Χατζηϊωαννίδης Κωνσταντίνος
Υπάρχουν περίοδοι στην ιστορία όπου τα μεγάλα πολιτικά ερωτήματα δεν εμφανίζονται ως ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, αλλά ως σιωπηλές εσωτερικές διεργασίες μέσα στην κοινωνία. Περίοδοι όπου το «τι δεν πάει καλά» δεν εκφράζεται πάντα με όρους σύγκρουσης, αλλά...
με μια διάχυτη αίσθηση απομάκρυνσης από τους άλλους, από τη συλλογική ζωή, τελικά από τον ίδιο μας τον εαυτό.
Η σημερινή συγκυρία στην Ελλάδα μοιάζει να φέρει έντονα αυτά τα χαρακτηριστικά.
Ο άνθρωπος δεν υπήρξε ποτέ ένα απομονωμένο ον. Η κοινωνική ζωή δεν είναι απλώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται, είναι η ίδια η προϋπόθεση της ελευθερίας του. Μέσα από τις σχέσεις, τη συμμετοχή, τη συλλογική εμπειρία, διαμορφώνει συνείδηση, κρίση, αξίες. Όταν αυτό το πλέγμα διαρρηγνύεται, δεν αποδυναμώνεται μόνο η κοινωνία, αποδυναμώνεται και η δημοκρατία.
Σήμερα, αυτή η ρήξη δεν εμφανίζεται ως βίαιη τομή, αλλά ως σταδιακή μετατόπιση. Ο ατομικισμός δεν προβάλλεται απλώς ως τρόπος ζωής, αλλά ως σχεδόν αναπόφευκτη συνθήκη. Ο πολίτης καλείται να διαχειριστεί μόνος του την καθημερινότητα, την εργασία, την ανασφάλεια, την ακρίβεια, ακόμη και την ίδια την ελπίδα του. Η συλλογική αναφορά υποχωρεί, όχι επειδή ξεπεράστηκε, αλλά επειδή αποδυναμώθηκε.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική αποκτά ένα διαφορετικό νόημα.
Η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και η διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν αποτελούν απλώς αποτέλεσμα εκλογικών συσχετισμών. Αντανακλούν και ενισχύουν ένα μοντέλο όπου η οικονομική ισχύς συγκεντρώνεται, τα δημόσια αγαθά πιέζονται, και ο κοινωνικός έλεγχος της εξουσίας αποδυναμώνεται. Δεν είναι μόνο οι πολιτικές επιλογές καθαυτές, είναι και η εμπέδωση μιας «κανονικότητας» που παρουσιάζει αυτές τις επιλογές ως μονόδρομο.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, ο πολίτης δεν νιώθει απλώς διαφωνία. Νιώθει απομόνωση. Και αυτή η απομόνωση είναι βαθιά πολιτική. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ η δυσαρέσκεια είναι διάχυτη, δεν μετασχηματίζεται εύκολα σε πολιτική προοπτική. Ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας δεν αναγνωρίζει σήμερα στα υπάρχοντα κόμματα της αντιπολίτευσης μια πειστική εναλλακτική που να μπορεί να εμπνεύσει, να ενώσει και τελικά να νικήσει.
Έτσι δημιουργείται ένα διπλό κενό, κενό εκπροσώπησης και κενό προσδοκίας.
Σε αυτό το κενό, η φράση «δεν πάει άλλο» αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι απλώς έκφραση αγανάκτησης, είναι το σημείο στο οποίο η κοινωνία αρχίζει να αναζητά εκ νέου τον εαυτό της. Να αναρωτιέται όχι μόνο τι απορρίπτει, αλλά και τι μπορεί να συγκροτήσει. Εδώ ακριβώς επανέρχεται το ζήτημα της πολιτικής ως συλλογικής πράξης.
Η πιθανότητα ενός νέου εγχειρήματος γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα αποκτά ενδιαφέρον όχι μόνο λόγω του προσώπου, αλλά κυρίως λόγω αυτού που εν δυνάμει μπορεί να εκφράσει. Μια προσπάθεια επανασύνδεσης της πολιτικής με την κοινωνία. Μια απόπειρα να μετατραπεί η διάχυτη δυσαρέσκεια σε συγκροτημένη πρόταση, η αίσθηση αδιεξόδου σε δυνατότητα αλλαγής.
Το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή στο παρελθόν. Είναι η διαμόρφωση ενός νέου συλλογικού αφηγήματος, ενός «εμείς» που να υπερβαίνει την αποσπασματικότητα και την απογοήτευση. Γιατί, τελικά, η κρίση που βιώνεται σήμερα δεν είναι μόνο οικονομική ή πολιτική. Είναι κρίση σχέσης του ανθρώπου με την κοινωνία και της κοινωνίας με τη δημοκρατία της.
Και ίσως εκεί βρίσκεται και η απάντηση. Η διέξοδος δεν θα προκύψει ως μια έτοιμη λύση από τα πάνω. Θα διαμορφωθεί μέσα από την επανασύνδεση, από τη στιγμή που ο πολίτης θα πάψει να βιώνει τον εαυτό του ως απομονωμένη μονάδα και θα ξαναδεί τον εαυτό του ως μέρος ενός συλλογικού υποκειμένου. Τότε η πολιτική θα πάψει να είναι διαχείριση και θα ξαναγίνει δυνατότητα.
