Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Νέοι άνθρωποι, πολιτική και το αίσθημα αδιεξόδου. Υπάρχει ακόμη χώρος για έμπνευση;

 
 Κωνσταντίνος Χατζηιωαννίδης 
 
Ακούμε, διαβάζουμε και αντιλαμβανόμαστε, ότι η σημερινή γενιά νέων μεγαλώνει μέσα σε μια διαρκή κατάσταση μετάβασης, αβεβαιότητας και διαψεύσεων. Είναι... 
  
ίσως η πρώτη γενιά που, ενώ διαθέτει περισσότερη πρόσβαση στη γνώση, στην πληροφορία και στην επικοινωνία από κάθε προηγούμενη, ταυτόχρονα αισθάνεται λιγότερο βέβαιη για το μέλλον της.

Συχνά ακούμε ότι οι νέοι αδιαφορούν για την πολιτική, ότι έχουν στραφεί στον ατομισμό, ότι δεν πιστεύουν σε συλλογικά οράματα και ότι αντιμετωπίζουν τη δημόσια ζωή με κυνισμό ή αδιαφορία. Πρόκειται για μια επιφανειακή και βολική ανάγνωση. Οι νέοι άνθρωποι δεν αποστρέφονται την πολιτική. Αποστρέφονται μια πολιτική που μοιάζει ανήμπορη να απαντήσει στα πραγματικά αδιέξοδα της ζωής τους.

Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε μέσα σε αλλεπάλληλες κρίσεις, οικονομική κατάρρευση, μνημόνια, πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμό, στεγαστική ασφυξία, εργασιακή επισφάλεια. Για πολλούς νέους, η σταθερότητα δεν είναι δεδομένο αλλά σχεδόν άγνωστη εμπειρία.

Η εργασία, που ιστορικά αποτέλεσε όχι μόνο μέσο βιοπορισμού αλλά και βασικό πεδίο κοινωνικής ένταξης, συλλογικότητας και συγκρότησης ταυτότητας, μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο ανασφάλειας. Ελαστικές μορφές απασχόλησης, χαμηλοί μισθοί, αδυναμία πρόσβασης σε αξιοπρεπή κατοικία, καθυστέρηση οικονομικής και προσωπικής αυτονόμησης.

Και όμως, η εργασία δεν είναι μόνο οικονομική δραστηριότητα. Είναι κοινωνική σχέση. Μέσα από την κοινωνικότητα της εργασίας, οι άνθρωποι μαθαίνουν να συνυπάρχουν, να συνεργάζονται, να συγκρούονται δημιουργικά, να αποκτούν συνείδηση κοινού συμφέροντος. Όταν όμως η εργασία αποδιαρθρώνεται και ιδιωτικοποιείται πλήρως ως ατομική μάχη επιβίωσης, διαβρώνεται και ο κοινωνικός ιστός.

Και εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αντίφαση της εποχής. Από τη μία, η κοινωνία καλλιεργεί μια σχεδόν εμμονική κουλτούρα ατομικής επιτυχίας. «Γίνε καλύτερος», «επένδυσε στον εαυτό σου», «χτίσε το προσωπικό σου brand», «αν προσπαθήσεις αρκετά, θα τα καταφέρεις». Από την άλλη, οι υλικοί όροι ύπαρξης περιορίζονται δραματικά. Οι δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας στενεύουν. Οι ευκαιρίες δεν εξαφανίζονται, αλλά γίνονται ολοένα πιο άνισα κατανεμημένες.

Έτσι, παράγεται μια γενιά εγκλωβισμένη ανάμεσα στην υπόσχεση και στη διάψευση. Η αποτυχία παρουσιάζεται ως ατομική ευθύνη, ενώ στην πραγματικότητα είναι συχνά αποτέλεσμα δομικών αδιεξόδων. Και όταν η κοινωνία μετατρέπει συλλογικά προβλήματα σε ατομικές ενοχές, το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο. Οργή, ματαίωση, κυνισμός.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η φράση «όλοι ίδιοι είναι» αποκτά ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό φορτίο. Δεν είναι απλώς μια εύκολη γενίκευση. Είναι η έκφραση μιας βαθιάς κρίσης αντιπροσώπευσης. Είναι η αίσθηση ότι οι πολιτικές εναλλαγές δεν μεταβάλλουν ουσιαστικά τους όρους ζωής. Όμως το «όλοι ίδιοι είναι», όσο κατανοητό κι αν ακούγεται, λειτουργεί τελικά αποπολιτικοποιητικά. Μετατρέπει τη δικαιολογημένη δυσπιστία σε παραίτηση. Νομιμοποιεί την αποχή, την ιδιώτευση, την απομάκρυνση από τη συλλογική διεκδίκηση. Και τελικά αφήνει το πεδίο ελεύθερο ακριβώς σε όσους επωφελούνται από την κοινωνική αδράνεια.

