Ο Γιώργος Καλαμίτσης, με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναφέρθηκε στον θάνατο της 19χρονης Μυρτούς στην...
Κεφαλονιά, υπογραμμίζοντας πως «την σκότωσε η κοκαΐνη και η έλλειψη ενημέρωσης».
Στο κείμενό του ασκεί κριτική στα σχόλια που στοχοποιούν το θύμα και την οικογένειά του, υπογραμμίζοντας ότι το ουσιαστικό ζήτημα είναι η ευρεία διάδοση της κοκαΐνης, η ελλιπής ενημέρωση γύρω από τη χρήση και την υπερδοσολογία, καθώς και η αδυναμία της κοινωνίας και των θεσμών να δουν το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις.
Η ανάρτησή του
«Μια 19χρονη κοπέλα έχασε τη ζωή της στο Αργοστόλι μετά από χρήση κοκαΐνης. Και για ακόμη μία φορά, ο δημόσιος λόγος θυμίζει βόθρο.
Σχόλια για την εμφάνισή της. Υπονοούμενα για τον χαρακτήρα της. Ευθύνες στην οικογένειά της για την «ανατροφή». Με απόλυτη σιγουριά, κάποιοι κρίνουν την ηθική της, θεωρούν ότι ξέρουν τον αξιακό της κώδικα και —κυρίως— πιστεύουν ότι οι ίδιοι είναι «διαφορετικοί».
Η κοκαΐνη σήμερα δεν είναι «ναρκωτικό των πλουσίων». Είναι πιο προσβάσιμη από ποτέ και δεν αφορά πια μια «κλειστή» ομάδα. Πλέον, χρήση κάνουν μικροί και μεγάλοι, από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Με 50€ μπορεί κάποιος να κάνει χρήση όλη τη νύχτα. Η ανάλυση λυμάτων στην Αττική το δείχνει ξεκάθαρα.
Και αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό: χιλιάδες άνθρωποι πειραματίζονται με την κοκαΐνη κάθε μέρα. Άνθρωποι με ανώτατη μόρφωση, στελέχη εταιρειών, επιχειρηματίες, εργαζόμενοι στην εστίαση, γιατροί, δικηγόροι, ταξιτζήδες, δάσκαλοι, φοιτητές. Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας.
Καθημερινά, κλείνονται σε σπίτια, μπαρ και δωμάτια ξενοδοχείων για χρήση. Δεν έχουν το «προφίλ» που είχαμε στο μυαλό μας για τον χρήστη της Ομόνοιας. Δεν μιλάμε πια για περιθώριο. Μιλάμε για κανονικότητα.
Η κοπέλα δεν σκοτώθηκε από την εμφάνισή της, ούτε από την παιδεία της. Τη σκότωσε η χρήση κοκαΐνης και η έλλειψη ενημέρωσης.
Και σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις, μια ζωή θα μπορούσε να είχε σωθεί. Αν υπήρχε αυτή η ενημέρωση. Αν οι άνθρωποι γύρω ήξεραν τι να κάνουν σε μια υπερδοσολογία. Αν καλούσαν άμεσα βοήθεια, χωρίς φόβο.
Αλλά δεν ξέρουν. Και δεν φταίνε μόνο αυτοί.
Αυτή η γνώση δεν έχει δοθεί. Είναι συλλογική και θεσμική αποτυχία.
Κι όμως, αντί να δούμε αυτό, επιλέγουμε να στοχοποιήσουμε το θύμα. Να σχολιάσουμε το σώμα της, να φανταστούμε τη ζωή της, να κρίνουμε την οικογένειά της.
Έτσι δεν βλέπουμε το πραγματικό πρόβλημα.
Και αν δεν το δούμε, δεν θα το αντιμετωπίσουμε ποτέ».
Στο κείμενό του ασκεί κριτική στα σχόλια που στοχοποιούν το θύμα και την οικογένειά του, υπογραμμίζοντας ότι το ουσιαστικό ζήτημα είναι η ευρεία διάδοση της κοκαΐνης, η ελλιπής ενημέρωση γύρω από τη χρήση και την υπερδοσολογία, καθώς και η αδυναμία της κοινωνίας και των θεσμών να δουν το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις.
Η ανάρτησή του
«Μια 19χρονη κοπέλα έχασε τη ζωή της στο Αργοστόλι μετά από χρήση κοκαΐνης. Και για ακόμη μία φορά, ο δημόσιος λόγος θυμίζει βόθρο.
Σχόλια για την εμφάνισή της. Υπονοούμενα για τον χαρακτήρα της. Ευθύνες στην οικογένειά της για την «ανατροφή». Με απόλυτη σιγουριά, κάποιοι κρίνουν την ηθική της, θεωρούν ότι ξέρουν τον αξιακό της κώδικα και —κυρίως— πιστεύουν ότι οι ίδιοι είναι «διαφορετικοί».
Η κοκαΐνη σήμερα δεν είναι «ναρκωτικό των πλουσίων». Είναι πιο προσβάσιμη από ποτέ και δεν αφορά πια μια «κλειστή» ομάδα. Πλέον, χρήση κάνουν μικροί και μεγάλοι, από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Με 50€ μπορεί κάποιος να κάνει χρήση όλη τη νύχτα. Η ανάλυση λυμάτων στην Αττική το δείχνει ξεκάθαρα.
Και αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό: χιλιάδες άνθρωποι πειραματίζονται με την κοκαΐνη κάθε μέρα. Άνθρωποι με ανώτατη μόρφωση, στελέχη εταιρειών, επιχειρηματίες, εργαζόμενοι στην εστίαση, γιατροί, δικηγόροι, ταξιτζήδες, δάσκαλοι, φοιτητές. Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας.
Καθημερινά, κλείνονται σε σπίτια, μπαρ και δωμάτια ξενοδοχείων για χρήση. Δεν έχουν το «προφίλ» που είχαμε στο μυαλό μας για τον χρήστη της Ομόνοιας. Δεν μιλάμε πια για περιθώριο. Μιλάμε για κανονικότητα.
Η κοπέλα δεν σκοτώθηκε από την εμφάνισή της, ούτε από την παιδεία της. Τη σκότωσε η χρήση κοκαΐνης και η έλλειψη ενημέρωσης.
Και σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις, μια ζωή θα μπορούσε να είχε σωθεί. Αν υπήρχε αυτή η ενημέρωση. Αν οι άνθρωποι γύρω ήξεραν τι να κάνουν σε μια υπερδοσολογία. Αν καλούσαν άμεσα βοήθεια, χωρίς φόβο.
Αλλά δεν ξέρουν. Και δεν φταίνε μόνο αυτοί.
Αυτή η γνώση δεν έχει δοθεί. Είναι συλλογική και θεσμική αποτυχία.
Κι όμως, αντί να δούμε αυτό, επιλέγουμε να στοχοποιήσουμε το θύμα. Να σχολιάσουμε το σώμα της, να φανταστούμε τη ζωή της, να κρίνουμε την οικογένειά της.
Έτσι δεν βλέπουμε το πραγματικό πρόβλημα.
Και αν δεν το δούμε, δεν θα το αντιμετωπίσουμε ποτέ».
