Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Μ´ένα μαύρο άλογο …


(Του Μάρκου Μπόλαρη)

Ανταμώθηκαν στην οπισθοχώρηση

έξω από τα Γιάννενα...

 

Φίλοι ήταν, από τον καιρό πρίν τον πόλεμο

είχαν γνωριστεί,

ο ένας Κρητικός, μάστορας του ξύλου,

ο άλλος πάλι Λημνιός , ζωέμπορος

είχε φτάσει με το εμπορικό καίκι

από το νησί,

στο Πεθελινό ,στο μεγάλο έργο καταμεσής

του Σερριώτικου κάμπου,

έργο για την αποξήρανση της Λίμνης του Αχινού, Κερκινίτιδα την λέγαν ,

σ’ αυτής της λίμνης τα νερά ήταν

που πρωτοέπεσαν τα πλοία του νεοναυπηγημένου στόλου από την ξυλεία του Παγγαίου όρους,

του στόλου του Μεγαλέξαντρου,

Αμφιπολίτες ήταν κι οι ναύαρχοι του στόλου

που απέπλευσε για την εποποιία στην Ανατολή

κατά του Μεγάλου Βασιλέα των Περσών ,

μεγάλο έργο τούτο,

μιά λιμναία αποξήρανση

για να δοθούν χωράφια στους πρόσφυγες ,

στους νιόφερτους Ρωμιούς απ’ την Θράκη ,

την Μικρασία, την Ρωμυλία και τον Πόντο,

για να ζήσουν , να στεριώσουν στον τόπο ,

να αναθρέψουν τα παιδιά ,να ριζώσουν στον τόπο.

Έξω απ’ τα Γιάννενα βρεθήκαν ,

σμίγαν εκεί οι πολεμικές μονάδες που επέστρεφαν

από το αλβανικό μέτωπο,

ένα Γερμανικό μπλόκο είχε στηθεί ,

ένα μπλόκο που απαιτούσε την παράδοση

του οπλισμού και του πολεμικού υλικού ,

Νικητές επέστρεφαν ,

είχαν αποκρούσει , αρχικά, την Ιταλική επίθεση

των φασιστών του Μουσολίνι,

κι ύστερα , μ’ αντεπίθεση

είχαν ξανά ελευθερώσει την Βόρεια Ήπειρο , Κορυτσά και Αργυρόκαστρο, Αγίους Σαράντα,

δεν ηττήθηκε ο Ελληνικός Στρατός

στην Αλβανία,

είχε αποκρούσει την Εαρινή Επίθεση των Ιταλών

επίθεση που την επέβλεψε προσωπικά ο Μουσολίνι,

τι τραγωδία,

οι ανίκητοι να υποχρεώνονται σε παράδοση

των όπλων,

αγκαλιάστηκαν σαν φίλοι,

αδερφικό ασπασμό αντάλλαξαν,

λίγες οι λέξεις, τι να πείς, τι νόημα έχουν τα λόγια,

ως προχτές με την λόγχη στο όπλο κυνηγούσαν τους Ιταλούς,

νικητές ανίκητοι,

και να τώρα ,

στη θρασύτητα των Γερμανών παραδίδουν τα όπλα,

όπλα και πυροβόλα, πυρομαχικά και άλογα,

κι ύστερα από τον εναγκαλισμό,

ο ένας είχε πατήσει τα πενήντα, εθελοντής βρέθηκε

στο μέτωπο , μπαρουτοκαπνισμένος,

η οικογένεια στην θεοφρούρητη πόλη των Σερρών τον περίμενε,

ο άλλος στα τριάντα του,

στην Τούμπα των Σερρών , εκεί δίπλα στο παλιό Λαυριώτικο Μετόχι τ’ Αγιονορείτικο ,

τον απάντεχε η κυρά του , από την Λήμνο αρχόντισσα, με την τρίχρονη κόρη τους,

τον κοίταξε ο μεγαλύτερος στα μάτια,

ίσια,

και ντρέτα του λέει :

- Μίλτο, άκουσέ με ,

εγώ δεν παραδίνω τα όπλα ,

τούτο το άλογο πήρα, του διοικητή μας ήταν,

μαύρο ένα, όμορφο άλογο, πειθαρχημένο,

τον κοίταζε με τα μεγάλα απορημένα μάτια του,

έτοιμο για την μεγάλη συνοδοιπορία

της επιστροφής,

- όχι, στους Γερμανούς δεν τ’ αφήνω ,

με τον οπλισμό , στ’ άλογο θα φορτώσω,

τα πυρομαχικά και το σακκίδιο,

τ’ αντίσκηνο,

στα Σέρρας θα γυρίσω.

Εάν μπορέσω !

Τους δρόμους από του αντάρτικου

τον καιρό, στα Μακεδονικά, τον κατέχω.

Εάν , πάλι, δεν φτάσω ,

της κυρά Χρυσούλας εσύ γυρνώντας πίσω,

πέστης το !