Η υπέρβαση αυτού του κλίματος δεν μπορεί να γίνει μόνο με τεχνοκρατικές υποσχέσεις ή επικοινωνιακά συνθήματα. Απαιτείται πολιτική αφήγηση που να ξαναδίνει νόημα στη συλλογικότητα, στη συμμετοχή, στην προοπτική κοινωνικής αλλαγής. Γι’ αυτό το κεντρικό πολιτικό ερώτημα σήμερα δεν είναι αν οι νέοι ενδιαφέρονται για την πολιτική. Ενδιαφέρονται. Το ερώτημα είναι ποιος μπορεί να τους πείσει ότι η πολιτική έχει ακόμη νόημα.

Σε αυτό το σημείο επανέρχεται στο προσκήνιο ο Αλέξης Τσίπρας. Όχι ως νοσταλγική επιστροφή σε μια περασμένη εποχή, ούτε ως απλή ανακύκλωση προσώπων. Αλλά ως πολιτικό πρόσωπο που εξακολουθεί να συνδέεται με τη μεγαλύτερη , και τελευταία ίσως, μαζική εμπειρία πολιτικής προσδοκίας που γνώρισε η μεταμνημονιακή γενιά.

Για ένα σημαντικό τμήμα των νέων, ο Τσίπρας δεν υπήρξε απλώς ένας πρωθυπουργός. Υπήρξε η πολιτική συμπύκνωση μιας περιόδου όπου διατυπώθηκε, έστω αντιφατικά, η δυνατότητα αμφισβήτησης ενός φαινομενικά αμετακίνητου συστήματος ισορροπιών. Ασφαλώς, η εμπειρία εκείνης της περιόδου κουβαλά αντιφάσεις, τραύματα, υποχωρήσεις και διαψεύσεις. Κανείς δεν μπορεί να το παρακάμψει αυτό. Όμως στην πολιτική, η αξιοπιστία δεν χτίζεται μόνο πάνω στο αλάθητο. Χτίζεται και πάνω στην εμπειρία, στη δυνατότητα αναστοχασμού και στη βούληση να επαναδιατυπώσεις μια πρόταση με μεγαλύτερη ωριμότητα.

Αν ο Τσίπρας επιδιώξει να συνομιλήσει ξανά με τους νέους, δεν αρκεί να ανακαλέσει το παρελθόν. Οφείλει να απαντήσει στα σημερινά ερωτήματα, εργασία, κατοικία, κοινωνική κινητικότητα, ψηφιακή και παραγωγική μετάβαση, ποιότητα δημοκρατίας, νέες μορφές συλλογικότητας. Οι νέοι δεν ζητούν σωτήρες. Ζητούν νόημα, προοπτική, αξιοπρέπεια και αίσθηση συμμετοχής σε κάτι μεγαλύτερο από την ατομική επιβίωση.

Το στοίχημα δεν είναι απλώς εκλογικό. Σε μια εποχή γενικευμένης κόπωσης, κυνισμού και αποσύνδεσης, όποιος καταφέρει να ξαναδώσει νόημα στη συλλογική ελπίδα, δεν θα απαντήσει μόνο σε μια εκλογική ανάγκη. Θα απαντήσει σε ένα υπαρξιακό κοινωνικό κενό. Μια πολιτική πρόταση που θα συνδέει την οικονομική ασφάλεια με τη δημοκρατία, την εργασία με την κοινωνική χειραφέτηση, την ατομικότητα με νέες μορφές συλλογικότητας, μπορεί να ξανανοίξει ορίζοντα.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο αν ο Τσίπρας μπορεί να πείσει τους νέους. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν μπορεί να εκφράσει ξανά την ανάγκη μιας γενιάς να πιστέψει ότι η πολιτική δεν είναι διαχείριση του αναπόφευκτου, αλλά δυνατότητα αλλαγής του.

Οι νέοι δεν αποστρέφονται την πολιτική. Αποστρέφονται την αίσθηση ματαιότητας.