(Του Μάρκου Μπόλαρη)
Ρόδον ένα πορφυρό κι ευώδες
ή μελισσοκέρι αναμμένο …
Και πώς σήμερα αδιάφορα μπορώ να προσπεράσω τις μάννες τις χαροκαμένες , των παιδιών που σκοτώθηκαν ή κάηκαν ζωντανά στο πολυκακούργημα των Τεμπών ;
Και πώς άραγες ως αναίσθητος θα μπορούσα να αντιπαρέλθω τις μάννες όλες τις μαυροφορούσες. τις χιλιάδες μάννες των παιδιών που σκοτώθηκαν βάφοντας με το αίμα τους κατακόκκινη την άσφαλτο στα τροχαία !
Πώς τον πόνο αυτό τάχα μπορούμε ν’ αντιπαρέλθουμε των μαννάδων αυτών που δεν έχουν τα παιδιά τους την σήμερον
για να τις ευχηθούν τούτη την μέρα κι είναι ματωμένες
οι καρδιές τους !
Και πως άραγες εμείς στον πόνο αυτό. θα μπορούσαμε ν’ ανταποκριθούμε. όχι απλώς ευχόμενοι μα στα μείζονα ελλείμματα και τις ανεπάρκειες ενός κράτους, μιάς πολιτείας,
μιάς κοινωνίας
θα επιχειρήσουμε ν’ αντιστοιχηθούμε, στης Μάννας την ομορφιά, ήγουν, στης Ζωής το δώρον το ατίμητο κι Άξιοι ν’ αναδειχτούμε ! Ευγνωμόνως εύχομαι την σήμερον της Μάννας
το πολυχρόνιον ,
γιά όλες τις Μάννες. Μαγιάτικη μιά αγκάλη από ρόδα πορφυρά κι ευώδη προσφέροντας
και στις Μαννούλες της οικογένειας
την Κική και την Δέσποινα, την Άννα - Μαρία
και την Ζηνοβία !
Οι ώρες οι καλές ευλογημένες
για την συνέχεια !
Κι ευγνωμόνως πάλιν , έτι και έτι , ένα μελισσοκέρι ανάβοντας στην Μάννα ,
την κερά Γενοβέφα ,
στις Μάννες όλες που την μακαρία οδό
εβάδισαν ,
την ευχή της εκλιπαρώντας,
την από εκεί ευχή,
από την Χώρα των Ζώντων !
Σμίγοντας χαρά και δάκρυ, πόνο κι ελπίδα,
ρόδα κι αγιοκέρι !
Χρόνια πολλά , τούτη την μέρα ,
Χρόνια πολλά ,
στης ζωής τους δρόμους,
με της Μάννας την ευχή,
στους δρόμους που ‘χουν πολλές στροφές
χωρίς ορατότητα!
Εκ Μητρός και γαρ, να θυμόμαστε, πηγάζει
τα κρείττω.