνατος χέρι - χέρι , πάντα,
την τραγωδία οι Έλληνες,
την τραγωδία στη ζωή, αυτοί πρώτοι περιέγραψαν την τραγωδία στης ύπαρξης τα μύχια,
την βιοτή στις ακρώρειες ,
λευκός ο κρίνος της Παναγίας του Ευαγγελισμού,
που μέσα του ευώδιασε τον ύπνο της
η πεταλούδα των Ελεύθερων Πολιορκημένων,
κι άλικο το αίμα που βάφει της μάχης τα πεδία,
τότε και πάντοτες,
το άσπρο και το κόκκινο πάντα μαζί ,
του Μάρτη λευκά τα αγριολούλουδα
και φοινικούν το γαίμα ,
Ρόδον το Αμάραντον στα Χαιρονύμφια
των Παρασκευών της Σαρακοστής
ανοίξοντες το στόμα άσωμεν,
τέτοιες μέρες η μαννούλα μου ,
Μαρτιάτικες
της ανθηφορίας και των αγέρηδων,
μέρες που τα παμπόρια είχαν σηκωθεί σαρακοστιανά
και πολύχρωμα πετούσαν ωραίζοντας τας Σέρρας ,
σ’ ένα όμορφο προσφυγικό Βενιζελικό σπιτάκι,
πάνω στην οδό Μεραρχίας Σερρών,
στες πέντε του Μάρτη ,
ημέρα που του Αγίου Μάρκου του Φιλοσόφου
και Ασκητού η μνήμη τιμάται,
ήταν ιδιαίτερα αγαπητός συγγραφέας ο Μάρκος
στους αναγνώστες το πάλαι , σοφίας έμπλεως,
«πάντα πώλησον» , έλεγαν, «Μάρκον αγόρασαν»
ατίμητη έκριναν την αξία της σοφίας του,
διό και Φιλόσοφον τον απεκάλεσαν,
ωσάν την σήμερον μιά του Μάρτη μέρα, στες πέντε
η μάννα μου τον πρωτότοκό της υιό έτεκε,
ευγνωμόνως την μνημονεύω,
η μάννα έν κρύον νερόν,
δύσκολη μιά γέννα
γέννα στην οποία πρωτοστάτησε η θειά Βασιλική ,
της γιαγιάς μου αδελφή της Χρυσούλας,
που ως μαμμή λειτουργούσε μ’ ευθύνη
έγνοια κι εμπειρία, αγιασμένα τα χέρια της,
στους καιρούς εκείνους
που η ειδικότητα του μαιευτήρα ήταν σπάνια,
κι ήταν πάνω στο κομοδίνο δίπλα
στης γέννας την κλίνη στο προσφυγικό σπίτι,
του Μάρτη ευωδιαστός ένας χαιρετισμός,
μαβί μυρωδιαστό ένα ζουμπούλι,
να ευωδιάζει , Έαρ και γαρ γλυκύ,
να ευωδιάζει το σπίτι αμή κι τις ψυχές μας,
νύν και αεί !
Στης ζωής την ωραιότητα, έκτοτε,
θείον δώρον κι ευλογία,
στης πολυκύμαντης ζωής τον κλύδωνα,
στού Μάρτη των αντιθέσεων,
της τραγωδίας τον Μάρτη
της ζωής τον ανθηφόρο Μάρτη !
Εύχεσθε !