Όσοι δεν το ξέρατε, είναι καιρός να μάθετε ότι πριν λίγες μέρες είχαμε ‘‘γιορτή’’! Σύμφωνα με τη νέα μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), την 29η Ιουνίου ‘‘γιορτάσαμε’’ στην Ελλάδα για το 2026 την ‘‘Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας’’. Το...
ΚΕΦΙΜ μετρά πόσες μέρες κάθε χρόνο απαιτείται, κατά μέσο όρο, να εργαστούν οι Έλληνες για να ανταποκριθούν στην ολοσχερή αποπληρωμή των φορολογικών και ασφαλιστικών τους υποχρεώσεων. Για το 2026, λοιπόν, η μέρα τούτη έφτασε την 179η ημέρα από την αρχή του έτους που δεν είναι άλλη από την παραπάνω (29η Ιουνίου). Κοντολογίς, ο μέσος Έλληνας ζει σε μια Ελλάδα όπου καλείται να εργάζεται τον μισό χρόνο απλά και μόνο για να ανταποκρίνεται στην καταβολή των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών που το ‘‘σύστημα’’ του επωμίζει!
Δεν είναι να αναρωτιέται κάποιος, επομένως, γιατί ο περισσότερος κόσμος μετά τις 20 κάθε μηνός δύσκολα ‘‘τα βγάζει πέρα’’. Είναι η ακρίβεια που ‘‘γονατίζει’’ το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, είναι ο πληθωρισμός που παραμένει αισθητά υψηλότερος στη χώρα από τον μέσο όρο στην Ευρωζώνη*. Είναι όμως και τα υπέρμετρα φορολογικά βάρη που ‘‘τεντώνουν’’ τους οικογενειακούς, επαγγελματικούς και επιχειρηματικούς προϋπολογισμούς.
Η Κυβέρνηση άλλοτε προσπαθεί να ‘‘δικαιολογηθεί’’ βέβαια, επικαλούμενη ακόμη και τη γενική ρευστότητα και αβεβαιότητα της παγκόσμιας οικονομίας, και άλλοτε ‘‘περί άλλων τυρβάζει’’. Το καίριο ερώτημα όμως παραμένει: Είναι η υπερ-φόρτωση του μέσου Έλληνα με φόρους απότοκο της επίδρασης ‘‘εξωγενών παραγόντων’’ ή επιλογή, άρα και ευθύνη, των κυβερνώντων; Προσωπικά, λοιπόν, με δύο παραδείγματα, θα ήθελα να ‘‘φωτίσω’’, όσο το δυνατόν γίνεται, την αλήθεια των πραγμάτων.
Κατά πρώτον, με την ευρωπαϊκή Οδηγία (EU Directive) 2022/542 αναφορικά με τους συντελεστές του φόρου προστιθέμενης αξίας, τροποποιήθηκε το ευρύτερο ενωσιακό πλαίσιο για τον ΦΠΑ και δόθηκε η δυνατότητα στα κράτη-μέλη να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές, έως και 0% (!), σε περισσότερες κατηγορίες βασικών αγαθών και υπηρεσιών, παράλληλα δε στην Ελλάδα παρεσχέθη η ευχέρεια να διαμορφώσει ειδικό καθεστώς ΦΠΑ χαμηλότερου κατά 30% σε νησιά (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Δωδεκάνησα και Κυκλάδες, καθώς και Θάσος, Βόρειες Σποράδες, Σαμοθράκη και Σκύρος) από αυτόν που ισχύει για την ηπειρωτική χώρα.
Συγκεκριμένα, ιδιαιτέρως σχετικά με τον άνω μηδενικό συντελεστή ΦΠΑ, επιτράπηκε να υπαχθούν σε αυτόν έως και 24 κατηγορίες βασικών ειδών (τρόφιμα, φάρμακα, ιατρικός εξοπλισμός, είδη στοιχειωδών αναγκών) με την επισήμανση στο ίδιο το κείμενο της Οδηγίας προς τα κράτη-μέλη ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που είναι επιλέξιμα για μειωμένους συντελεστές θα πρέπει να αποσκοπούν στο όφελος του τελικού καταναλωτή και να επιδιώκουν στόχους γενικού ενδιαφέροντος.
