Οι Ελβετοί φαίνεται να απέρριψαν την πρόταση να τεθεί ανώτατο όριο πληθυσμού ωστόσο, το γεγονός ότι περίπου το 45% των ψηφοφόρων στήριξε το μέτρο αναδεικνύει τη διογκούμενη ανησυχία για τη μετανάστευση, την έλλειψη κατοικιών και την πίεση στις υποδομές της χώρας.
Η...
απόρριψη της πρότασης για περιορισμό της πληθυσμιακής αύξησης στην Ελβετία στα 10 εκατομμύρια κατοίκους, μπορεί να παρουσιάζεται από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης ως «νίκη της λογικής» και της ευρωπαϊκής προοπτικής, ωστόσο η ίδια η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και το γεγονός ότι εκατομμύρια Ελβετοί στήριξαν την πρωτοβουλία αποκαλύπτουν ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει πλέον αντιληφθεί τις συνέπειες της μαζικής μετανάστευσης και της συνεχούς πληθυσμιακής αλλοίωσης της χώρας.
Η ελβετική κυβέρνηση, τα μεγάλα κόμματα, οικονομικοί παράγοντες και οι υποστηρικτές της στενότερης συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση προειδοποιούσαν επί μήνες ότι οποιοσδήποτε περιορισμός θα έθετε σε κίνδυνο τις εμπορικές σχέσεις με τις Βρυξέλλες και θα προκαλούσε οικονομικές επιπτώσεις. Υπό αυτό το κλίμα πιέσεων και εκτεταμένης προπαγάνδας υπέρ της διατήρησης του σημερινού καθεστώτος, οι ψηφοφόροι επέλεξαν τελικά τη σταθερότητα και τη διατήρηση των σχέσεων με την ΕΕ.
Παρά την έκβαση της ψηφοφορίας, δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι ανησυχίες για την πληθυσμιακή έκρηξη, την πίεση στις υποδομές, την αύξηση του κόστους ζωής και τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης παραμένουν ζωντανές στην ελβετική κοινωνία. Άλλωστε, το ζήτημα αυτό δεν προέκυψε τυχαία, αλλά έπειτα από χρόνια συνεχούς αύξησης του πληθυσμού λόγω εισροής λαθρομεταναστών, και έντονων συζητήσεων για το μέλλον της χώρας.
Το δημοψήφισμα, στο οποίο σύμφωνα με τα exit poll 45% ψήφισε υπέρ του περιορισμού, ίσως να μην οδήγησε στην αλλαγή πολιτικής που επιθυμούσαν οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας, αποτελεί όμως ένδειξη ότι οι αντιδράσεις απέναντι στη μαζική μετανάστευση όχι μόνο δεν υποχωρούν, αλλά θα συνεχίσουν να εκφράζονται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεγάλων τμημάτων των ευρωπαϊκών κοινωνιών δείχνει ότι το μεταναστευτικό θα εξακολουθήσει να βρίσκεται στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων τα επόμενα χρόνια, ανεξαρτήτως των προσωρινών εκλογικών αποτελεσμάτων.
Η ελβετική κυβέρνηση, τα μεγάλα κόμματα, οικονομικοί παράγοντες και οι υποστηρικτές της στενότερης συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση προειδοποιούσαν επί μήνες ότι οποιοσδήποτε περιορισμός θα έθετε σε κίνδυνο τις εμπορικές σχέσεις με τις Βρυξέλλες και θα προκαλούσε οικονομικές επιπτώσεις. Υπό αυτό το κλίμα πιέσεων και εκτεταμένης προπαγάνδας υπέρ της διατήρησης του σημερινού καθεστώτος, οι ψηφοφόροι επέλεξαν τελικά τη σταθερότητα και τη διατήρηση των σχέσεων με την ΕΕ.
Παρά την έκβαση της ψηφοφορίας, δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι ανησυχίες για την πληθυσμιακή έκρηξη, την πίεση στις υποδομές, την αύξηση του κόστους ζωής και τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης παραμένουν ζωντανές στην ελβετική κοινωνία. Άλλωστε, το ζήτημα αυτό δεν προέκυψε τυχαία, αλλά έπειτα από χρόνια συνεχούς αύξησης του πληθυσμού λόγω εισροής λαθρομεταναστών, και έντονων συζητήσεων για το μέλλον της χώρας.
Το δημοψήφισμα, στο οποίο σύμφωνα με τα exit poll 45% ψήφισε υπέρ του περιορισμού, ίσως να μην οδήγησε στην αλλαγή πολιτικής που επιθυμούσαν οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας, αποτελεί όμως ένδειξη ότι οι αντιδράσεις απέναντι στη μαζική μετανάστευση όχι μόνο δεν υποχωρούν, αλλά θα συνεχίσουν να εκφράζονται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεγάλων τμημάτων των ευρωπαϊκών κοινωνιών δείχνει ότι το μεταναστευτικό θα εξακολουθήσει να βρίσκεται στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων τα επόμενα χρόνια, ανεξαρτήτως των προσωρινών εκλογικών αποτελεσμάτων.
