Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Η Μοσάντ είχε «χακάρει» τις κάμερες κυκλοφορίας της Τεχεράνης εδώ και χρόνια


     Μέλη της Μοσάντ είχαν παραβιάσει εδώ και αρκετά χρόνια το δίκτυο καμερών κυκλοφορίας της Τεχεράνης, προκειμένου να κατασκοπεύουν τον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, τους σωματοφύλακές του και άλλους κορυφαίους Ιρανούς αξιωματούχους, πριν από τη δολοφονία τους.

Το Ισραήλ φέρεται...  
 
 
να απέκτησε πρόσβαση σχεδόν στο σύνολο των καμερών της πόλης, οι οποίες χρησιμοποιούνται εκτενώς από το Ιράν για την παρακολούθηση τόσο των αντιπάλων του καθεστώτος όσο και του ίδιου του πληθυσμού. Μέσω αυτού του δικτύου, παρακολουθούσε τις κινήσεις της ιρανικής ηγεσίας και κυρίως των δυνάμεων ασφαλείας της.

Οι εικόνες, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, μεταδίδονταν απευθείας στο Τελ Αβίβ, επιτρέποντας στη Μοσάντ να αποκτήσει λεπτομερή γνώση για τις διευθύνσεις κατοικίας των δυνάμεων ασφαλείας, τα ωράρια εργασίας τους και τα πρόσωπα που είχαν αναλάβει να προστατεύουν.

Όπως αναφέρουν πληροφορίες από πρόσωπα που έχουν σχέση με τη Μοσάντ, μία συγκεκριμένη γωνία κάμερας αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη, καθώς έδινε τη δυνατότητα στους πράκτορες να παρακολουθούν πού στάθμευαν οι σωματοφύλακες τα προσωπικά τους οχήματα όταν έφθαναν στο συγκρότημα του Ανώτατου Ηγέτη, στην οδό Παστέρ, στο κέντρο της Τεχεράνης.

Οι παρακολουθήσεις αυτές εντάσσονταν, σε μια πολυετή εκστρατεία συλλογής πληροφοριών που οδήγησε τελικά στη δολοφονία του Χαμενεΐ το Σάββατο 28/2, όταν αεροσκάφη που είχαν απογειωθεί απευθείας από ισραηλινές στρατιωτικές βάσεις, εκτόξευσαν έως και 30 πυραύλους ακριβείας στο συγκρότημά που κατοικούσε με την οικογένειά του.

Όταν το Ισραήλ εντόπισε τον Χαμενεΐ το πρωί της 28ης Φεβρουαρίου, προκάλεσε αρχικά διακοπές λειτουργίας σε περίπου δώδεκα πύργους κινητής τηλεφωνίας κοντά στην οδό Παστέρ. Ως αποτέλεσμα, τα τηλέφωνα εμφανίζονταν κατειλημμένα κατά τις κλήσεις, εμποδίζοντας την ασφάλειά του να λάβει ενδεχόμενες προειδοποιήσεις.

«Γνωρίζαμε την Τεχεράνη όπως γνωρίζουμε την Ιερουσαλήμ», δήλωσε στους Financial Times Ισραηλινός αξιωματούχος των μυστικών υπηρεσιών. «Και όταν γνωρίζεις ένα μέρος τόσο καλά όσο γνωρίζεις τον δρόμο όπου μεγάλωσες, εντοπίζεις αμέσως οτιδήποτε είναι εκτός τόπου».

Σύμφωνα με την εφημερίδα, και η CIA διέθετε ανθρώπινη πηγή που παρείχε κρίσιμες πληροφορίες. Σε συνδυασμό με ισραηλινά εργαλεία και αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης, που ανέλυσαν τεράστιο όγκο δεδομένων σχετικά με την ιρανική ηγεσία και τις μετακινήσεις της, η πηγή συνέβαλε στον ακριβή εντοπισμό του Χαμενεΐ, έως και τη συνάντηση κατά την οποία χτυπήθηκε.

Μόλις Ισραήλ και ΗΠΑ επιβεβαίωσαν τον τόπο διεξαγωγής της συνάντησης, έκριναν ότι έπρεπε να κινηθούν άμεσα. Σε περίπτωση πολέμου, ο Αγιατολάχ θα μεταφερόταν σε υπόγεια καταφύγια, ανθεκτικά σε βόμβες και η άμεση δράση προσέφερε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.

Αξιωματούχοι της Μοσάντ φέρεται να σχεδίαζαν την επίθεση επί μήνες, αλλά έλαβαν την τελική απόφαση μόλις επιβεβαίωσαν την τοποθεσία του. Χρησιμοποίησαν τις κάμερες κυκλοφορίας που έδειχναν ότι η συνάντηση εξελισσόταν κανονικά, παραβίασαν τηλεφωνικά δίκτυα και αξιοποίησαν την πηγή της CIA που βρισκόταν επί τόπου.

Κατά τη διάρκεια της επιδρομής, ανώτεροι Ιρανοί αξιωματούχοι εθνικής ασφάλειας βρίσκονταν σε άλλο σημείο του κτιρίου.

Δύο υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί ηγέτες, ο Υποναύαρχος Αλί Σαμχανί και ο διοικητής του IRGC, Υποστράτηγος Μοχάμεντ Πακπούρ καθώς και η κόρη, το εγγόνι, η νύφη και ο γαμπρός του Χαμενεΐ σκοτώθηκαν επίσης στις επιθέσεις στην Τεχεράνη.

Η 79χρονη σύζυγος του Ανώτατου Ηγέτη, Μανσουρέ Χοτζαστέχ Μπαγερζαντέχ, σκοτώθηκε επίσης, όπως και ο Ιρανός πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ.

Το Ιράν ανταπέδωσε στη συνέχεια, εξαπολύοντας σφοδρές επιθέσεις σε γειτονικές χώρες του Κόλπου, με εκρήξεις στο Κατάρ, το Ισραήλ, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, το Ιράκ, το Ομάν και τη Σαουδική Αραβία.