Το όφελος για την ενιαία αγορά αλλά και για τους πολίτες είναι εν προκειμένω προφανές. Χαμηλότερο κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις, λιγότερη περιπλοκότητα, καλύτερες συνθήκες ανταγωνισμού, ίση μεταχείριση των επιχειρήσεων πανευρωπαϊκά αλλά και ελάφρυνση των πολιτών από έναν φόρο επί αγαθών και υπηρεσιών που έχουν να κάνουν ουσιαστικώς και άμεσα με την καθημερινότητά τους και την αγοραστική τους δύναμη.
Κατά δεύτερον, με την Οδηγία 2020/285 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας όσον αφορά το ειδικό καθεστώς για τις μικρές επιχειρήσεις, επιτρέπεται σε όλες τις μικρές επιχειρήσεις εντός ΕΕ να πωλούν αγαθά και υπηρεσίες χωρίς να επιβάλλουν ΦΠΑ. Επιπλέον, οι μικρές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε κράτος-μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο οφείλεται ο ΦΠΑ, μπορούν να απαλλάσσουν από τον ΦΠΑ τις παραδόσεις των αγαθών τους, όπως μπορούν να το κάνουν αυτό και στο αντίστοιχο κράτος-μέλος οι εκεί εγκατεστημένες μικρές επιχειρήσεις.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το ‘‘γράμμα’’ της εν λόγω Οδηγίας, τα κράτη-μέλη δύνανται να απαλλάσσουν τις παραδόσεις αγαθών και τις παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούνται εντός του εδάφους τους από εγκατεστημένες σ’ αυτά (τα κράτη-μέλη) και υποκείμενες στο φόρο επιχειρήσεις, των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών εντός του κράτους-μέλους, ο οποίος αναφέρεται σε αυτές τις παραδόσεις ή παροχές, δεν υπερβαίνει το όριο που έχουν καθορίσει τα συγκεκριμένα κράτη-μέλη για την εφαρμογή αυτής της απαλλαγής και το οποίο όριο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 85.000 ευρώ.
Με άλλα, πιο απλά λόγια, βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, δίδεται η δυνατότητα σε επιχειρήσεις με μικρό ετήσιο κύκλο εργασιών, ήτοι με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 85.000 ευρώ, να μην χρεώνουν ΦΠΑ στους πελάτες τους, άρα πρακτικά αφενός αυτές να καθίστανται πιο ευέλικτες και ανταγωνιστικές και αφετέρου να επωφελείται από τις χαμηλότερες τελικές τιμές των αγαθών και υπηρεσιών το καταναλωτικό κοινό εντός ΕΕ.
Τις δύο άνω Οδηγίες, η Ελλάδα, όπως και τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, είχε δεσμευτική υποχρέωση να τις ενσωματώσει στην εθνική έννομη τάξη της μέχρι την 31-12-2024. Αλλά, όπως ήδη κάποιοι από εσάς θα εικάσατε, η Κυβέρνηση τις ‘‘παρέβλεψε’’. Είναι δεδομένο ότι σήμερα δεν υπάρχει ‘‘μηδενικός συντελεστής ΦΠΑ’’ σε βασικά είδη, όπως ορίζει η Οδηγία 2022/542, αλλά και αναφορικά με την άλλη Οδηγία, την 2020/285, με τον νέο Κώδικα ΦΠΑ (άρ. 44 α Ν. 5144/2024) η Κυβέρνηση διατήρησε στην ουσία την παλαιά διάταξη (άρ. 39 Ν. 2859/2000), δηλαδή απαλλάσσονται από δήλωση και καταβολή ΦΠΑ, άρα και από τη χρέωση ΦΠΑ στους καταναλωτές, επιχειρήσεις, των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ.
