Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

"Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ"


~Νόμπελ Πάνω στις Στάχτες της Σμύρνης~

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κεμάλ Ατατούρκ στη δεξίωση στην Άγκυρα, που ακολούθησε την υπογραφή του ελληνοτουρκικού Συμφώνου Φιλίας στις 30 Οκτωβρίου 1930.
Δώδεκα μόλις χρόνια...


Ούτε μια γενιά. Ούτε καν μια ανάσα ιστορίας.
Δώδεκα χρόνια μετά τη μεγαλύτερη εθνική καταστροφή που γνώρισε το Ελληνικό Έθνος στα τρεις χιλιάδες χρόνια της αδιάκοπης πορείας του. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον αφανισμό των ελληνικών κοινοτήτων της Ιωνίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, μετά τις σφαγές, τις πορείες θανάτου, τους βιασμούς, τις φωτιές, τον ξεριζωμό.
Τότε που η Σμύρνη ακόμη κάπνιζε στη συλλογική μνήμη.Τότε που οι πρόσφυγες ζούσαν σε παραπήγματα, σε αποθήκες και στρατώνες.
Τότε που χιλιάδες οικογένειες πενθούσαν χωρίς τάφους, χωρίς απαντήσεις, χωρίς δικαίωση.
Τότε που το αίμα δεν είχε καν στεγνώσει και οι πληγές ήταν ακόμη ανοιχτές όχι μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά. Και μέσα σε αυτό το ιστορικό τοπίο πόνου, απώλειας και εθνικού τραύματος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο ηγέτης που σημάδεψε όσο λίγοι τη νεότερη Ελλάδα, προχώρησε σε μια πράξη που μέχρι σήμερα προκαλεί σοκ, οργή και βαθύ διχασμό την πρόταση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.
Για πολλούς, αυτή η κίνηση δεν υπήρξε απλώς μια ψυχρή διπλωματική πρωτοβουλία. Υπήρξε ύβρις.
Ύβρις απέναντι στη μνήμη των σφαγιασθέντων.
Ύβρις απέναντι στους ξεριζωμένους που ακόμη δεν είχαν καν εγγραφεί στα μητρώα της νέας τους πατρίδας. Ύβρις απέναντι στους γονείς που αναζητούσαν τα παιδιά τους και στα παιδιά που μεγάλωναν χωρίς πατρίδα, χωρίς παρελθόν, χωρίς δικαίωση.
Βεβαίως, μπορεί κανείς να κατανοήσει τη λογική της διπλωματίας, την ανάγκη σταθερότητας, την αγωνία ενός κράτους εξαντλημένου από πολέμους. Μπορεί να δεχθεί ότι ο Βενιζέλος έβλεπε πιο μακριά από τον θυμό της στιγμής και επιδίωκε μια ειρήνη αναγκαία για την επιβίωση της Ελλάδας. Όμως η Ιστορία δεν είναι μόνο γεωπολιτική. Είναι και μνήμη. Είναι και ηθική.
Και εδώ γεννάται το αμείλικτο ερώτημα..
Υπήρχαν άραγε άλλοι δρόμοι συνεννόησης, άλλες κινήσεις καλής θέλησης, χωρίς να προσβληθεί τόσο ωμά η αξιοπρέπεια των νεκρών και ο πόνος των ζωντανών; Γιατί άλλο η αναγκαστική ειρήνη, άλλο η τιμή και άλλο η πολιτική σύνεση και άλλο η ιστορική δικαίωση.
Αυτό το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Και ίσως γι’ αυτό η επιστολή αυτή, σχεδόν έναν αιώνα μετά, εξακολουθεί να πονά. Για του λόγου το ασφαλές ακολουθεί το ακριβές περιεχόμενο της.


