Στη Μητρόπολη Αθηνών βρίσκεται η σορός της Μάρως Κοντού, όπου συγγενείς, φίλοι, συνάδελφοι και απλός κόσμος...
λένε σήμερα, Παρασκευή 17 Ιουλίου, το τελευταίο «αντίο» στην αγαπημένη ηθοποιό. Η μεγάλη κυρία του θεάτρου και του ελληνικού κινηματογράφου έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη 15 Ιουλίου, σε ηλικία 92 ετών.
Μετά την εξόδιο ακολουθία, θα γίνει η ταφή της Μάρως Κοντού στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Η οικογένειά της έχει ζητήσει, αντί στεφάνων, να γίνουν δωρεές στο Κέντρο Βρεφών «Μητέρα», του οποίου η Μάρω Κοντού είχε διατελέσει πρόεδρος.
Τον επικήδειο εκφωνεί ο πρόεδρος της Βουλής, Νικήτας Κακλαμάνης, ο οποίος υπήρξε επί σειρά ετών στενός φίλος της. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Μάρω Κοντού τού είχε εκφράσει μια ιδιαίτερη επιθυμία για την επόμενη συνάντηση της παρέας τους: να αφήσουν μια θέση κενή για εκείνη και να τοποθετήσουν μπροστά στην καρέκλα ένα ποτήρι ουίσκι και ένα αναμμένο τσιγάρο.
Ανάμεσα σε εκείνους που βρέθηκαν από νωρίς για να την αποχαιρετήσουν ήταν η Άντζελα Γκερέκου, ο Αντρέας Γεωργίου με τη σύζυγό του Σιμώνη Χριστοδούλου, η Βάνα Δημήτριου, η Νίκη Παλληκαράκη, αλλά και ο στενός της φίλος Νικήτας Κακλαμάνης.



Άντζελα Γκερέκου-Ανδρέας Γεωργίου
Άντζελα Γκερέκου

Νίκη Παλληκαράκη

Δημήτρης Αβραμόπουλος






Η Μάρω Κοντού υπήρξε μια από τις τελευταίες μεγάλες κυρίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου και μια προσωπικότητα που τίμησε το θέατρο, την τηλεόραση και τον δημόσιο βίο με ήθος, αξιοπρέπεια και αστείρευτη δημιουργικότητα. Από τις πρώτες της εμφανίσεις μέχρι τις τελευταίες της ερμηνείες, ξεχώρισε για το ταλέντο, την κομψότητα και τη δύναμη της παρουσίας της, χαρίζοντας στο κοινό αξέχαστους ρόλους που έγιναν μέρος της συλλογικής μας μνήμης.
Με περισσότερες από επτά δεκαετίες αδιάλειπτης καλλιτεχνικής πορείας, δεν υπήρξε μόνο μια σπουδαία ηθοποιός, αλλά και μια γυναίκα με πνευματική καλλιέργεια, κοινωνική ευαισθησία και ενεργή προσφορά στον δημόσιο χώρο. Με το πέρασμά της στην αιωνιότητα, αφήνει πίσω της μια σπουδαία παρακαταθήκη από αξέχαστες ερμηνείες και την ανάμνηση μιας γυναίκας που έζησε τη ζωή της με τους δικούς της, ασυμβίβαστους όρους.

Μια ζωή γεμάτη τέχνη και μεγάλες επιτυχίες
Γοητευτική, αέρινη και προπάντων ταλαντούχα ηθοποιός, η Μάρω Κοντού τίμησε με την αδιάλειπτη παρουσία της το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο για σχεδόν 70 χρόνια. Με δυναμική προσωπικότητα, αλλά και αυθεντική φινέτσα, έκλεψε από νεαρή ηλικία την παράσταση αποδίδοντας μια πλειάδα ρόλων στο πλευρό σπουδαίων συμπρωταγωνιστών.
Η επιτυχία της, ειδικά στο παλιό εμπορικό σινεμά, ήταν τεράστια και για τους Έλληνες και τις Ελληνίδες θα είναι για πάντα η εύθραυστη «Ελενίτσα» της κομεντί «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», η μπριόζα «Ιταλίδα από την Κυψέλη», η τρισχαριτωμένη και πιο γοητευτική από ποτέ Λιλή στη «Σοφερίνα», αλλά και η αιθέρια Ισμήνη στην «Αντιγόνη», δίπλα στο θηρίο της υποκριτικής, την Ειρήνη Παπά.

