του Νίκου Βοσδογάνη
Για περισσότερες από πέντε δεκαετίες, από το 1975 μέχρι και τις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές του 2023, η Ελλάδα πορεύτηκε με το σύστημα των δύο γύρων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ένα σύστημα που εφαρμόστηκε αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, με στόχο τη διασφάλιση ευρύτερης λαϊκής νομιμοποίησης για κοινοτάρχες, δημάρχους, νομάρχες και κατόπιν περιφερειάρχες.
Μετά...
Μετά...
από 51 ολόκληρα χρόνια εφαρμογής, η κυβέρνηση αποφασίζει ότι το συγκεκριμένο μοντέλο είναι προβληματικό και πρέπει να καταργηθεί. Προφανώς χρειάστηκε μισός αιώνας για να διαπιστωθεί ότι η δημοκρατία στην αυτοδιοίκηση χρειαζόταν «απαραίτητη τόνωση».
Το νέο νομοθέτημα προβλέπει την κατάργηση του δεύτερου γύρου και τη διεξαγωγή των εκλογών σε μία και μοναδική Κυριακή, με νέο ενιαίο σύστημα ψηφοφορίας. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα μοντέλο ενός γύρου, το οποίο η κυβέρνηση παρουσιάζει ως πιο «λειτουργικό» και «σύγχρονο», χωρίς ωστόσο να είναι σαφές σε ποιο άλλο ευρωπαϊκό ή δυτικό κράτος έχει εφαρμοστεί με αντίστοιχο τρόπο στην αυτοδιοίκηση. όπως δημοσίευσε το airetos.gr
Αξίζει να σημειωθεί ότι το σύστημα των δύο γύρων καθιερώθηκε στις πρώτες αυτοδιοικητικές εκλογές της Μεταπολίτευσης το 1975. Από τότε πέρασε από αρκετές τροποποιήσεις ως προς τα ποσοστά εκλογής – από το 50%+1, στο 42%, ξανά στο 50%+1 και αργότερα στο 43%+1 – αλλά ο πυρήνας του παρέμενε ίδιος: αν δεν υπήρχε σαφής πλειοψηφία, ο πολίτης επέστρεφε στην κάλπη για να επιλέξει ανάμεσα στους δύο επικρατέστερους συνδυασμούς.
Οι επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές θα ακολουθήσουν τις εθνικές κάλπες, άρα κανείς σήμερα δεν μπορεί να γνωρίζει ποιοι θα είναι οι πολιτικοί συσχετισμοί εκείνης της περιόδου. Ένα εκλογικό σύστημα σχεδιάζεται συνήθως με την προσδοκία πολιτικού οφέλους, όμως η ιστορία έχει δείξει ότι πολλές φορές οι συσχετισμοί ανατρέπονται και οι εμπνευστές ενός νόμου βρίσκονται τελικά εγκλωβισμένοι στις ίδιες τους τις επιλογές.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η παγίδα. όπως αποκαλύπτει το airetos.gr Αν το κυβερνητικό νομοθέτημα δεν εμπεριέχει στοιχεία υπεροψίας, τότε σίγουρα εμπεριέχει σημαντικό πολιτικό ρίσκο.
Παράλληλα, γεννάται και ένα σοβαρό πρακτικό ζήτημα: το νέο σύστημα θα πρέπει πρώτα να γίνει απολύτως κατανοητό τόσο από τους αιρετούς όσο και από τους ψηφοφόρους. Η μετάβαση από ένα γνωστό μοντέλο δύο γύρων, που εφαρμόστηκε επί μισό αιώνα, σε ένα νέο και ουσιαστικά ανεξερεύνητο σύστημα μίας Κυριακής, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη λειτουργικότητα, τη νομιμοποίηση και κυρίως την αποδοχή του από την κοινωνία.
Γιατί όταν αλλάζεις έναν εκλογικό μηχανισμό που λειτούργησε επί 51 χρόνια, δεν αρκεί να λες ότι φέρνεις «εκσυγχρονισμό». Πρέπει και να πείσεις ότι δεν πειραματίζεσαι με την ίδια τη δημοκρατική διαδικασία.
Το νέο νομοθέτημα προβλέπει την κατάργηση του δεύτερου γύρου και τη διεξαγωγή των εκλογών σε μία και μοναδική Κυριακή, με νέο ενιαίο σύστημα ψηφοφορίας. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα μοντέλο ενός γύρου, το οποίο η κυβέρνηση παρουσιάζει ως πιο «λειτουργικό» και «σύγχρονο», χωρίς ωστόσο να είναι σαφές σε ποιο άλλο ευρωπαϊκό ή δυτικό κράτος έχει εφαρμοστεί με αντίστοιχο τρόπο στην αυτοδιοίκηση. όπως δημοσίευσε το airetos.gr
Αξίζει να σημειωθεί ότι το σύστημα των δύο γύρων καθιερώθηκε στις πρώτες αυτοδιοικητικές εκλογές της Μεταπολίτευσης το 1975. Από τότε πέρασε από αρκετές τροποποιήσεις ως προς τα ποσοστά εκλογής – από το 50%+1, στο 42%, ξανά στο 50%+1 και αργότερα στο 43%+1 – αλλά ο πυρήνας του παρέμενε ίδιος: αν δεν υπήρχε σαφής πλειοψηφία, ο πολίτης επέστρεφε στην κάλπη για να επιλέξει ανάμεσα στους δύο επικρατέστερους συνδυασμούς.
Οι επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές θα ακολουθήσουν τις εθνικές κάλπες, άρα κανείς σήμερα δεν μπορεί να γνωρίζει ποιοι θα είναι οι πολιτικοί συσχετισμοί εκείνης της περιόδου. Ένα εκλογικό σύστημα σχεδιάζεται συνήθως με την προσδοκία πολιτικού οφέλους, όμως η ιστορία έχει δείξει ότι πολλές φορές οι συσχετισμοί ανατρέπονται και οι εμπνευστές ενός νόμου βρίσκονται τελικά εγκλωβισμένοι στις ίδιες τους τις επιλογές.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η παγίδα. όπως αποκαλύπτει το airetos.gr Αν το κυβερνητικό νομοθέτημα δεν εμπεριέχει στοιχεία υπεροψίας, τότε σίγουρα εμπεριέχει σημαντικό πολιτικό ρίσκο.
Παράλληλα, γεννάται και ένα σοβαρό πρακτικό ζήτημα: το νέο σύστημα θα πρέπει πρώτα να γίνει απολύτως κατανοητό τόσο από τους αιρετούς όσο και από τους ψηφοφόρους. Η μετάβαση από ένα γνωστό μοντέλο δύο γύρων, που εφαρμόστηκε επί μισό αιώνα, σε ένα νέο και ουσιαστικά ανεξερεύνητο σύστημα μίας Κυριακής, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη λειτουργικότητα, τη νομιμοποίηση και κυρίως την αποδοχή του από την κοινωνία.
Γιατί όταν αλλάζεις έναν εκλογικό μηχανισμό που λειτούργησε επί 51 χρόνια, δεν αρκεί να λες ότι φέρνεις «εκσυγχρονισμό». Πρέπει και να πείσεις ότι δεν πειραματίζεσαι με την ίδια τη δημοκρατική διαδικασία.
