Σάββατο 23 Μαΐου 2026

ΟΤΑΝ ΜΥΡΙΖΕΙ αέριο και δεν ξέρει κανείς από πού...


      Μια ολόκληρη μητροπολιτική περιοχή μύρισε κάτι που δεν προσδιορίστηκε ποτέ. Το πρόβλημα δεν είναι η οσμή. Είναι ότι ένα σύγχρονο κράτος δεν κατάφερε να την ονομάσει.


Μαΐος 2026

Υπάρχουν περιστατικά που δεν κρίνονται από το αν τελικά έγινε καταστροφή. Κρίνονται από το τι θα συνέβαινε αν, αντί για μια ενοχλητική μυρωδιά, είχαμε μπροστά μας έναν αόρατο, άοσμο, θανατηφόρο κίνδυνο. Στην...  

 

Αττική, εκείνο το μεσημέρι, είχαμε την τύχη να μυρίζει κάτι. Δεν την έχουμε πάντα.
Η έντονη οσμή που σάρωσε τα νότια προάστια και το παραλιακό μέτωπο της Αττικής γύρω στις 12 το μεσημέρι της Τρίτης 19 Μαΐου δεν ήταν ένα απλό επεισόδιο καθημερινής αναστάτωσης. Από τις 11:40 το ΕΣΚΕΔΙΚ δέχτηκε αλλεπάλληλες κλήσεις. Αναπτύχθηκαν δυνάμεις της Πυροσβεστικής. Υπήρξε επικοινωνία με ΔΕΣΦΑ, ΕΝΑΟΝ ΕΔΑ, Λιμενικό, Περιφέρεια Αττικής και τους κατά τόπους δήμους. Σε Νέα Σμύρνη, Καλλιθέα, Παλαιό Φάληρο, Άλιμο, Άγιο Δημήτριο, Γλυφάδα, και αργότερα έως την Πλάκα, εκκενώθηκαν προληπτικά σχολεία, γραφεία και επιχειρήσεις. Ο Δήμος Νέας Σμύρνης συνέστησε παραμονή σε χώρους με κλειστά παράθυρα.
Και μετά, η οσμή υποχώρησε. Γύρω στις 13:30 άρχισε να εξασθενεί, και ως το βράδυ είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Οι έρευνες της Πυροσβεστικής ολοκληρώθηκαν. Το πόρισμα χωράει σε μία γραμμή: η αιτία και η προέλευση παραμένουν άγνωστες.
Το «δεν βρήκαμε» δεν είναι απάντηση. Είναι αφετηρία έρευνας.


Το «δεν προκύπτει» δεν είναι πόρισμα


Όταν χιλιάδες πολίτες μυρίζουν ταυτόχρονα κάτι που θυμίζει αέριο, όταν κλείνουν σχολεία και αδειάζουν γραφεία, το κράτος δεν δικαιούται να αρκεστεί στο «δεν διαπιστώθηκε διαρροή». Αυτή η φράση περιγράφει τι αποκλείστηκε. Δεν περιγράφει τι συνέβη.
Και τα δύο δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το να αποκλείσεις μια διαρροή στη Ρεβυθούσα ή στο δίκτυο της ΕΝΑΟΝ είναι χρήσιμο, αλλά είναι μόνο η μισή δουλειά. Η άλλη μισή, η δύσκολη, είναι να ονομάσεις την πηγή. Κι εκεί ο μηχανισμός σταμάτησε. Όχι επειδή δεν προσπάθησε, αλλά επειδή, όπως φάνηκε, δεν είχε τα εργαλεία να φτάσει ως το τέλος.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι το άγνωστο. Είναι μια αντίφαση που έμεινε αναπάντητη: οι σταθεροί μετρητές δεν έδειξαν αυξημένους ρύπους, ενώ η οσμή έγινε αισθητή σε δεκάδες χιλιόμετρα ακτογραμμής, σε έκταση από το Λαγονήσι ως τη Δραπετσώνα. Είτε οι μετρητές δεν μετρούσαν τη σωστή ουσία, είτε δεν βρίσκονταν στα σωστά σημεία, είτε η ουσία ήταν αισθητή στην όσφρηση σε συγκεντρώσεις κάτω από το όριο ανίχνευσης. Καμία από αυτές τις τρεις εκδοχές δεν είναι καθησυχαστική.