Πολύπλευρο ταλέντο και με μεγάλη ερμηνευτική γκάμα, η Μάρω Κοντού έπαιξε με άνεση από κωμωδίες, κομεντί και φάρσες, μέχρι δράματα και περιπέτειες, δίπλα σε όλους τους σημαντικότερους ζεν πρεμιέ του ελληνικού σινεμά, αλλά και πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες, συνεργάστηκε με πολλούς σκηνοθέτες, ενώ αυτός που της έδωσε τη μεγαλύτερη ώθηση στη μακρά καριέρα της ήταν ο Γιώργος Τζαβέλλας, δίνοντάς της τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπέροχη κομεντί «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου.
Γεννημένη στο Κουκάκι με καταγωγή από τα Ψαρά
Γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στο Κουκάκι της Αθήνας, στην ίδια γειτονιά με την οικογένεια του Μάριου Πλωρίτη, τη φίλη της, Κατερίνα Γιουλάκη, και τη Νάνα Μούσχουρη. Η ηθοποιός είχε καταγωγή από τα Ψαρά. Ο πατέρας της ήταν Πειραιώτης έμπορος που όμως είχε καλλιτεχνικές ευαισθησίες, ζωγραφίζοντας και γράφοντας στίχους. Δυστυχώς έφυγε από τη ζωή από φυματίωση, όταν εκείνη ήταν μόλις δύο ετών, και η νεαρή Μάρω μεγάλωσε με τη μητέρα της και τη γιαγιά της.
Σπούδασε χορό στη σχολή της Κούλας Πράτσικα, (μετέπειτα Κρατική Σχολή Χορού). Με το ταλέντο της κατάφερε να αποσπάσει υποτροφία για τη σχολή HLADEK στη Γερμανία, την οποία όμως δεν αξιοποίησε λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης. Επέμεινε όμως στις καλλιτεχνικές της ανησυχίες και «σαμποτάρισε» τις πιθανότητες πρόσληψής στην Εθνική Τράπεζα (κατόπιν οικογενειακής πίεσης), παραδίδοντας στις εξετάσεις σημείωμα που έγραφε «Δεν μ’ ενδιαφέρει να προσληφθώ, με πιέζουν, ευχαριστώ».
Έχοντας αποφοιτήσει από τη σχολή χορού, συμμετείχε στις οντισιόν που έκανε ο Δημήτρης Ροντήρης για το Εθνικό Θέατρο, όπου και προσελήφθη το 1953 ως μέλος του χορού στα ανεβάσματα αρχαίων τραγωδιών (ανάμεσα στις άλλες επιτυχούσες ήταν και η Μαίρη Χρονοπούλου). Μερικά χρόνια αργότερα έδωσε εξετάσεις και έλαβε την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού, ως εξαιρετικό ταλέντο, από την Ανωτάτη Κρατική Επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας.
Το θέατρο
Έκανε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση ως μέλος του χορού στο ανέβασμα του «Ιππόλυτου» από τον Δημήτρη Ροντήρη στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού (1953). Ήταν η ίδια παράσταση που ένα καλοκαίρι αργότερα εγκαινίασε τον θεσμό των Επιδαύριων και η Μάρω Κοντού ήταν και τότε παρούσα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Παρέμεινε στο Εθνικό Θέατρο έως το καλοκαίρι του 1958, δίπλα σε ιερά τέρατα, όπως η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής και η Άννα Συνοδινού. Τα καλοκαίρια ως μέλος του χορού σε αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες και τους χειμώνες πλαισιώνοντας κλασικές παραστάσεις.
Δεν άργησε να τραβήξει την προσοχή θιασαρχών του ελεύθερου θεάτρου. Πρώτος ο Ντίνος Ηλιόπουλος την κάλεσε το 1959 στο θίασό του και μαζί περιόδευσαν σε Ελλάδα και Κύπρο με τα έργα «Φωνάζει ο κλέφτης» του Δημήτρη Ψαθά και «Η κυρία του κυρίου» των Τσιφόρου – Βασιλειάδη. Σε μια από αυτές τις παραστάσεις την είδε ο Άλκης Στέας και τη σύστησε στον Δημήτρη Χορν ο οποίος της προσέφερε τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο σε αθηναϊκή σκηνή με το έργο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ (χειμερινή περίοδος 1959-60). Η Μάρω Κοντού θα συνεργαστεί με τον Δημήτρη Χορν για τρεις σεζόν, ώσπου τρία χρόνια αργότερα την προσλαμβάνει ο Μάνος Χατζιδάκις στη θρυλική παράσταση «Οδός Ονείρων» (1962). Στην παράσταση αυτή ερμήνευσε το τραγούδι «Μαύρη Φορντ», που έγινε διαχρονική επιτυχία.