Η παραβίαση της ενωσιακής νομοθεσίας εκ μέρους της χώρας μας είναι, κατά συνέπεια, κατάφωρη και καταφανής. Για αυτόν τον λόγο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σχετικά με τη μη έγκαιρη συμμόρφωση της χώρας μας στις δύο παραπάνω ντιρεκτίβες, αποφάσισε να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει κατά της Ελλάδας, αρχικά με την αποστολή προειδοποιητικής επιστολής (letter of formal notice), και, στη συνέχεια, με την απεύθυνση αιτιολογημένης γνώμης (reasoned opinion), δια της οποίας, όπως προβλέπεται, δόθηκε προθεσμία δύο μηνών στην κυβέρνηση για να απαντήσει για τη στάση της, να ολοκληρώσει τη μεταφορά των Οδηγιών στο εθνικό δίκαιο και να κοινοποιήσει μετέπειτα τα μέτρα εφαρμογής τους στην Επιτροπή (https://www.vatupdate.com/2025/07/18/commission-issues-reasoned-opinions-to-five-member-states-over-incomplete-transposition-of-vat-rates-directive/). Πάντως, εφόσον η Ελλάδα δεν λάβει (τελικά) τα αναγκαία μέτρα, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να παραπέμψει τις υποθέσεις στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να ζητήσει την επιβολή οικονομικών κυρώσεων κατά της χώρας μας που παραβιάζει την ενωσιακή νομοθεσία (https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/inf_25_1628).
Η κυβέρνηση, λοιπόν, παραβιάζοντας το ευρωπαϊκό δίκαιο, εμμένει στην επιλογή της υπερφορολόγησης των πολιτών αλλά και κρίσιμων μονάδων της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Μάλιστα, σύμφωνα με τη μελέτη του ΚΕΦΙΜ, το 2026 αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω η εξάρτηση των κρατικών εσόδων από τους έμμεσους φόρους. Τα έσοδα από έμμεσους φόρους προβλέπεται να είναι περίπου 1,6 φορές υψηλότερα από τα έσοδα από τους άμεσους φόρους. Και ο ΦΠΑ αναμένεται να είναι ο βασικός ‘‘πρωταγωνιστής’’ στην κατηγορία των έμμεσων φόρων, ήτοι αναμένεται να αντιπροσωπεύει το 71,5% του συνόλου των έμμεσων φόρων, έναντι του ποσοστού 70,4% το 2025.
Είναι, μάλιστα, εντυπωσιακό το γεγονός ότι το 2025 τα έσοδα από τους φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών εκτιμάται ότι υπερέβησαν τον αρχικό στόχο του κρατικού προϋπολογισμού κατά 3,9%, ενώ τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος κατά 5,3%.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, επομένως, από επιλογή υπερφορολογεί και δη, κατά την de facto εφαρμογή τούτης της επιλογής της, δεν διστάζει να αγνοεί επιδεικτικά ακόμη και ενωσιακά νομοθετήματα που κινούνται στη λογική της αντίθετης κατεύθυνσης, αυτής δηλαδή των ‘‘φορο-ελαφρύνσεων’’. Αν όμως οι πολλοί φόροι επιβαρύνουν, ούτως ή άλλως, το εισόδημα των ‘‘φορολογικών υποκειμένων’’, οι περισσότεροι φόροι θέτουν σε διακινδύνευση την ίδια την επιβίωσή τους και στερούν κάθε προοπτική για τη χώρα, και ειδικά για τους νέους. Και τούτο, διότι όσο μεγαλύτερη είναι η φορολογική επιβάρυνση, τόσο λιγότεροι πόροι απομένουν για κατανάλωση, αποταμίευση και επενδύσεις. Αυτή η φορο-επιδρομή όμως επηρεάζει ουσιωδώς και την ανάπτυξη και την απασχόληση, καθώς διαμορφώνει τα κίνητρα για την εργασία, το περιβάλλον για την επιχειρηματικότητα και το οικονομικό ‘‘κλίμα’’’ για τις επενδύσεις. Και το φορολογικό μίγμα έχει σημασία, διότι οι έμμεσοι φόροι επιβάλλονται ανεξάρτητα από το εισόδημα και επιβαρύνουν αναλογικά περισσότερο τα ασθενέστερα νοικοκυριά που διαθέτουν το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τις βασικές ανάγκες.
