Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Σαν σήμερα το 1877 ανακαλύφθηκε ο Ερμής του Πραξιτέλη στην Αρχαία Ολυμπία και συγκλόνισε την αρχαιολογία

 
     Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Ερμής έχει αναλάβει, κατ' εντολή του  
 
Σαν σήμερα 26 Απριλίου του 1877 ανακαλύφθηκε στην Αρχαία Ολυμπία ο περίφημος Ερμής του Πραξιτέλη, ένα έργο που αποτελεί σύμβολο της τελειότητας της αρχαίας ελληνικής τέχνης.

Το...
 
 
άγαλμα εντοπίστηκε από γερμανική αρχαιολογική αποστολή, στο πλαίσιο των συστηματικών ερευνών που πραγματοποιούνταν τότε στην Ολυμπία.

Ήρθε στο φως μέσα από τα ερείπια του Ηραίο της Ολυμπίας, ενός από τα αρχαιότερα ιερά της περιοχής.

Η κατάσταση διατήρησής του εντυπωσίασε τους αρχαιολόγους: αν και έλειπαν τμήματα όπως τα χέρια και μέρος των κάτω άκρων, ο κορμός, το κεφάλι και η συνολική πλαστικότητα του έργου διατηρούνταν σε εξαιρετικό βαθμό.

Από το γλυπτό, διατηρούνται ίχνη λείανσης και επεξεργασίας, αποκαλύπτοντας την υψηλή τεχνική του δημιουργού, αλλά και μεταγενέστερες παρεμβάσεις ήδη από τα ρωμαϊκά χρόνια για τη στήριξη και συντήρησή του.

Το έργο και η σημασία του

Το άγαλμα αποδίδεται στον σπουδαίο γλύπτη Πραξιτέλη, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ύστερης κλασικής περιόδου.

Πρόκειται για μια μαρμάρινη σύνθεση ύψους 2,13 μ., από παριανό μάρμαρο, που απεικονίζει τον θεό Ερμή να μεταφέρει το βρέφος Διόνυσο.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Ερμής έχει αναλάβει, κατ’ εντολή του Δία, να μεταφέρει το παιδί στις νύμφες της Βοιωτίας που θα το αναθρέψουν.

Η μορφή του θεού αποδίδεται τη στιγμή μιας ήρεμης στάσης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ακουμπισμένος σε κορμό δέντρου. Πιθανότατα στο χαμένο δεξί του χέρι κρατούσε ένα τσαμπί σταφύλια, για να τραβήξει την προσοχή του μικρού Διονύσου.

Η σύνθεση χαρακτηρίζεται από μοναδική κομψότητα και φυσικότητα. Η χιαστί στάση του σώματος (contrapposto), η τέλεια απόδοση των μυών και η λάμψη της επιδερμίδας αποδίδουν με εντυπωσιακό τρόπο τη ζωντάνια της ανθρώπινης μορφής.

Η σκηνή αποπνέει τρυφερότητα και οικειότητα, στοιχεία που διαφοροποιούν την τέχνη του 4ου αιώνα π.Χ. από την αυστηρότητα της προηγούμενης περιόδου.

Γιατί θεωρείται μοναδικό

Ο Ερμής του Πραξιτέλη αποτελεί ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα έργα που αποδίδονται άμεσα στον Πραξιτέλη και όχι σε μεταγενέστερα ρωμαϊκά αντίγραφα.

Θεωρείται κομβικό έργο για την κατανόηση της εξέλιξης της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής, καθώς σηματοδοτεί τη μετάβαση προς μια πιο φυσική, αισθησιακή και ανθρώπινη απόδοση του σώματος. Η επιρροή του υπήρξε διαχρονική, φτάνοντας μέχρι την Αναγέννηση και τη νεότερη ευρωπαϊκή τέχνη.

Η επιστημονική συζήτηση

Η ταυτότητα και η χρονολόγηση του Ερμή του Πραξιτέλη δεν έπαψαν ποτέ να απασχολούν την επιστημονική κοινότητα.

