Κωνσταντίνος Χατζηιωαννίδης
Υπάρχουν ορισμένες πολιτικές ημερομηνίες που, πριν ακόμη φτάσουν, αποκτούν συμβολικό και ουσιαστικό βάρος μεγαλύτερο από το ίδιο το γεγονός που τις συνοδεύει.
Η...
Η...
26η Μαΐου 2026 φαίνεται να είναι μία από αυτές.
Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη πολιτική ανακοίνωση, ούτε για μια τυπική πρωτοβουλία ανασυγκρότησης ενός πολιτικού χώρου που βρίσκεται σε κρίση. Πρόκειται για μια στιγμή που συμπυκνώνει τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις προσδοκίες μιας ολόκληρης περιόδου.
Από τις εκλογές του 2023 και μετά, το ελληνικό πολιτικό σύστημα εισήλθε σε μια νέα φάση.
Η εκλογική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν αποτέλεσε απλώς νίκη ενός κόμματος. Αποτέλεσε ταυτόχρονα έκφραση της αδυναμίας του αντιπολιτευτικού χώρου να διαμορφώσει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία υπήρξε βαριά και πολυεπίπεδη. Δεν συνοδεύτηκε μόνο από εκλογική κάμψη, αλλά από βαθιά εσωτερική κρίση, στρατηγική σύγχυση, πολιτική κόπωση και στη συνέχεια από αλλεπάλληλες συγκρούσεις και διασπάσεις που τραυμάτισαν περαιτέρω την εικόνα και τη συνοχή του χώρου.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στον ΣΥΡΙΖΑ.
Τα κόμματα του ευρύτερου δημοκρατικού και προοδευτικού τόξου, παρά τις δημόσιες διακηρύξεις, αποδείχθηκαν αδύναμα να ανταποκριθούν στη συγκυρία.
Παρά τις παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες στελεχών όπως η Έφη Αχτσιόγλου, ο Διονύσης Τεμπονέρας, ο Χάρης Καστανίδης και άλλοι, που έθεσαν με σαφήνεια την ανάγκη διαλόγου, συνεργασιών και προγραμματικής σύγκλισης, οι ηγεσίες δεν κατάφεραν να μετατρέψουν τη συζήτηση σε πολιτικό σχέδιο.
Επικράτησαν φοβικά σύνδρομα, μικροκομματικές περιχαρακώσεις, εσωτερικές ισορροπίες και λογικές αυτοσυντήρησης.
Με άλλα λόγια, ενώ η κοινωνία ζητούσε υπέρβαση, το πολιτικό σύστημα αναπαρήγαγε τα όριά του.
Έτσι δημιουργήθηκε ένα πολιτικό κενό με ιστορικά χαρακτηριστικά.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, εργαζόμενοι, μικρομεσαίοι, νέοι άνθρωποι, επιστήμονες, συνταξιούχοι, κοινωνικά στρώματα που πιέζονται από τη διαρκή υποβάθμιση της καθημερινότητάς τους, δεν βλέπουν στον ορίζοντα έναν πειστικό φορέα εκπροσώπησης και εναλλακτικής διακυβέρνησης.
Και ενώ αυτό το κενό βαθαίνει, η κυβέρνηση λειτουργεί ουσιαστικά χωρίς ισχυρό πολιτικό αντίβαρο.
Η ακρίβεια παγιώνεται, η στεγαστική κρίση διογκώνεται, οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, η κερδοσκοπία και τα καρτέλ λειτουργούν σχεδόν ανεμπόδιστα, ενώ η φθορά του κράτους δικαίου, οι υποκλοπές, οι απευθείας αναθέσεις, οι υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ και η συνολική αίσθηση θεσμικής υποβάθμισης διαμορφώνουν μια εικόνα δημοκρατικής κόπωσης.
Η αλαζονεία της εξουσίας δεν είναι πλέον πολιτική εκτίμηση. Τείνει να μετατραπεί σε κοινωνικό βίωμα.
Ωστόσο, η ελληνική πραγματικότητα δεν μπορεί να αναλυθεί έξω από το διεθνές περιβάλλον.