Και φαινόταν ξεκάθαρα

μα και ήταν όντως αποφασισμένος !

Τον θάμαξε , ο νεώτερος .

Τι να του πεί ;

Έχει ψυχή , σκέφτηκε, έχει ψυχή τούτος

ο λωλοΚρητικός !

Δεν είπε τίποτε !

Μια ευχή , μόνον, του βγήκε στα χείλη, μόνον,

μιά ευχή :

-Η Παναγία μαζί σου,

Μάρκο !

Καλή αντάμωση να ‘χουμε !

Ο Απρίλης τελείωνε , κοκκίνιζε εδώ κι εκεί ο τόπος

απ’ τις παπαρούνες,

ο Μάης ερχόταν, κρατούσαν ακόμη τα χιόνια

και το κρύο στης Πίνδος

τις βουνοκορφές,

χαιρετιστήκαν !

Οι Γερμανοί την Κρήτη να καταλάβουν ετοιμαζόταν,

βάση να έχουν για να πιάσουν την Αλεξάνδρεια

και το Σουέζ, τους δρόμους του πετρελαίου

να ελέγξουν,

όλα τα νιάτα του νησιού επιστρατευμένα

στο μέτωπο ήταν ,

απροστάτευτο ήταν το νησί,

μόνον Εγγλέζοι και Αυστραλοί ,

οι ηλικιωμένοι, όσοι πολεμιστές δεν επιστρατεύτηκαν,

τούτοι μόνοι βρισκόντουσαν πάνω στη Κρήτη ,

μιά άλλη εποποίια ετοιμάζονται

να γράψουν, κι ήταν άοπλοι,

τούτος , μάννα είχε κι αδερφάδες στα Χανιά,

εξ ού κι η έγνοια του,

οι αδερφοί του στο Salt Lake City εδώ και χρόνια

στες Ηνωμένες Πολιτείες

εγκατεστημένοι,

με τακτική αντάρτικου πολέμου κινήθηκε,

την γνώριζε

όπως τότες που οι Οθωμανοί κατέχαν την Μακεδονία

κι οι Βούλγαροι κομιτατζήδες ασχημονούσαν,

μόνον τες νύχτες όδευε ,

με προφυλάξεις , δεν είχε εδραιωθεί η κατοχή ,

σκόρπιοι ήταν ακόμη κι οι Γερμανοί ,

οι Ιταλοί κατέβαιναν για να πάρουν θέσεις ,

σε χώρα που τους ταπείνωσε στρατιωτικά ,

σ’ ένα Λαό που τους νίκησε,

γιαλαντζί κατακτητές αυτοί εμφανιζόταν,

κι οι Βούλγαροι στην Ανατολική Μακεδονία και την Δυτική Θράκη , άλλο θράσος , με την ισχύ

των Γερμανών Ναζί , προσάρτηση δήλωσαν

των Ελληνικών εδαφών,

τις νύχτες ταξίδευε , πεζός , όχι έφιππος,

το άλογο τον οπλισμό και τα πυρομαχικά μετέφερε,

στα μαντριά αναζητούσε από τους τσοπάνηδες

μιά κούπα γάλα, μιά φέτα ψωμί και τυρί ,

δυσκολεύτηκε, στ’ αλήθεια,

πέρασμα στους ποταμούς να βρει,

τα γιοφύρια όλα τα κρατούσαν οι κατακτητές ,

τον έλεγχο για να ‘χουν στις οδικές αρτηρίες ,

τι τίμημα μεγάλο ,

της Λευτεριάς το τίμημα ,

ματωμένο τίμημα ,

την απόρθητη Ντρεμπεσίνα είχαν καταλάβει

από τα χέρια των Ιταλών παίρνοντάς την,

τους είχαν εξουθενώσει ταπεινωτικά στις μάχες

για την κατάληψη του 751 υψώματος,

και να τώρα, σε κατακτημένα εδάφη κινείται,

ανάκατα συναισθήματα ,

και υπερηφάνεια και πόνος, χέρι - χέρι,

και ικανοποίηση και ταπείνωση , μαζί,

οι Νικητές,

σε κατακτημένα εδάφη επιστρέφουν,

την νύχτα η πορεία ,

σαν τους Αρματωλούς και τους Κλέφτες,

σαν Μακεδονομάχος,

έφτασε , το άλογο και τα όπλα εκτός της πόλης

τα φύλαξε, σε εξοχοκάλυβο,

όχι, να τον δούν πως γύρισε

δεν έπρεπε,

γνωστός ήταν για τον πόλεμο στα Μακεδονικά ,

γνωστός για την ανδραγαθία στους Βαλκανικούς

γνωστός για την συμμετοχή στις μάχες

της Μεραρχίας Κρητών κατά των ΓερμανοΒουλγάρων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο,