Ήδη από την αρχαιότητα, ο Παυσανίας αναφέρει ότι είδε το άγαλμα στον ναό της Ήρας γύρω στο 175 μ.Χ., γεγονός που ενισχύει τη σύνδεσή του με τον χώρο εύρεσης.

Ωστόσο, από τις αρχές του 20ού αιώνα διατυπώθηκαν διαφορετικές απόψεις. Το 1927, ο Karl Blümel υποστήριξε ότι το έργο δεν ανήκει στον 4ο αιώνα π.Χ., αλλά είναι ρωμαϊκό αντίγραφο. Αργότερα αναθεώρησε, θεωρώντας το πρωτότυπο, αλλά έργο ενός μεταγενέστερου, ελληνιστικού γλύπτη με το ίδιο όνομα.

Τις απόψεις αυτές αντέκρουσε ήδη από το 1931 η Gisela Richter, επισημαίνοντας ότι τα τεχνικά χαρακτηριστικά –όπως η πίσω επιφάνεια ή η στήριξη στον κορμό δέντρου– δεν αναιρούν την κλασική του προέλευση.

Στη συζήτηση προστέθηκαν και άλλες προσεγγίσεις: η Brunilde Ridgway πρότεινε χρονολόγηση στον 2ο αιώνα π.Χ., ενώ ο Oscar Antonsson υποστήριξε ότι το έργο είναι μεν πρωτότυπο, αλλά έχει υποστεί μεταγενέστερες επεμβάσεις κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.

Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες, η επικρατέστερη άποψη σήμερα εξακολουθεί να συνδέει το άγαλμα με τον Πραξιτέλη και τον 4ο αιώνα π.Χ., διατηρώντας τον χαρακτήρα του ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της αρχαίας ελληνικής τέχνης.

Πού εκτίθεται

Σήμερα, το αριστούργημα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας, όπου αποτελεί ένα από τα ξεχωριστά εκθέματα.

Χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο στέκονται μπροστά του, όχι μόνο για να θαυμάσουν την τεχνική αρτιότητα, αλλά και για να αντιληφθούν μια άμεση σύνδεση με τον αρχαίο κόσμο.

Αρχαιολογικές ανακαλύψεις: τότε και τώρα

Η σημασία της ανακάλυψης του 1877 γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν συγκριθεί με το σήμερα. Η αρχαιολογική έρευνα συνεχίζεται αδιάκοπα, φέρνοντας στο φως νέα ευρήματα.

Μόλις πριν λίγες ημέρες, στην Λαοδίκεια, εντοπίστηκε άγαλμα της θεάς Αθηνάς, επιβεβαιώνοντας ότι η πολιτιστική κληρονομιά της αρχαιότητας εξακολουθεί να αποκαλύπτεται.

Τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί δεκάδες σημαντικές ανακαλύψεις στον ελλαδικό και μεσογειακό χώρο. Ωστόσο, ως η πιο εμβληματική της τελευταίας δεκαετίας συχνά αναφέρεται η ανασκαφή στον Τύμβο Καστά στην Αμφίπολη, το 2014, η οποία συγκέντρωσε παγκόσμιο ενδιαφέρον.

Εκεί αποκαλύφθηκε ένα εντυπωσιακό ταφικό συγκρότημα με μνημειακή είσοδο, τις περίφημες Σφίγγες, τις Καρυάτιδες και το ψηφιδωτό με την Αρπαγή της Περσεφόνης, στοιχεία που ανέδειξαν τη σημασία και τον πλούτο της μακεδονικής εποχής.

Ένα εύρημα που, σχεδόν ενάμιση αιώνα μετά, δεν παύει να συγκινεί και να εμπνέει, αποδεικνύοντας ότι η αρμονία και η τελειότητα της αρχαίας ελληνικής τέχνης παραμένουν διαχρονικές.