Βρισκόμαστε σε μια περίοδο παγκόσμιας μετάβασης και αστάθειας.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η καταστροφή στη Γάζα, η διαρκής ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, η ενεργειακή κρίση, οι εμπορικοί ανταγωνισμοί και η στρατιωτικοποίηση των διεθνών σχέσεων συνθέτουν ένα εξαιρετικά ρευστό τοπίο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να διατηρήσουν την παγκόσμια ηγεμονία τους μέσα από ένα πλέγμα γεωπολιτικών και στρατιωτικών ισορροπιών.
Η Κίνα αναδεικνύεται σε συστημικό ανταγωνιστή με μακρόπνοη στρατηγική, οικονομική ισχύ και τεχνολογική επιρροή.
Η Ρωσία επιδιώκει να διατηρήσει και να διευρύνει την ισχύ της, αμφισβητώντας τις μεταψυχροπολεμικές ισορροπίες.
Και η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται συχνά εγκλωβισμένη ανάμεσα σε στρατηγικές εξαρτήσεις, εσωτερικές αντιφάσεις και περιορισμένη γεωπολιτική αυτονομία.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα δεν μπορεί να ακολουθεί μια μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική πλήρους ευθυγράμμισης, χωρίς ενεργητική διπλωματία, χωρίς πολυδιάστατες σχέσεις και χωρίς σαφή στρατηγική υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων με βάση το διεθνές δίκαιο και την ειρήνη.
Ακριβώς μέσα σε αυτή τη διπλή, εσωτερική και διεθνή, πίεση διαμορφώνεται σταδιακά η πεποίθηση, ότι η ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου δεν μπορεί να προκύψει οργανικά από τις σημερινές ηγεσίες και τα υπάρχοντα κομματικά σχήματα.
Γι’ αυτό και όλο και περισσότεροι στρέφουν το βλέμμα τους στον Αλέξη Τσίπρα.
Όχι από πολιτική νοσταλγία. Ούτε από προσωπολατρική ανάγκη.
Αλλά επειδή, αντικειμενικά, παραμένει ο μόνος πολιτικός του χώρου που συνδυάζει κυβερνητική εμπειρία, διεθνή παρουσία, κοινωνική αναγνωρισιμότητα και κυρίως τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως καταλύτης πολιτικής σύνθεσης.
Η παραίτησή του από τη βουλευτική ιδιότητα, η δημόσια παρουσία του βιβλίου ΙΘΑΚΗ και οι πρόσφατες παρεμβάσεις του δεν διαβάζονται πλέον ως προσωπικές κινήσεις πολιτικής διαχείρισης, αλλά ως προετοιμασία ανάληψης ενός ευρύτερου ιστορικού και πολιτικού ρόλου.
Και αυτός ο ρόλος συνεπάγεται ευθύνη.
Όχι μόνο να συγκροτήσει έναν νέο φορέα ή να ηγηθεί μιας εκλογικής μάχης.
Αλλά να καλύψει το κενό που δημιούργησε η αδυναμία του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος. Να εμπνεύσει ξανά μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Να μετατρέψει την απογοήτευση σε ελπίδα, την οργή σε πολιτική ενέργεια και την κοινωνική αναμονή σε προοπτική.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της 26ης Μαΐου.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν θα αξιολογηθεί μόνο με όρους οργανωτικούς ή επικοινωνιακούς.
Θα κριθεί από το αν μπορεί να απαντήσει σε ένα βαθύτερο κοινωνικό αίτημα. Αν μπορεί να ξανανοίξει έναν ορίζοντα πολιτικής αλλαγής που σήμερα μοιάζει κλειστός.
Η ελληνική κοινωνία δεν αναζητά απλώς έναν νέο κομματικό φορέα.
Αναζητά ένα νέο συλλογικό νόημα, μια νέα πολιτική αφήγηση, μια πειστική προοπτική διεξόδου.
Αν η 26η Μαΐου κατορθώσει να εκφράσει αυτή την ανάγκη, τότε ίσως δεν θα πρόκειται απλώς για μια ημερομηνία ανακοίνωσης.
Αλλά για την απαρχή ενός νέου πολιτικού κύκλου.
Ετσι εξηγείται και το γεγονός ότι το ελληνικό πολιτικό προσωπικό των κομμάτων δείχνει να ξαφνιάστηκε και ενεργεί σαν να μην βλέπει και να μην αντιλαμβάνεται αυτό που βλεπει και αντιλαμβάνεται κάθε σκεπτόμενος πολίτης. Τον κόσμο να αλλάζει με πολύ γρήγορους ρυθμούς.
Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη πολιτική ανακοίνωση, ούτε για μια τυπική πρωτοβουλία ανασυγκρότησης ενός πολιτικού χώρου που βρίσκεται σε κρίση. Πρόκειται για μια στιγμή που συμπυκνώνει τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις προσδοκίες μιας ολόκληρης περιόδου.
Από τις εκλογές του 2023 και μετά, το ελληνικό πολιτικό σύστημα εισήλθε σε μια νέα φάση.
Η εκλογική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν αποτέλεσε απλώς νίκη ενός κόμματος. Αποτέλεσε ταυτόχρονα έκφραση της αδυναμίας του αντιπολιτευτικού χώρου να διαμορφώσει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία υπήρξε βαριά και πολυεπίπεδη. Δεν συνοδεύτηκε μόνο από εκλογική κάμψη, αλλά από βαθιά εσωτερική κρίση, στρατηγική σύγχυση, πολιτική κόπωση και στη συνέχεια από αλλεπάλληλες συγκρούσεις και διασπάσεις που τραυμάτισαν περαιτέρω την εικόνα και τη συνοχή του χώρου.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στον ΣΥΡΙΖΑ.
Τα κόμματα του ευρύτερου δημοκρατικού και προοδευτικού τόξου, παρά τις δημόσιες διακηρύξεις, αποδείχθηκαν αδύναμα να ανταποκριθούν στη συγκυρία.
Παρά τις παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες στελεχών όπως η Έφη Αχτσιόγλου, ο Διονύσης Τεμπονέρας, ο Χάρης Καστανίδης και άλλοι, που έθεσαν με σαφήνεια την ανάγκη διαλόγου, συνεργασιών και προγραμματικής σύγκλισης, οι ηγεσίες δεν κατάφεραν να μετατρέψουν τη συζήτηση σε πολιτικό σχέδιο.
Επικράτησαν φοβικά σύνδρομα, μικροκομματικές περιχαρακώσεις, εσωτερικές ισορροπίες και λογικές αυτοσυντήρησης.
Με άλλα λόγια, ενώ η κοινωνία ζητούσε υπέρβαση, το πολιτικό σύστημα αναπαρήγαγε τα όριά του.
Έτσι δημιουργήθηκε ένα πολιτικό κενό με ιστορικά χαρακτηριστικά.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, εργαζόμενοι, μικρομεσαίοι, νέοι άνθρωποι, επιστήμονες, συνταξιούχοι, κοινωνικά στρώματα που πιέζονται από τη διαρκή υποβάθμιση της καθημερινότητάς τους, δεν βλέπουν στον ορίζοντα έναν πειστικό φορέα εκπροσώπησης και εναλλακτικής διακυβέρνησης.
Και ενώ αυτό το κενό βαθαίνει, η κυβέρνηση λειτουργεί ουσιαστικά χωρίς ισχυρό πολιτικό αντίβαρο.
Η ακρίβεια παγιώνεται, η στεγαστική κρίση διογκώνεται, οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, η κερδοσκοπία και τα καρτέλ λειτουργούν σχεδόν ανεμπόδιστα, ενώ η φθορά του κράτους δικαίου, οι υποκλοπές, οι απευθείας αναθέσεις, οι υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ και η συνολική αίσθηση θεσμικής υποβάθμισης διαμορφώνουν μια εικόνα δημοκρατικής κόπωσης.
Η αλαζονεία της εξουσίας δεν είναι πλέον πολιτική εκτίμηση. Τείνει να μετατραπεί σε κοινωνικό βίωμα.
Ωστόσο, η ελληνική πραγματικότητα δεν μπορεί να αναλυθεί έξω από το διεθνές περιβάλλον.
Βρισκόμαστε σε μια περίοδο παγκόσμιας μετάβασης και αστάθειας.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η καταστροφή στη Γάζα, η διαρκής ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, η ενεργειακή κρίση, οι εμπορικοί ανταγωνισμοί και η στρατιωτικοποίηση των διεθνών σχέσεων συνθέτουν ένα εξαιρετικά ρευστό τοπίο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να διατηρήσουν την παγκόσμια ηγεμονία τους μέσα από ένα πλέγμα γεωπολιτικών και στρατιωτικών ισορροπιών.
