Μια εξέλιξη με ιδιαίτερη σημασία για χιλιάδες υπερχρεωμένους πολίτες φέρνει η δημοσίευση της πολυαναμενόμενης απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία ξεκαθαρίζει οριστικά τον τρόπο υπολογισμού των τόκων για όσους έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Κατσέλη. Η...
απόφαση αναμένεται να επιφέρει ουσιαστική οικονομική ελάφρυνση στους οφειλέτες, βάζοντας τέλος σε μια μακρά περίοδο αβεβαιότητας που είχε δημιουργηθεί εξαιτίας της καθυστέρησης στην καθαρογραφή της.Χρειάστηκαν σχεδόν τέσσερις μήνες μέχρι να ολοκληρωθεί η καθαρογραφή της ιστορικής αυτής απόφασης. Παρότι, σύμφωνα με πληροφορίες, η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου είχε ήδη από τον περασμένο Φεβρουάριο καταλήξει, κατά τη διάσκεψή της, ότι οι τόκοι πρέπει να υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής, η επίσημη δημοσίευση καθυστέρησε σημαντικά.
Η καθυστέρηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων να συνεχίσουν να αγνοούν το περιεχόμενο της απόφασης, επικαλούμενες το γεγονός ότι δεν είχε ακόμη καθαρογραφεί. Έτσι, δεν προχωρούσαν στην αποστολή νέων δοσολογίων με επανυπολογισμένους τόκους, με συνέπεια οι δανειολήπτες να εξακολουθούν να καταβάλλουν ιδιαίτερα υψηλές δόσεις. Παράλληλα, δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι απαραίτητοι συμψηφισμοί για τα επιπλέον ποσά που είχαν ήδη καταβληθεί.
Μάλιστα, αρκετοί οφειλέτες αναγκάστηκαν να προσφύγουν εκ νέου στη Δικαιοσύνη, καταθέτοντας αιτήσεις ερμηνείας, εξασφαλίζοντας στις περισσότερες περιπτώσεις ευνοϊκές δικαστικές αποφάσεις.
Με την πλέον επίσημη δημοσίευση της απόφασης, μπαίνει τέλος στα «τερτίπια» τραπεζών και funds που μέχρι σήμερα υποστήριζαν ότι αγνοούν το αποτέλεσμα της πιλοτικής δίκης στον Άρειο Πάγο. Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, οι δανειολήπτες αποκτούν μια ουσιαστική προοπτική οικονομικής ανακούφισης.
Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ελήφθη με πλειοψηφία 35 ψήφων έναντι 12 και θεωρείται κομβικής σημασίας για χιλιάδες οφειλέτες που έχουν αποδεδειγμένα αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Η κρίση του Ανώτατου Δικαστηρίου αφορά όσους έχουν ενταχθεί στις δικαστικές ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010, γνωστού ως νόμου Κατσέλη.
Οι αρεοπαγίτες υιοθέτησαν την πρόταση της πρώην εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίας Αδειλίνη, μεταβάλλοντας ουσιαστικά τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου στα συγκεκριμένα δάνεια. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι οι ρυθμίσεις των οφειλών παραμένουν βιώσιμες έως την πλήρη ολοκλήρωσή τους.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της απόφασης, ο τόκος στα «κόκκινα δάνεια» που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη πρέπει να υπολογίζεται επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης, όπως υποστήριζαν οι δανειολήπτες, και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής, όπως ζητούσαν οι τράπεζες και τα funds.
Νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για νέες διεκδικήσεις από πλευράς δανειοληπτών, οι οποίοι θα μπορούσαν να στραφούν δικαστικά κατά τραπεζών και funds με αγωγές αθέμιτου πλουτισμού, διεκδικώντας επιστροφή χρημάτων.
