Ο Απρίλης της άνοιξης - μήνας Λαμπριάτης αλλά και Αγιωργίτης - φέρνει κάθε χρόνο στο προσκήνιο μία από τις πιο αγαπημένες μορφές της ορθόδοξης παράδοσης: τον Άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο, που τιμάται σήμερα 23 Απριλίου. Ένας άγιος βαθιά ριζωμένος στη...
λαϊκή συνείδηση, που έχει χαρίσει το όνομά του σε αμέτρητους Έλληνες, σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι Γιώργηδες να ανταγωνίζονται ακόμη και τους Γιάννηδες σε αριθμό.
«Στην παλαιά Αθήνα, ωστόσο, η γιορτή του Αγίου Γεωργίου δεν ήταν απλώς μια ονομαστική εορτή. Ήταν ένα αυθεντικό λαϊκό γεγονός, μια πανδημική - με την αρχαία έννοια της λέξης - γιορτή που κινητοποιούσε ολόκληρη την πόλη», επισημαίνει η κ. Άρτεμις Σκουμπουρδή, αθηναιογράφος-ξεναγός.
«Ο αθηναιογράφος, Δημήτριος Καμπούρογλου, καταγράφει μια χαρακτηριστική λεπτομέρεια: την ημέρα του Αγίου Γεωργίου οι Αθηναίοι φορούσαν για πρώτη φορά τα καλοκαιρινά τους ρούχα, κατάλευκα και φωτεινά. Η εικόνα αυτή ήταν τόσο συνδεδεμένη με τη γιορτή, ώστε όταν κάποιος εμφανιζόταν ντυμένος στα λευκά εκτός εποχής, δεν έλειπε το πείραγμα: "Βοήθειά σου, Άγιος Γιώργης μάς γίνηκε!"», πρόσθεσε.
Το «Θησείο» που ήταν... Άι-Γιώργης
Όπως αναφέρει η κ. Σκουμπουρδή: «Η καρδιά των εορτασμών χτυπούσε στον χώρο της Αρχαίας Αγοράς, στην εκκλησία του Άι-Γιώργη του Ακαμάτη. Πρόκειται για τον καλλιμάρμαρο ναό του Ηφαίστου και της Εργάνης Αθηνάς, ένα μνημείο, σύγχρονο του Παρθενώνα, το οποίο, σήμερα, θεωρείται ο καλύτερα διατηρημένος ναός της κλασικής αρχαιότητας. Συνήθως, λανθασμένα, τον αποκαλούμε “Θησείο”, ενώ ουσιαστικά υπήρξε “Ηφαιστείον”.
Ο ναός του Ηφαίστου μετατρέπεται σε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο κατά το χειμώνα του 662-663 μ.Χ., όταν παρέμειναν στην πόλη τα στρατεύματα του αυτοκράτορα Κώνσταντος Β’.
Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας απέκτησε το ιδιότυπο προσωνύμιο "Ακαμάτης" - δηλαδή "τεμπέλης" - καθώς του επιτρεπόταν να λειτουργεί μόνο μία φορά τον χρόνο, στη χάρη του Αγίου. Κι όμως, αυτή η «σπάνια» λειτουργία εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο ζωντανά πανηγύρια της πόλης».
Τα Ρουσάλια και το τέλος μίας εποχής
Στον χώρο γύρω από τον Άι-Γιώργη τον Ακαμάτη, κάθε χρόνο, τη δεύτερη και τρίτη ημέρα του Πάσχα, διοργανώνονταν τα περίφημα Ρουσάλια, που αργότερα βαφτίστηκαν «Νέα Παναθήναια». Ήταν μια γιορτή χωρίς διαχωρισμούς: Αθηναίοι, Έλληνες, Αρβανίτες αλλά και Τούρκοι συμμετείχαν σε έναν κοινό εορτασμό με μουσικές, χορούς και πανηγυρική διάθεση.
Ο Γάλλος ζωγράφος, Λουί Ντυπρέ, που επισκέφθηκε την Αθήνα το 1819, περιγράφει με θαυμασμό την εικόνα: «Η μουσική και ο χορός δίνουν ζωή στις πολυάριθμες συντροφιές των νέων […] Αφέθηκα να κοιτάξω γοητευμένος την κίνηση του λαού […] μπροστά στο μνημείο που αιώνες τώρα ο ήλιος του χάριζε χρυσάφι και ζωντάνια».
Λίγα χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση, η Αθήνα έμοιαζε να ζει στιγμές ενότητας και ανεμελιάς, μέσα σε ένα σκηνικό, όπου η αρχαιότητα και η νεότερη παράδοση συνυπήρχαν αρμονικά, αποτυπώνει την ατμόσφαιρα η ξεναγός.
Η τελευταία επίσημη λειτουργία στον Άι-Γιώργη τον Ακαμάτη πραγματοποιήθηκε το 1834, στη δοξολογία με αφορμή την άφιξη του βασιλιά Όθωνα στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 1834. Λίγο αργότερα, το 1835, η εκκλησιαστική χρήση του ναού καταργήθηκε οριστικά όταν η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε «να αρθεί εξ αυτού η Αγία Τράπεζα και πάν άλλο ευρισκόμενον ως σημείον εκκλησίας αντικείμενον».