Η Κίνα αναδεικνύεται σε συστημικό ανταγωνιστή με μακρόπνοη στρατηγική, οικονομική ισχύ και τεχνολογική επιρροή.
Η Ρωσία επιδιώκει να διατηρήσει και να διευρύνει την ισχύ της, αμφισβητώντας τις μεταψυχροπολεμικές ισορροπίες.
Και η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται συχνά εγκλωβισμένη ανάμεσα σε στρατηγικές εξαρτήσεις, εσωτερικές αντιφάσεις και περιορισμένη γεωπολιτική αυτονομία.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα δεν μπορεί να ακολουθεί μια μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική πλήρους ευθυγράμμισης, χωρίς ενεργητική διπλωματία, χωρίς πολυδιάστατες σχέσεις και χωρίς σαφή στρατηγική υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων με βάση το διεθνές δίκαιο και την ειρήνη.
Ακριβώς μέσα σε αυτή τη διπλή, εσωτερική και διεθνή, πίεση διαμορφώνεται σταδιακά η πεποίθηση, ότι η ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου δεν μπορεί να προκύψει οργανικά από τις σημερινές ηγεσίες και τα υπάρχοντα κομματικά σχήματα.
Γι’ αυτό και όλο και περισσότεροι στρέφουν το βλέμμα τους στον Αλέξη Τσίπρα.
Όχι από πολιτική νοσταλγία. Ούτε από προσωπολατρική ανάγκη.
Αλλά επειδή, αντικειμενικά, παραμένει ο μόνος πολιτικός του χώρου που συνδυάζει κυβερνητική εμπειρία, διεθνή παρουσία, κοινωνική αναγνωρισιμότητα και κυρίως τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως καταλύτης πολιτικής σύνθεσης.
Η παραίτησή του από τη βουλευτική ιδιότητα, η δημόσια παρουσία του βιβλίου ΙΘΑΚΗ και οι πρόσφατες παρεμβάσεις του δεν διαβάζονται πλέον ως προσωπικές κινήσεις πολιτικής διαχείρισης, αλλά ως προετοιμασία ανάληψης ενός ευρύτερου ιστορικού και πολιτικού ρόλου.
Και αυτός ο ρόλος συνεπάγεται ευθύνη.
Όχι μόνο να συγκροτήσει έναν νέο φορέα ή να ηγηθεί μιας εκλογικής μάχης.
Αλλά να καλύψει το κενό που δημιούργησε η αδυναμία του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος. Να εμπνεύσει ξανά μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Να μετατρέψει την απογοήτευση σε ελπίδα, την οργή σε πολιτική ενέργεια και την κοινωνική αναμονή σε προοπτική.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της 26ης Μαΐου.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν θα αξιολογηθεί μόνο με όρους οργανωτικούς ή επικοινωνιακούς.
Θα κριθεί από το αν μπορεί να απαντήσει σε ένα βαθύτερο κοινωνικό αίτημα. Αν μπορεί να ξανανοίξει έναν ορίζοντα πολιτικής αλλαγής που σήμερα μοιάζει κλειστός.
Η ελληνική κοινωνία δεν αναζητά απλώς έναν νέο κομματικό φορέα.
Αναζητά ένα νέο συλλογικό νόημα, μια νέα πολιτική αφήγηση, μια πειστική προοπτική διεξόδου.
Αν η 26η Μαΐου κατορθώσει να εκφράσει αυτή την ανάγκη, τότε ίσως δεν θα πρόκειται απλώς για μια ημερομηνία ανακοίνωσης.
Αλλά για την απαρχή ενός νέου πολιτικού κύκλου.
Ετσι εξηγείται και το γεγονός ότι το ελληνικό πολιτικό προσωπικό των κομμάτων δείχνει να ξαφνιάστηκε και ενεργεί σαν να μην βλέπει και να μην αντιλαμβάνεται αυτό που βλεπει και αντιλαμβάνεται κάθε σκεπτόμενος πολίτης. Τον κόσμο να αλλάζει με πολύ γρήγορους ρυθμούς.