Η υπόθεση είχε συζητηθεί τον Φεβρουάριο του 2025 ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, έπειτα από προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Το ερώτημα αφορούσε το κατά πόσο το επιτόκιο στις μηνιαίες καταβολές πρέπει να υπολογίζεται επί του συνόλου της οφειλής ή επί κάθε επιμέρους μηνιαίας δόσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη είχε ταχθεί υπέρ των δανειοληπτών. Όπως είχε επισημάνει, ο υπολογισμός των τόκων επί της μηνιαίας δόσης συνάδει με τον βασικό σκοπό του νόμου, ο οποίος είναι η αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών της υπερχρέωσης των φυσικών προσώπων, καθώς και η απαλλαγή των υπερχρεωμένων δανειοληπτών από τα χρέη τους μέσα από ένα βιώσιμο πλαίσιο ρύθμισης.
Η καθυστέρηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων να συνεχίσουν να αγνοούν το περιεχόμενο της απόφασης, επικαλούμενες το γεγονός ότι δεν είχε ακόμη καθαρογραφεί. Έτσι, δεν προχωρούσαν στην αποστολή νέων δοσολογίων με επανυπολογισμένους τόκους, με συνέπεια οι δανειολήπτες να εξακολουθούν να καταβάλλουν ιδιαίτερα υψηλές δόσεις. Παράλληλα, δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι απαραίτητοι συμψηφισμοί για τα επιπλέον ποσά που είχαν ήδη καταβληθεί.
Μάλιστα, αρκετοί οφειλέτες αναγκάστηκαν να προσφύγουν εκ νέου στη Δικαιοσύνη, καταθέτοντας αιτήσεις ερμηνείας, εξασφαλίζοντας στις περισσότερες περιπτώσεις ευνοϊκές δικαστικές αποφάσεις.
Με την πλέον επίσημη δημοσίευση της απόφασης, μπαίνει τέλος στα «τερτίπια» τραπεζών και funds που μέχρι σήμερα υποστήριζαν ότι αγνοούν το αποτέλεσμα της πιλοτικής δίκης στον Άρειο Πάγο. Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, οι δανειολήπτες αποκτούν μια ουσιαστική προοπτική οικονομικής ανακούφισης.
Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ελήφθη με πλειοψηφία 35 ψήφων έναντι 12 και θεωρείται κομβικής σημασίας για χιλιάδες οφειλέτες που έχουν αποδεδειγμένα αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Η κρίση του Ανώτατου Δικαστηρίου αφορά όσους έχουν ενταχθεί στις δικαστικές ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010, γνωστού ως νόμου Κατσέλη.
Οι αρεοπαγίτες υιοθέτησαν την πρόταση της πρώην εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίας Αδειλίνη, μεταβάλλοντας ουσιαστικά τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου στα συγκεκριμένα δάνεια. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι οι ρυθμίσεις των οφειλών παραμένουν βιώσιμες έως την πλήρη ολοκλήρωσή τους.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της απόφασης, ο τόκος στα «κόκκινα δάνεια» που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη πρέπει να υπολογίζεται επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης, όπως υποστήριζαν οι δανειολήπτες, και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής, όπως ζητούσαν οι τράπεζες και τα funds.
Νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για νέες διεκδικήσεις από πλευράς δανειοληπτών, οι οποίοι θα μπορούσαν να στραφούν δικαστικά κατά τραπεζών και funds με αγωγές αθέμιτου πλουτισμού, διεκδικώντας επιστροφή χρημάτων.
Η υπόθεση είχε συζητηθεί τον Φεβρουάριο του 2025 ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, έπειτα από προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Το ερώτημα αφορούσε το κατά πόσο το επιτόκιο στις μηνιαίες καταβολές πρέπει να υπολογίζεται επί του συνόλου της οφειλής ή επί κάθε επιμέρους μηνιαίας δόσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη είχε ταχθεί υπέρ των δανειοληπτών. Όπως είχε επισημάνει, ο υπολογισμός των τόκων επί της μηνιαίας δόσης συνάδει με τον βασικό σκοπό του νόμου, ο οποίος είναι η αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών της υπερχρέωσης των φυσικών προσώπων, καθώς και η απαλλαγή των υπερχρεωμένων δανειοληπτών από τα χρέη τους μέσα από ένα βιώσιμο πλαίσιο ρύθμισης.