«Μύρισε LNG»: ο επικοινωνιακός θόρυβος


Στη διάρκεια της ημέρας ακούστηκε, ανάμεσα σε άλλα, και το σενάριο του LNG. Μόνο που το LNG (το υγροποιημένο φυσικό αέριο) είναι άοσμο . Το ίδιο και το φυσικό αέριο στη φυσική του κατάσταση: άχρωμο και άοσμο. Η μυρωδιά που όλοι αναγνωρίζουμε προστίθεται τεχνητά, με οσμητικές ουσίες (συνήθως μερκαπτάνες, θειούχες ενώσεις), ακριβώς για να μπορεί ο άνθρωπος να αντιληφθεί μια διαρροή που διαφορετικά θα ήταν αόρατη .
Άρα η φράση «μύρισε LNG» δεν είναι τεχνική εξήγηση. Είναι επικοινωνιακός θόρυβος. Αν μύρισε κάτι, τότε ή δεν μύρισε το ίδιο το LNG, ή μύρισε οσμητική ουσία, ή μύρισε υγραέριο, ή μύρισαν θειούχες ενώσεις, ή υπήρξε άλλη βιομηχανική, ναυτιλιακή ή περιβαλλοντική εκπομπή. Ή κάτι άλλο που κανείς δεν έχει ακόμη κατονομάσει.
Και όταν κανείς δεν μπορεί να κατονομάσει την πηγή, δεν έχουμε απλώς ένα «μυστήριο» για τα δελτία. Έχουμε θεσμικό κενό.


Οι εκτιμήσεις των ειδικών: γιατί δεν αρκούν


Στο κενό που άφησε η επίσημη ενημέρωση, μπήκαν οι επιστήμονες. Ο καθηγητής περιβαλλοντικής μηχανικής και πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Δημοσθένης Σαρηγιάννης, διατύπωσε δύο σενάρια, με κοινό παρονομαστή τον Σαρωνικό. Στο πρώτο, η οσμή προήλθε από τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Σαλαμίνας–Περάματος, όπου εποχιακές εργασίες κοπής μετάλλων εμποτισμένων με θειούχες ενώσεις μπορούν να απελευθερώσουν οσμές που ταξιδεύουν με τους ανέμους. Στο δεύτερο, η πηγή ήταν αγκυροβολημένο δεξαμενόπλοιο έξω από την Αίγινα.
Πρόσθεσε και μια τρίτη πιθανότητα: το φαινόμενο upwelling, δηλαδή την άνοδο βαθύτερων θαλάσσιων μαζών στην επιφάνεια υπό συγκεκριμένες συνθήκες ρευμάτων και θερμοκρασίας, που μεταφέρουν μαζί τους ιζήματα και αέρια από έναν ιδιαίτερα βεβαρημένο Σαρωνικό. Παράλληλα, ανάλυση τροχιών ανέμου κατέδειξε κάτι που αξίζει προσοχή: οι τροχιές συνέκλιναν σε συγκεκριμένα σημεία, τα ίδια ακριβώς στα οποία είχαν συγκλίνει και σε αντίστοιχα περιστατικά τον προηγούμενο χρόνο.
Αν οι εκτιμήσεις αυτές ισχύουν (και δεν έχουν επίσημα επιβεβαιωθεί), τότε το πρόβλημα έχει γεωγραφικά και χρονικά όρια που μπορούν να ερευνηθούν. Κάτι που δεν μοιάζει τυχαίο επαναλαμβάνεται στα ίδια σημεία. Κάτι που πρέπει επιτέλους να ονομαστεί.
Κι εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα. Όλα αυτά είναι εκτιμήσεις ιδιωτών και ακαδημαϊκών, όχι συμπεράσματα του κράτους. Επισήμως, από κυβερνητικό εκπρόσωπο, δεν ειπώθηκε τι έφταιξε. Η πιο τεκμηριωμένη ανάλυση της ημέρας δεν ήρθε από τον μηχανισμό που διαθέτει τους πόρους και τη δικαιοδοσία. Ήρθε από ανθρώπους που δούλεψαν με δεδομένα ανέμου εκ των υστέρων. Το κράτος είχε τα logs, τα πλοία, τους σταθμούς. Δεν παρήγαγε την απάντηση.