Όμως η ‘‘μικροκομματική’’ λογική της συγκέντρωσης όλων και περισσότερων φορολογικών εσόδων, δια του ‘‘στραγγαλισμού’’ της οικονομίας, άρα και της κοινωνίας, αφενός για να υπάρχει λόγος καύχησης για την επίτευξη ‘‘πρωτογενών πλεονασμάτων’’ και αφετέρου για να μοιράζονται στοχευμένα διάφορα επιδόματα προς άγρα πελατειακών ψήφων, δεν έχει καμία θέση και καμία χρεία και δεν βρίσκει καμία ‘‘δικαίωση’’ στην Ελλάδα του 2026 που διαρκώς πένεται.
Κλείνοντας, λοιπόν, πιστός στην υπόσχεσή μου, θα υπενθυμίσω (για ακόμη μια φορά) την ευθύνη κάθε πολίτη, του αγωνιζόμενου Έλληνα, ειδικά του μικρομεσαίου επιχειρηματία και του ελεύθερου επαγγελματία, ως προς τις επόμενες εκλογές. Δεδομένου ότι, όπως φαίνεται, την ‘‘ώρα της κάλπης’’ θα υπάρχουν, ως επιλογές, και κόμματα αλλά και πρόσωπα ικανά για την ανατροπή που θα φέρει τη μεγάλη αλλαγή, αξίζει, άραγε, να τύχει ξανά της εμπιστοσύνης του λαού ένας Πρωθυπουργός και μια κυβέρνηση που όχι μόνο σταθερά ‘‘διαιωνίζουν’’ τα οικονομικά αδιέξοδα του μέσου Έλληνα αλλά και σταθερά τον ‘‘πνίγουν’’ μέσω της φορολογίας;
Κατερίνη, 3/7/2026
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW
LLM IN EUROPEAN LAW
Cer. LSE in Business, International
Relations and the political science
*Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα υποχώρησε στο 3,9% τον Ιούνιο του 2026, παραμένοντας ωστόσο αισθητά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 2,8% (ίδετε https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-euro-indicators/w/2-01072026-ap).
Δεν είναι να αναρωτιέται κάποιος, επομένως, γιατί ο περισσότερος κόσμος μετά τις 20 κάθε μηνός δύσκολα ‘‘τα βγάζει πέρα’’. Είναι η ακρίβεια που ‘‘γονατίζει’’ το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, είναι ο πληθωρισμός που παραμένει αισθητά υψηλότερος στη χώρα από τον μέσο όρο στην Ευρωζώνη*. Είναι όμως και τα υπέρμετρα φορολογικά βάρη που ‘‘τεντώνουν’’ τους οικογενειακούς, επαγγελματικούς και επιχειρηματικούς προϋπολογισμούς.
Η Κυβέρνηση άλλοτε προσπαθεί να ‘‘δικαιολογηθεί’’ βέβαια, επικαλούμενη ακόμη και τη γενική ρευστότητα και αβεβαιότητα της παγκόσμιας οικονομίας, και άλλοτε ‘‘περί άλλων τυρβάζει’’. Το καίριο ερώτημα όμως παραμένει: Είναι η υπερ-φόρτωση του μέσου Έλληνα με φόρους απότοκο της επίδρασης ‘‘εξωγενών παραγόντων’’ ή επιλογή, άρα και ευθύνη, των κυβερνώντων; Προσωπικά, λοιπόν, με δύο παραδείγματα, θα ήθελα να ‘‘φωτίσω’’, όσο το δυνατόν γίνεται, την αλήθεια των πραγμάτων.