Αθήνα, 12 Ιανουαρίου 1934

Κύριε Πρόεδρε,

Για περίπου επτά αιώνες ολόκληρη η Μέση Ανατολή και μεγάλο τμήμα της Κεντρικής Ευρώπης αποτέλεσαν θέατρο αιματηρών πολέμων. Κύρια αιτία γι’ αυτούς, ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και το απολυταρχικό καθεστώς των Σουλτάνων.
Η υποδούλωση χριστιανικών λαών, οι θρησκευτικοί πόλεμοι του Σταυρού εναντίον της Ημισελήνου που μοιραία επακολούθησαν και οι διαδοχικές εξεγέρσεις όλων αυτών των λαών που προσέβλεπαν στην απελευθέρωσή τους δημιουργούσαν μια κατάσταση πραγμάτων που θα παρέμενε μόνιμη πηγή κινδύνων όσο η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε τα ίχνη που της είχαν αφήσει οι Σουλτάνοι.
Η εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1922, όταν το εθνικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά θριάμβευσε επί των αντιπάλων του, έθεσε οριστικά τέλος σ’ αυτή την κατάσταση αστάθειας και μισαλλοδοξίας.
Πράγματι, σπάνια στη ζωή ενός έθνους πραγματοποιήθηκε σε τόσο λίγο χρόνο μια αλλαγή τόσο ριζική. Μια παρακμάζουσα αυτοκρατορία που ζούσε υπό θεοκρατικό καθεστώς στο οποίο οι έννοιες του δικαίου και της θρησκείας συγχέονταν μετατράπηκε σ`ένα εθνικό και σύγχρονο κράτος, γεμάτο ενέργεια και ζωή.
Με την ώθηση του μεγάλου μεταρρυθμιστή Μουσταφά Κεμάλ το απολυταρχικό καθεστώς των Σουλτάνων καταλύθηκε και το κράτος κατέστη αληθινά κοσμικό. Το έθνος ολόκληρο στράφηκε προς την πρόοδο, με την θεμιτή φιλοδοξία να ενταχθεί στην πρωτοπορία των πολιτισμένων λαών.
Όμως το κίνημα για την εδραίωση της ειρήνης προχώρησε από κοινού με όλες εκείνες τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις που προσέδωσαν στο νέο κυρίως εθνικό κράτος της Τουρκίας την σημερινή του μορφή. Πράγματι η Τουρκία δεν δίστασε να αποδεχθεί ειλικρινά την απώλεια επαρχιών όπου κατοικούσαν άλλες εθνότητες και, ικανοποιημένη πραγματικά με τα εθνικά και πολιτικά της σύνορα όπως καθορίστηκαν από τις Συνθήκες, έγινε αληθινός στυλοβάτης της ειρήνης στην Εγγύς Ανατολή.
Είμαστε εμείς οι Έλληνες που αιματηροί αγώνες αιώνων μας είχαν φέρει σε κατάσταση διαρκούς ανταγωνισμού με την Τουρκία οι πρώτοι που είχαμε την ευκαιρία να αισθανθούμε τις συνέπειες αυτής της βαθιάς αλλαγής στη χώρα αυτή, διάδοχο της παλιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Από την επόμενη μέρα της Μικρασιατικής Καταστροφής, διαβλέποντας την δυνατότητα συνεννόησης με την αναγεννημένη Τουρκία, που προέκυψε από τον πόλεμο ως εθνικό κράτος, της απλώσαμε το χέρι και το δέχτηκε με ειλικρίνεια.
Από αυτήν την προσέγγιση, που μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα για τη δυνατότητα συνεννόησης ακόμη και μεταξύ λαών που τους χώρισαν οι πιο σοβαρές διαφορές, όταν αυτοί διαποτιστούν με την ειλικρινή επιθυμία για ειρήνη, προέκυψαν μόνο καλά, τόσο για τις δύο ενδιαφερόμενες χώρες όσο και για τη διατήρηση της ειρήνης στην Εγγύς Ανατολή.
Ο άνθρωπος στον οποίο οφείλεται αυτή η πολύτιμη συμβολή στην ειρήνη δεν είναι άλλος από τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ Πασά.
Έχω λοιπόν την τιμή ως αρχηγός της Ελληνικής Κυβέρνησης το 1930, όταν η υπογραφή του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου σηματοδότησε μια νέα εποχή στην πορεία της Εγγύς Ανατολής προς την ειρήνη, να υποβάλλω την υποψηφιότητα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά για την διακεκριμένη τιμή του βραβείου Νόμπελ για την Ειρήνη.

Με βαθύτατη εκτίμηση.
Ε. Κ. Βενιζέλος

Στυλ. Καβάζης