Και η ελπίδα θα πάψει να είναι προσδοκία, θα γίνει πράξη.
Η σημερινή συγκυρία στην Ελλάδα μοιάζει να φέρει έντονα αυτά τα χαρακτηριστικά.
Ο άνθρωπος δεν υπήρξε ποτέ ένα απομονωμένο ον. Η κοινωνική ζωή δεν είναι απλώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται, είναι η ίδια η προϋπόθεση της ελευθερίας του. Μέσα από τις σχέσεις, τη συμμετοχή, τη συλλογική εμπειρία, διαμορφώνει συνείδηση, κρίση, αξίες. Όταν αυτό το πλέγμα διαρρηγνύεται, δεν αποδυναμώνεται μόνο η κοινωνία, αποδυναμώνεται και η δημοκρατία.
Σήμερα, αυτή η ρήξη δεν εμφανίζεται ως βίαιη τομή, αλλά ως σταδιακή μετατόπιση. Ο ατομικισμός δεν προβάλλεται απλώς ως τρόπος ζωής, αλλά ως σχεδόν αναπόφευκτη συνθήκη. Ο πολίτης καλείται να διαχειριστεί μόνος του την καθημερινότητα, την εργασία, την ανασφάλεια, την ακρίβεια, ακόμη και την ίδια την ελπίδα του. Η συλλογική αναφορά υποχωρεί, όχι επειδή ξεπεράστηκε, αλλά επειδή αποδυναμώθηκε.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική αποκτά ένα διαφορετικό νόημα.
Η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και η διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν αποτελούν απλώς αποτέλεσμα εκλογικών συσχετισμών. Αντανακλούν και ενισχύουν ένα μοντέλο όπου η οικονομική ισχύς συγκεντρώνεται, τα δημόσια αγαθά πιέζονται, και ο κοινωνικός έλεγχος της εξουσίας αποδυναμώνεται. Δεν είναι μόνο οι πολιτικές επιλογές καθαυτές, είναι και η εμπέδωση μιας «κανονικότητας» που παρουσιάζει αυτές τις επιλογές ως μονόδρομο.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, ο πολίτης δεν νιώθει απλώς διαφωνία. Νιώθει απομόνωση. Και αυτή η απομόνωση είναι βαθιά πολιτική. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ η δυσαρέσκεια είναι διάχυτη, δεν μετασχηματίζεται εύκολα σε πολιτική προοπτική. Ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας δεν αναγνωρίζει σήμερα στα υπάρχοντα κόμματα της αντιπολίτευσης μια πειστική εναλλακτική που να μπορεί να εμπνεύσει, να ενώσει και τελικά να νικήσει.
Έτσι δημιουργείται ένα διπλό κενό, κενό εκπροσώπησης και κενό προσδοκίας.
Σε αυτό το κενό, η φράση «δεν πάει άλλο» αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι απλώς έκφραση αγανάκτησης, είναι το σημείο στο οποίο η κοινωνία αρχίζει να αναζητά εκ νέου τον εαυτό της. Να αναρωτιέται όχι μόνο τι απορρίπτει, αλλά και τι μπορεί να συγκροτήσει. Εδώ ακριβώς επανέρχεται το ζήτημα της πολιτικής ως συλλογικής πράξης.
Η πιθανότητα ενός νέου εγχειρήματος γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα αποκτά ενδιαφέρον όχι μόνο λόγω του προσώπου, αλλά κυρίως λόγω αυτού που εν δυνάμει μπορεί να εκφράσει. Μια προσπάθεια επανασύνδεσης της πολιτικής με την κοινωνία. Μια απόπειρα να μετατραπεί η διάχυτη δυσαρέσκεια σε συγκροτημένη πρόταση, η αίσθηση αδιεξόδου σε δυνατότητα αλλαγής.
Το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή στο παρελθόν. Είναι η διαμόρφωση ενός νέου συλλογικού αφηγήματος, ενός «εμείς» που να υπερβαίνει την αποσπασματικότητα και την απογοήτευση. Γιατί, τελικά, η κρίση που βιώνεται σήμερα δεν είναι μόνο οικονομική ή πολιτική. Είναι κρίση σχέσης του ανθρώπου με την κοινωνία και της κοινωνίας με τη δημοκρατία της.
Και ίσως εκεί βρίσκεται και η απάντηση. Η διέξοδος δεν θα προκύψει ως μια έτοιμη λύση από τα πάνω. Θα διαμορφωθεί μέσα από την επανασύνδεση, από τη στιγμή που ο πολίτης θα πάψει να βιώνει τον εαυτό του ως απομονωμένη μονάδα και θα ξαναδεί τον εαυτό του ως μέρος ενός συλλογικού υποκειμένου. Τότε η πολιτική θα πάψει να είναι διαχείριση και θα ξαναγίνει δυνατότητα.
Και η ελπίδα θα πάψει να είναι προσδοκία, θα γίνει πράξη.