Στη θεατρική πορεία της συμμετείχε σε πάνω από 90 παραστάσεις. Τη δεκαετία του 1970 στράφηκε σχεδόν αποκλειστικά στο θέατρο επιλέγοντας ως επί το πλείστον κωμωδίες Ελλήνων συγγραφέων (Τσιφόρου – Βασιλειάδη, Γιαλαμά – Πρετεντέρη, Ψαθά κ.λπ.). Σημείωσε μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες και αρκετές χρονιές ήταν συνθιασάρχισσα άλλοτε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, άλλοτε με τον Κώστα Βουτσά ή τον Γιώργο Κωνσταντίνου. Παρέμεινε ενεργή και δεν απέφυγε να συνεργαστεί με νεότερούς της δημιουργούς, όπως για παράδειγμα με τον Λάκη Λαζόπουλο («Τι είδε ο Γιαπωνέζος», 1987) και με τον Σταμάτη Κραουνάκη («Χ-Σκηνής, Αυτά που κάψαν το σανίδι», 2008). Εξαιρετική ήταν επίσης στον ρόλο της βασίλισσας Ελισάβετ στη θεατρική παράσταση «Ελισάβετ – Μια γυναίκα από σύμπτωση» του Ντάριο Φο που ανέβασε ο Γιώργος Κατσιμίχος το 2012.
Ο κινηματογράφος
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Μάρως Κοντού ήταν μόλις είχε ξεκινήσει στο Εθνικό Θέατρο, με έναν βουβό ρόλο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Χαρούμενο ξεκίνημα» (1954) του Ντίνου Δημόπουλου. Ακολούθησαν ρόλοι σε ταινίες άλλων παραγωγών («Ο άνθρωπος του τραίνου», «Έγκλημα στο Κολωνάκι», «Έγκλημα στα Παρασκήνια») πριν κάνει ντεμπούτο με πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Τα κίτρινα γάντια» (1960) ως σύζυγος του ζηλόφθονα, Νίκου Σταυρίδη. Επέστρεψε στη Φίνος Φιλμ το 1963 πρωταγωνιστώντας στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου στην ταινία «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης».

Συμμετείχε σε πάνω από 50 κινηματογραφικές παραγωγές μεταξύ των οποίων η ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Αντιγόνη» (1961) ως Ισμήνη, αλλά και το διαχρονικό φιλμ (επίσης του Τζαβέλλα) «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» (Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, 1965), όπου μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου υποδύθηκαν το ζεύγος Κοκοβίκου, ένα από τα πλέον διάσημα ζευγάρια του ελληνικού κινηματογράφου. Τελευταία συνεργασία της Μάρως Κοντού με τη Φίνος Φιλμ ήταν στην αξέχαστη «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968) στον κεντρικό ρόλο πλάι στον Αλέκο Αλεξανδράκη. Ιδιαίτερη επιτυχία είχαν και οι 13 ταινίες όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα («Ο γεροντοκόρος», «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι», «Κρίμα το μπόι σου» κ.ά.).
Με την κάμψη του εμπορικού κινηματογράφου από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 οι επιλογές της έγιναν όλο και λιγότερες. Ξεχωρίζει ίσως ο ρόλος στην ταινία «Το Μεγάλο Κανόνι» (1981) με τον Θανάση Βέγγο. Χρειάστηκε να περάσει μακρύ διάστημα απουσίας από τον κινηματογράφο για να επιστρέψει η Μάρω Κοντού το 2012 με έναν ρόλο στην ταινία «Αν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη.
Στη διάρκεια της καριέρας της οι τηλεοπτικές της συμμετοχές ήταν περιορισμένες («Ένοχοι», «Τρεις στο γύρο», «Το πάθος» κ.ά.). Το 2021 βρέθηκε ξανά στις τηλεοπτικές οθόνες με έναν χαρακτηριστικό ρόλο στη σειρά «Γη της Ελιάς».