κι ύστερα , πάλιν, γνώριζαν οι Σερραίοι

πως στης Μικρασίας την εκστρατεία και τις φονικές αναμετρήσεις είχε μετάσχει,

φίλοι κι οχτροί γνώριζαν πως

στο Αλβανικό μέτωπο εθελοντής είχε επιστρατευτεί,

όχι, να μάθουν πως γύρισε από το μέτωπο

δεν ήταν φρόνιμο,

ρουφιάνοι και προδότες,

σ’ όλους τους καιρούς μαγαρίζουν

τον τόπο,

από του Εφιάλτη την εποχή ,

την νύχτα, διάβηκε από νοτιά

τις σιδηροδρομικές γραμμές, έξω από τους προσφυγικούς οικισμούς

σαν σκιά περπάτησε ,

στους οπωρώνες μέσα, στες αχλαδιές και τες μηλιές, δαμασκηνιές και ροδακινιές,

έδεναν οι κερασιές , βιαστικές όπως πάντα,

τον καρπό τους,

μετά τα μεσάνυχτα , χωρίς να χτυπήσει πόρτα

στο σπίτι του γύρισε μετά από έξε , πάνω κάτω, μήνες ,

την καλή του, κυρά Χρυσούλα αγκάλιασε και φίλησε

τα αγόρια του,

που τον πήραν είδηση

κι αναπήδησαν στα κρεβάτια τους,

εναγκαλίστηκε !

Δεν δώσαν σημείο της επιστροφής

στη γειτονιά !

Κανείς να καταλάβει τίποτε

δεν έπρεπε !

Η επομένη μέρα κύλησε ωσάν κάθε προηγούμενη

φαινομενικά !

Μόνον που η μάννα σιωπηλά

ένα μπόγο μικρό με ρούχα για το καθένα αγόρι

ώστε το βράδυ , πάλιν μεταμεσονύχτια,

πατέρας και γιοί να κινήσουν

για την Θεσσαλονίκη ,

που στα χέρια των Γερμανών έμεινε,

στη Σαλονίκη που σε συγγενείς

τους εμπιστεύτηκε, αφού το σχέδιο

εξ αρχής ήταν να βγεί στο βουνό , τα όπλα

δεν είχε κουβαλήσει απ’ το μέτωπο αδίκως,

τους Βουλγάρους να πολεμήσει,

του κύκλου, βλέπεις, τα γυρίσματα

π’ ανεβοκατεβαίνουν,

καθώς ο Ερωτόκριτος τραγουδά,

δεν γίνεται αντάρτης νά’σαι στο βουνό

και τρείς γιοί όμηροι νά ‘ναι του οχτρού,

τι τίμημα κι αυτό , ατίμητο ,

της Λευτεριάς ο πόθος,

στου Μενοικέως το όρος το υψηλόκορμο, αρχικά , αντάρτικο στρατόπεδο θα ιδρύσουν ,

κι ύστερα στο Κερδύλλιον όρος θα βρεθεί,

χαμηλότερο βουνί μα κατάφυτο ,

για καταφυγή αγωνιστών της Αντίστασης

προσφορότερον,

καινούργιος ένας κύκλος είχε ανοίξει ,

από τις μάχες στο οχυρό του Ρούπελ

στης Εθνικής Αντίστασης τους αγώνες στα βουνά,

από την εξόντωση της Εβραίικης Κοινότητας

των Σερρών , αρχαίας κι ιστορικής Κοινότητας,

στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ανθρωποφάγων,

στην εκτέλεση όλων των ανδρών και την ταυτόχρονη πυρπόληση των δύο χωριών,

των Άνω και των Κάτω Κερδυλλίων,

από την πυρπόληση της αρχαιότερου εν λειτουργία μοναστηριού στην Ελλάδα , της Πατριαρχικής Μονής της Παναγίας Αχειροποιήτου στο Πάγγαιον όρος , της επικαλουμένης τα νύν Εικοσιφοινίσσης, μέχρι τις ομαδικές εκτελέσεις σε πλείστα όσα χωριά του πολύπαθου κάμπου των Σερρών,

άλλος ένας κύκλος της ιστορίας είχε ανοίξει ,

με δόξα και με πάθη , με χωσιές κι ηρωισμούς,

μαχητές της Αντίστασης κι ελεηνούς λαδοβούλγαρους,

γερμανοτσολιάδες και αντικρύς ψυχωμένους Πατριώτες,

κι ο Θουκυδίδης , νά,

εδώ κοντά , στο κτήμα του στην Σκαπτή Ύλη,

στου Παγγαίου τες υπώρειες, εξόριστος,

γράφει,

μας θωρρεί στους αιώνες,

και οξυγράφω καλάμω

γράφει

«έως αν η φύσις των ανθρώπων η αυτή εί»,

αδέρφια, «έως άν …»

το τίμημα , της Λευτεριάς,

αδέρφια,

τούτο το Τίμημα,

Ατίμητο !

Τέτοιες μέρες ήταν

στα χίλια εννιακόσια σαράντα ένα

Άπριλομάης

κι είχαν οι παπαρούνες ,

ποτισμένες από το νιό αίμα ,

κοκκινίσει πάλιν, ωσάν και σήμερο,

τα χωράφια