Κατά πρώτον, με την ευρωπαϊκή Οδηγία (EU Directive) 2022/542 αναφορικά με τους συντελεστές του φόρου προστιθέμενης αξίας, τροποποιήθηκε το ευρύτερο ενωσιακό πλαίσιο για τον ΦΠΑ και δόθηκε η δυνατότητα στα κράτη-μέλη να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές, έως και 0% (!), σε περισσότερες κατηγορίες βασικών αγαθών και υπηρεσιών, παράλληλα δε στην Ελλάδα παρεσχέθη η ευχέρεια να διαμορφώσει ειδικό καθεστώς ΦΠΑ χαμηλότερου κατά 30% σε νησιά (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Δωδεκάνησα και Κυκλάδες, καθώς και Θάσος, Βόρειες Σποράδες, Σαμοθράκη και Σκύρος) από αυτόν που ισχύει για την ηπειρωτική χώρα.
Συγκεκριμένα, ιδιαιτέρως σχετικά με τον άνω μηδενικό συντελεστή ΦΠΑ, επιτράπηκε να υπαχθούν σε αυτόν έως και 24 κατηγορίες βασικών ειδών (τρόφιμα, φάρμακα, ιατρικός εξοπλισμός, είδη στοιχειωδών αναγκών) με την επισήμανση στο ίδιο το κείμενο της Οδηγίας προς τα κράτη-μέλη ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που είναι επιλέξιμα για μειωμένους συντελεστές θα πρέπει να αποσκοπούν στο όφελος του τελικού καταναλωτή και να επιδιώκουν στόχους γενικού ενδιαφέροντος.
Το όφελος για την ενιαία αγορά αλλά και για τους πολίτες είναι εν προκειμένω προφανές. Χαμηλότερο κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις, λιγότερη περιπλοκότητα, καλύτερες συνθήκες ανταγωνισμού, ίση μεταχείριση των επιχειρήσεων πανευρωπαϊκά αλλά και ελάφρυνση των πολιτών από έναν φόρο επί αγαθών και υπηρεσιών που έχουν να κάνουν ουσιαστικώς και άμεσα με την καθημερινότητά τους και την αγοραστική τους δύναμη.
Κατά δεύτερον, με την Οδηγία 2020/285 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας όσον αφορά το ειδικό καθεστώς για τις μικρές επιχειρήσεις, επιτρέπεται σε όλες τις μικρές επιχειρήσεις εντός ΕΕ να πωλούν αγαθά και υπηρεσίες χωρίς να επιβάλλουν ΦΠΑ. Επιπλέον, οι μικρές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε κράτος-μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο οφείλεται ο ΦΠΑ, μπορούν να απαλλάσσουν από τον ΦΠΑ τις παραδόσεις των αγαθών τους, όπως μπορούν να το κάνουν αυτό και στο αντίστοιχο κράτος-μέλος οι εκεί εγκατεστημένες μικρές επιχειρήσεις.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το ‘‘γράμμα’’ της εν λόγω Οδηγίας, τα κράτη-μέλη δύνανται να απαλλάσσουν τις παραδόσεις αγαθών και τις παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούνται εντός του εδάφους τους από εγκατεστημένες σ’ αυτά (τα κράτη-μέλη) και υποκείμενες στο φόρο επιχειρήσεις, των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών εντός του κράτους-μέλους, ο οποίος αναφέρεται σε αυτές τις παραδόσεις ή παροχές, δεν υπερβαίνει το όριο που έχουν καθορίσει τα συγκεκριμένα κράτη-μέλη για την εφαρμογή αυτής της απαλλαγής και το οποίο όριο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 85.000 ευρώ.