Το ερώτημα που πρέπει να μας τρομάζει


Το ερώτημα δεν είναι αν τελικά υπήρξε διαρροή φυσικού αερίου. Το ερώτημα είναι χειρότερο: αν υπήρχε κάτι που δεν μύριζε, τι θα κάναμε;
Το μονοξείδιο του άνθρακα είναι άοσμο, άχρωμο, και σκοτώνει χωρίς προειδοποίηση . Το LNG είναι άοσμο και εξαιρετικά εύφλεκτο υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Το υδρόθειο, που έχει την οικεία μυρωδιά σάπιου αυγού σε χαμηλές συγκεντρώσεις, σε επικίνδυνα επίπεδα παραλύει την όσφρηση: ο άνθρωπος σταματά να το μυρίζει ακριβώς τη στιγμή που κινδυνεύει περισσότερο .
Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες χημείας. Είναι η ίδια η ουσία της πολιτικής προστασίας. Γιατί ένα κράτος που στηρίζεται στη μύτη των πολιτών για να καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει, είναι ένα κράτος που έχει παραιτηθεί από το πρώτο του καθήκον: να ξέρει πριν από τον πολίτη, όχι μετά.
Τι θα έκανε ένα κράτος που λειτουργεί
Ένα σύγχρονο κράτος δεν περιμένει να μυρίσει ο κάτοικος της Καλλιθέας ή της Γλυφάδας κάτι περίεργο για να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός. Διαθέτει δίκτυα ανίχνευσης, κινητά εργαστήρια, χάρτη περιστατικών σε πραγματικό χρόνο, μετεωρολογική ιχνηλάτηση, έλεγχο βιομηχανικών εκπομπών, λιμενική επιτήρηση, δεδομένα κινήσεων πλοίων, χρονολόγιο γεγονότων. Και τα δημοσιοποιεί.
Η σωστή απάντηση δεν είναι να τρομοκρατήσεις τον κόσμο. Είναι να τον ενημερώσεις με ακρίβεια. Να πεις τι αποκλείστηκε, με ποια μέτρηση, από ποιον φορέα, σε ποια ώρα, σε ποια περιοχή, με ποια μέθοδο. Να δημοσιεύσεις χάρτη αναφορών. Να δείξεις τη φορά των ανέμων. Να ελέγξεις τις βιομηχανικές ζώνες. Να ζητήσεις logs από εγκαταστάσεις και πλοία. Και κυρίως: να εξηγήσεις γιατί οι μετρητές σώπασαν ενώ η πόλη μύριζε.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει τρία συγκεκριμένα πράγματα. Πρώτον, επέκταση του δικτύου σταθερών μετρητών ποιότητας αέρα στις βιομηχανικές και παράκτιες ζώνες της Αττικής, με δημόσια πρόσβαση στα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο — υπόδειγμα υπάρχει ήδη σε πόλεις όπως η Αμβέρσα και η Γένοβα. Δεύτερον, υποχρεωτική αναφορά εκπομπών από πλοία και βιομηχανικές εγκαταστάσεις στον Σαρωνικό με τυποποιημένο χρονολόγιο, ώστε η διαλεύκανση μελλοντικών περιστατικών να μην εξαρτάται από εκτιμήσεις εκ των υστέρων. Τρίτον, θεσμοθέτηση υποχρέωσης δημοσίευσης ενδιάμεσου πορίσματος εντός 24 ωρών από κάθε περιβαλλοντικό συμβάν που προκαλεί μαζική αναστάτωση, με ρητή καταγραφή τόσο των αποκλεισμένων σεναρίων όσο και των ανοιχτών.


Το ελάχιστο που έπρεπε να έχει ανακοινωθεί


Μέχρι το τέλος της ίδιας ημέρας, οι πολίτες έπρεπε να γνωρίζουν πέντε πράγματα: πού έγιναν μετρήσεις, τι ουσίες μετρήθηκαν, ποια σενάρια αποκλείστηκαν, ποια παρέμεναν ανοιχτά και πότε θα δημοσιευθεί τελικό πόρισμα.
Αντ' αυτού, η επίσημη επικοινωνία περιορίστηκε σε ένα ανακοινωθέν που λέει ουσιαστικά: «δεν βρήκαμε κάτι». Όχι καθησυχασμός με περιεχόμενο. Όχι χάρτης. Όχι κατάλογος αποκλειόμενων σεναρίων. Μόνο η διοικητική φράση που στην πράξη σημαίνει: «δεν μπορέσαμε να το βρούμε».
Αυτή η διαφορά ανάμεσα στο «δεν υπάρχει κίνδυνος» και στο «δεν εντοπίσαμε κίνδυνο» δεν είναι σημασιολογική. Είναι η ουσία της λογοδοσίας. Και η σύγχυσή της από τους αρμόδιους δεν είναι τεχνικό σφάλμα. Είναι επιλογή επικοινωνίας.