Ωστόσο, οι γιορτές δεν χάθηκαν αμέσως. Οι Αθηναίοι συνέχισαν για δεκαετίες να τιμούν τον Άγιο στον ίδιο χώρο, διατηρώντας ζωντανή την παράδοση. Ο Γερμανός Καθηγητής ιστορικός τέχνης, Χέρμαν Χέτνερ, που βρέθηκε στην Αθήνα την άνοιξη του 1852, περιγράφει μια σχεδόν ονειρική εικόνα με δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ντυμένους με πολύχρωμες φορεσιές, να γιορτάζουν ανάμεσα σε λεμονιές, φωτιές και μουσικές, με φόντο τον αρχαίο ναό και την Ακρόπολη:
«Είναι η τρίτη μέρα του Πάσχα και την ημέρα αυτή είναι η μεγαλύτερη ελληνική λαϊκή γιορτή. Ο ουρανός είναι ευνοϊκός, η πιο φωτεινή λιακάδα. Απ’ όλες τις πλευρές μας είχαν μιλήσει για το κέφι και τη ζωντάνια αυτής της πανήγυρης. Η πρώτη εντύπωση θυμίζει παραμύθι. Τόπος της γιορτής είναι η όμορφη πράσινη πλατεία δίπλα ακριβώς από τον ναό του Θησέως.
Σχεδόν όλη η Αθήνα βρίσκεται εδώ και οι κάτοικοι των περιχώρων. Τουλάχιστον δέκα χιλιάδες άνθρωποι, σαν μια τρικυμισμένη θάλασσα, ανεβοκατεβαίνουν χαρούμενοι ή ξαπλωμένοι σε γραφικές συντροφιές αμφιθεατρικά ως πάνω ψηλά στο λόφο των Νυμφών. Όλοι είναι ντυμένοι γιορταστικά σε ανώτατο βαθμό. Και πώς σπινθηροβολούν κι αστράφτουν και φεγγοβολούν - εκείνες οι κόκκινες σκούφιες με τις μακριές ασημένιες φούντες, τα κόκκινα γιλέκια με τα χρυσά και τ’ ασημικά που λάμπουν και οι γκέτες, εκείνες οι θαυμάσιες μεταξωτές σάρπες και οι κάτασπρες πουκαμίσες και οι φουστανέλες! Κι ανάμεσα οι λεμονιές κι οι πορτοκαλιές που ρίχνουν τη λάμψη τους μακριά και κάπου μια αναμμένη φωτιά που τινάζει πια φλόγες γύρω της οικογένειες που ψήνουν με το χουζούρι τους το αρνί, που δεν μπορεί να λείπει από κανένα λαϊκό πανηγύρι.
Μια φτωχή βόρεια φαντασία, που ποτέ δεν είδε μια τέτοια νότια ζωή, δεν μπορεί ποτέ να σκεφτεί μια τέτοια γιορτή των χρωμάτων. Και δίπλα σ’ αυτή την ανακατωσούρα, υψώνεται ήρεμος και εύθυμος ο ηλιοκαμένος αρχαίος ναός. Οι δωρικές κολώνες και οι θριγκοί λάμπουν χρυσοί στη διαφανή ατμόσφαιρα, ενώ στα περιστύλια περπατούν και κάθονται οι άνθρωποι, ωσάν να ξαναξύπνησε η εποχή του αρχαίου μεγαλείου και χαρούμενη γιορτή των θεών ν’ αντηχεί γύρω από τον πολύ καιρό εγκαταλειμμένο ναό. Από μακριά υψώνονται οι κολώνες της Ακρόπολης. Είναι σαν να ονειρευόμαστε. Παρελθόν και παρόν φαίνονται να συγχωνεύονται χωρίς διαφορές».
Μια γιορτή των αισθήσεων και της ταυτότηταςΣύμφωνα με την κ. Σκουμπουρδή, «καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, στα χρόνια του ρομαντισμού, ο αθηναϊκός Τύπος περιέγραφε με ενθουσιασμό τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου στην ίδια γνώριμη περιοχή: καλοντυμένα κορίτσια με κρινολίνα, εύζωνες που χόρευαν με λεβεντιά, μουσικές που συνδύαζαν το παραδοσιακό με το "της μόδας" - “Τα ψιμυωθέντα κοράσια άτινα παρελαύνουν με τα κρινολίνα των που μοιάζουν να αιωρούνται από την εαρινή αύρα / οι καλλίκορμοι εύζωνες που επιδεικνύουν την λεβεντιά τους με τους παραδοσιακούς χορούς".
Ήταν μια γιορτή που δεν περιοριζόταν στη θρησκευτική της διάσταση. Ήταν μια εμπειρία συλλογική — μια έκφραση της αθηναϊκής ταυτότητας, όπου χρώματα, ήχοι και γεύσεις ενώνονταν σε μια πανδαισία ζωής.
Σήμερα, ο χώρος του Ηφαιστείου στέκει σιωπηλός, μάρτυρας μιας άλλης εποχής. Κι όμως, πίσω από τις πέτρες του, αντηχούν ακόμη — έστω και φαντασιακά — οι ήχοι από ζουρνάδες, τα γέλια των ανθρώπων, τα βήματα των χορών. Η γιορτή του Άι-Γιώργη των Αθηναίων δεν είναι μια ξεχασμένη παράδοση αλλά ένα ζωντανό κομμάτι της ιστορικής μνήμης της πόλης».