Με άλλα, πιο απλά λόγια, βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, δίδεται η δυνατότητα σε επιχειρήσεις με μικρό ετήσιο κύκλο εργασιών, ήτοι με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 85.000 ευρώ, να μην χρεώνουν ΦΠΑ στους πελάτες τους, άρα πρακτικά αφενός αυτές να καθίστανται πιο ευέλικτες και ανταγωνιστικές και αφετέρου να επωφελείται από τις χαμηλότερες τελικές τιμές των αγαθών και υπηρεσιών το καταναλωτικό κοινό εντός ΕΕ.
Τις δύο άνω Οδηγίες, η Ελλάδα, όπως και τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, είχε δεσμευτική υποχρέωση να τις ενσωματώσει στην εθνική έννομη τάξη της μέχρι την 31-12-2024. Αλλά, όπως ήδη κάποιοι από εσάς θα εικάσατε, η Κυβέρνηση τις ‘‘παρέβλεψε’’. Είναι δεδομένο ότι σήμερα δεν υπάρχει ‘‘μηδενικός συντελεστής ΦΠΑ’’ σε βασικά είδη, όπως ορίζει η Οδηγία 2022/542, αλλά και αναφορικά με την άλλη Οδηγία, την 2020/285, με τον νέο Κώδικα ΦΠΑ (άρ. 44 α Ν. 5144/2024) η Κυβέρνηση διατήρησε στην ουσία την παλαιά διάταξη (άρ. 39 Ν. 2859/2000), δηλαδή απαλλάσσονται από δήλωση και καταβολή ΦΠΑ, άρα και από τη χρέωση ΦΠΑ στους καταναλωτές, επιχειρήσεις, των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ.
Η παραβίαση της ενωσιακής νομοθεσίας εκ μέρους της χώρας μας είναι, κατά συνέπεια, κατάφωρη και καταφανής. Για αυτόν τον λόγο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σχετικά με τη μη έγκαιρη συμμόρφωση της χώρας μας στις δύο παραπάνω ντιρεκτίβες, αποφάσισε να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει κατά της Ελλάδας, αρχικά με την αποστολή προειδοποιητικής επιστολής (letter of formal notice), και, στη συνέχεια, με την απεύθυνση αιτιολογημένης γνώμης (reasoned opinion), δια της οποίας, όπως προβλέπεται, δόθηκε προθεσμία δύο μηνών στην κυβέρνηση για να απαντήσει για τη στάση της, να ολοκληρώσει τη μεταφορά των Οδηγιών στο εθνικό δίκαιο και να κοινοποιήσει μετέπειτα τα μέτρα εφαρμογής τους στην Επιτροπή (https://www.vatupdate.com/2025/07/18/commission-issues-reasoned-opinions-to-five-member-states-over-incomplete-transposition-of-vat-rates-directive/). Πάντως, εφόσον η Ελλάδα δεν λάβει (τελικά) τα αναγκαία μέτρα, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να παραπέμψει τις υποθέσεις στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να ζητήσει την επιβολή οικονομικών κυρώσεων κατά της χώρας μας που παραβιάζει την ενωσιακή νομοθεσία (https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/inf_25_1628).
Η κυβέρνηση, λοιπόν, παραβιάζοντας το ευρωπαϊκό δίκαιο, εμμένει στην επιλογή της υπερφορολόγησης των πολιτών αλλά και κρίσιμων μονάδων της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Μάλιστα, σύμφωνα με τη μελέτη του ΚΕΦΙΜ, το 2026 αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω η εξάρτηση των κρατικών εσόδων από τους έμμεσους φόρους. Τα έσοδα από έμμεσους φόρους προβλέπεται να είναι περίπου 1,6 φορές υψηλότερα από τα έσοδα από τους άμεσους φόρους. Και ο ΦΠΑ αναμένεται να είναι ο βασικός ‘‘πρωταγωνιστής’’ στην κατηγορία των έμμεσων φόρων, ήτοι αναμένεται να αντιπροσωπεύει το 71,5% του συνόλου των έμμεσων φόρων, έναντι του ποσοστού 70,4% το 2025.