Ο δικηγόρος του διαβόλου: γιατί χάνει τη δίκη


Υπάρχει, βέβαια, και η αντεπιχειρηματολογία. Αξίζει να ειπωθεί και να αποδομηθεί.
Πρώτον: «Ο μηχανισμός κινητοποιήθηκε άμεσα, οι αρχές ανταποκρίθηκαν και δεν βρέθηκε κανένας τραυματίας.» Αληθές. Αλλά η απουσία τραυματία δεν αποδεικνύει επάρκεια μηχανισμού. Αποδεικνύει απλώς ότι αυτή τη φορά δεν συνέβη το χειρότερο. Η κρίση ενός συστήματος πολιτικής προστασίας δεν μετριέται μόνο με αριθμό νεκρών.
Δεύτερον: «Τέτοια φαινόμενα είναι δύσκολο να εντοπιστούν, ακόμη και οι καλύτερες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια.» Μερικώς αληθές, αλλά επικίνδυνο ως επιχείρημα. Γιατί η σύγκριση με άλλες χώρες έχει νόημα μόνο αν συνοδεύεται από: ποια εργαλεία χρησιμοποίησαν εκεί που εδώ απουσίαζαν; Αν αυτή η απάντηση δεν δίνεται, το επιχείρημα είναι απολογητικό, όχι ενημερωτικό.
Τρίτον: «Η δημοσιογραφική κριτική δημιουργεί πανικό.» Το αντίθετο. Ο πανικός γεννιέται από το κενό: από εκατοντάδες πολίτες που μυρίζουν κάτι ανησυχητικό και δεν λαμβάνουν καμία τεκμηριωμένη απάντηση. Η κριτική δεν δημιουργεί το κενό· το βρίσκει εκεί.
Ένα μοτίβο, όχι ένα επεισόδιο
Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι δεν μιλάμε για μεμονωμένο γεγονός. Οι τροχιές που συγκλίνουν στα ίδια σημεία με πέρυσι δείχνουν επανάληψη, όχι σύμπτωση. Και το μοτίβο διαχείρισης επαναλαμβάνεται όσο και το φυσικό φαινόμενο.
Είδαμε το ίδιο σχήμα και πρόσφατα, στις 7 Μαΐου 2026, όταν ψαράδες εντόπισαν στα ύδατα της Λευκάδας ένα οπλισμένο ουκρανικό μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας (USV). Πάνω από μία εβδομάδα αργότερα, το πόρισμα ΕΥΠ-ΓΕΕΘΑ δεν προσδιόριζε με απόλυτη ακρίβεια ούτε τον αποστολέα ούτε την τροχιά. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας δήλωσε δημοσίως ότι δεν θα αποκαλύψει το περιεχόμενο του πορίσματος, παραδεχόμενος μόνο ότι το περιστατικό ήταν «εξαιρετικά επικίνδυνο». Πρώτα η επικοινωνιακή διαχείριση, μετά τα ερωτήματα, στο τέλος η ομίχλη.
Στα θέματα ασφάλειας, όμως, η θολούρα δεν είναι πολιτική τεχνική. Είναι κίνδυνος. Γιατί η αβεβαιότητα δεν εκρήγνυται· διαβρώνει. Και όταν διαβρωθεί η εμπιστοσύνη, την επόμενη φορά ο πολίτης δεν θα ξέρει αν πρέπει να μείνει ψύχραιμος, να φύγει, να καλέσει την Πυροσβεστική, ή να υποθέσει ότι «πάλι κάτι θα είναι».
Αν το περιστατικό ήταν ακίνδυνο, τόσο το καλύτερο. Αλλά ακόμη κι ένα ακίνδυνο περιστατικό μπορεί να αποκαλύψει έναν επικίνδυνο μηχανισμό: έναν κρατικό μηχανισμό που τρέχει πίσω από το γεγονός, αντί να το προλαβαίνει.
Γιατί μια χώρα δεν δοκιμάζεται μόνο όταν πέφτει φωτιά, γίνεται σεισμός ή εκρήγνυται κάτι. Δοκιμάζεται και όταν κάτι απλώς μυρίζει. Εκεί φαίνεται αν υπάρχει κράτος ή απλώς τηλεφωνικό κέντρο. Αν υπάρχει πρωτόκολλο ή απλώς ανακοίνωση. Αν υπάρχει επιστήμη ή απλώς επικοινωνία.
Και στην Αττική, για άλλη μια φορά, αυτό που μύρισε πιο έντονα δεν ήταν μόνο αέριο. Ήταν η απουσία κράτους τη στιγμή που το κράτος έπρεπε να είναι παρόν πριν από όλους. Όχι η αργοπορία του. Η δομική του απουσία: απουσία εργαλείων ανίχνευσης, απουσία πρωτοκόλλου αναγνώρισης πηγής, απουσία υποχρέωσης δημόσιας απόδοσης λογαριασμού μέχρι το τέλος της ίδιας ημέρας. 

 του Μιχάλη Χαιρετάκη