Είναι, μάλιστα, εντυπωσιακό το γεγονός ότι το 2025 τα έσοδα από τους φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών εκτιμάται ότι υπερέβησαν τον αρχικό στόχο του κρατικού προϋπολογισμού κατά 3,9%, ενώ τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος κατά 5,3%.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, επομένως, από επιλογή υπερφορολογεί και δη, κατά την de facto εφαρμογή τούτης της επιλογής της, δεν διστάζει να αγνοεί επιδεικτικά ακόμη και ενωσιακά νομοθετήματα που κινούνται στη λογική της αντίθετης κατεύθυνσης, αυτής δηλαδή των ‘‘φορο-ελαφρύνσεων’’. Αν όμως οι πολλοί φόροι επιβαρύνουν, ούτως ή άλλως, το εισόδημα των ‘‘φορολογικών υποκειμένων’’, οι περισσότεροι φόροι θέτουν σε διακινδύνευση την ίδια την επιβίωσή τους και στερούν κάθε προοπτική για τη χώρα, και ειδικά για τους νέους. Και τούτο, διότι όσο μεγαλύτερη είναι η φορολογική επιβάρυνση, τόσο λιγότεροι πόροι απομένουν για κατανάλωση, αποταμίευση και επενδύσεις. Αυτή η φορο-επιδρομή όμως επηρεάζει ουσιωδώς και την ανάπτυξη και την απασχόληση, καθώς διαμορφώνει τα κίνητρα για την εργασία, το περιβάλλον για την επιχειρηματικότητα και το οικονομικό ‘‘κλίμα’’’ για τις επενδύσεις. Και το φορολογικό μίγμα έχει σημασία, διότι οι έμμεσοι φόροι επιβάλλονται ανεξάρτητα από το εισόδημα και επιβαρύνουν αναλογικά περισσότερο τα ασθενέστερα νοικοκυριά που διαθέτουν το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τις βασικές ανάγκες.
Όμως η ‘‘μικροκομματική’’ λογική της συγκέντρωσης όλων και περισσότερων φορολογικών εσόδων, δια του ‘‘στραγγαλισμού’’ της οικονομίας, άρα και της κοινωνίας, αφενός για να υπάρχει λόγος καύχησης για την επίτευξη ‘‘πρωτογενών πλεονασμάτων’’ και αφετέρου για να μοιράζονται στοχευμένα διάφορα επιδόματα προς άγρα πελατειακών ψήφων, δεν έχει καμία θέση και καμία χρεία και δεν βρίσκει καμία ‘‘δικαίωση’’ στην Ελλάδα του 2026 που διαρκώς πένεται.
Κλείνοντας, λοιπόν, πιστός στην υπόσχεσή μου, θα υπενθυμίσω (για ακόμη μια φορά) την ευθύνη κάθε πολίτη, του αγωνιζόμενου Έλληνα, ειδικά του μικρομεσαίου επιχειρηματία και του ελεύθερου επαγγελματία, ως προς τις επόμενες εκλογές. Δεδομένου ότι, όπως φαίνεται, την ‘‘ώρα της κάλπης’’ θα υπάρχουν, ως επιλογές, και κόμματα αλλά και πρόσωπα ικανά για την ανατροπή που θα φέρει τη μεγάλη αλλαγή, αξίζει, άραγε, να τύχει ξανά της εμπιστοσύνης του λαού ένας Πρωθυπουργός και μια κυβέρνηση που όχι μόνο σταθερά ‘‘διαιωνίζουν’’ τα οικονομικά αδιέξοδα του μέσου Έλληνα αλλά και σταθερά τον ‘‘πνίγουν’’ μέσω της φορολογίας;
Κατερίνη, 3/7/2026
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW
LLM IN EUROPEAN LAW
Cer. LSE in Business, International
Relations and the political science
*Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα υποχώρησε στο 3,9% τον Ιούνιο του 2026, παραμένοντας ωστόσο αισθητά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 2,8% (ίδετε https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-euro-indicators/w/2-01072026-ap).