Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

1900, ναι είμαι τόσο παλιά


     Μαρία Αμανατίδου
 
      Πριν μερικές μέρες ανέβασα ένα κείμενο στο facebook, εκεί που συχνάζουν οι “μεγάλοι”. (Θεέ μου έγινα μεγάλη!) Το κείμενο έκανε σουξέ σε γνωστούς και αγνώστους και προκάλεσε συγκίνηση οπότε το βάζω κι εδώ γιατί μου αρέσει να δημιουργώ συναισθήματα.

Όταν ήμουν στο λύκειο είχα στέκι. Κανονικό στέκι. Όχι group chat. Όχι «στείλε όταν φτάσεις». Όχι location. Όχι... 
  
 
 
«πού είστε;» στο Messenger. Πήγαινες. Και όποιον έβρισκες.




Photo by Priscilla Du Preez 🇨🇦 on Unsplash

Το δικό μου λεγόταν 1900.

Ήταν ένα café-bar μέσα σ’ ένα παλιό νεοκλασικό σπίτι, στο κέντρο της μικρής πόλης όπου μεγάλωσα.

Είχε κάτι λίγο σκοτεινό, λίγο παλιό, λίγο αλλού.

Και είχε κι έναν ξύλινο τηλεφωνικό θάλαμο μέσα στο μαγαζί, οριακά βγαλμένο από ταινία.

Δεν θυμάμαι ποτέ να αναρωτήθηκα γιατί υπήρχε εκεί.

Τότε δεν χρειαζόμασταν εξηγήσεις για όλα.

Η 1900 ήταν το μέρος μας. Πήγαινα με τους φίλους μου.

Πήγαινα όμως και μόνη μου. Γιατί ήξερα ότι όλο και κάποιον θα βρω.

Και το καταπληκτικό είναι ότι, αν δεν έβρισκα, καθόμουν μόνη μου.

Αυτό.

Δεν έβγαζα κάτι από την τσάντα για να δείχνω απασχολημένη.

Δεν κοιτούσα μια οθόνη. Δεν σκρόλαρα για να αποφύγω το ενδεχόμενο να σηκώσω το κεφάλι και να συναντήσω το βλέμμα κάποιου.

Δεν υπήρχε smartphone. Χαχα.

Ούτε στην πιο τρελή μου φαντασία δεν θα μπορούσα τότε να φανταστώ ότι κάποια μέρα θα κουβαλούσαμε όλοι στην τσέπη ένα πράγμα που θα μας επέτρεπε να μην είμαστε ποτέ πραγματικά μόνοι.

Και, ταυτόχρονα, να είμαστε κάπως συνέχεια μόνοι.

Καθόμουν λοιπόν.

Παράγγελνα νες γλυκό με γάλα. Αυτό έπινα.

Δεν είχαμε ακόμη ανακαλύψει ότι ο καφές πρέπει να έχει ιταλικό όνομα, γάλα βρώμης και σκόνη από κέρατο μονόκερου.

Νες γλυκό με γάλα. Και κάπνιζα.

Πολύ.

Πάρα πολύ.

Ήμουν χαζή.

Τώρα που το σκέφτομαι, ένα μεγάλο κομμάτι της εφηβείας μου αποτελείται από καπνό τσιγάρου, νες γλυκό με γάλα και την ακλόνητη πεποίθηση ότι ξέραμε ακριβώς τι κάναμε και οτι θα σώσουμε τον κόσμο.

Δεν ξέραμε τίποτα. Ευτυχώς. Στην 1900 ερωτευόμασταν, χωρίζαμε, κουτσομπολεύαμε. Κάναμε σχέδια για το πώς θα φύγουμε από εκεί.

Γιατί όταν μεγαλώνεις σε μικρή πόλη υπάρχει κάποια στιγμή που η μεγαλύτερη φιλοδοξία σου είναι απλώς:

να φύγεις.

Κι εγώ είχα βρει έναν τρόπο να φεύγω πολύ πριν φύγω πραγματικά.

Τα βιβλία.

Κάθε μήνα αγόραζα ένα.

Μερικές φορές και περισσότερα.

Ξόδευα σχεδόν το μισό χαρτζιλίκι μου σε βιβλία.

Δεν το ήξερα τότε, αλλά κάπως έτσι άρχισε να χτίζεται η βιβλιοθήκη που έχω σήμερα.

Ένα βιβλίο τον μήνα.

Ένα ράφι.

Μετά άλλο ένα.

Κι άλλο.

Και μαζί τους άρχισε να χτίζεται και κάτι άλλο.

Μια έξοδος κινδύνου.

Μέσα από τα βιβλία μπορούσα να φύγω από τη μικρή πόλη χωρίς να πάω πουθενά.

Να βρεθώ σε πόλεις που δεν είχα δει.

Να γνωρίσω ανθρώπους που δεν υπήρχαν γύρω μου.

Να ζήσω ζωές που δεν ήταν η δική μου.

Να καταλάβω ότι ο κόσμος ήταν πολύ μεγαλύτερος από αυτό που έβλεπα από το παράθυρό μου.

Και διάβαζα.

Πολύ.

Ακόμη διαβάζω πολύ.

Γιατί, αν θέλεις να γράψεις, έχω να σου πω κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα sexy αλλά είναι αλήθεια:

Το βασικό προσόν ενός συγγραφέα είναι να διαβάζει.

Πριν γράψεις, διαβάζεις.

Και μετά διαβάζεις κι άλλο.

Και κάποια στιγμή όλες αυτές οι ιστορίες που έχουν περάσει από μέσα σου αρχίζουν να κάνουν χώρο για τις δικές σου.

Eventually, λοιπόν, έγινα συγγραφέας.

Δεν το ήξερα τότε.

Η έφηβη που καθόταν στην 1900 με το βιβλίο της και τον απαίσιο καφέ της δεν είχε κάποιο masterplan.

Απλώς της άρεσαν οι ιστορίες.

Και ίσως τελικά αυτό να ήταν αρκετό.

Παρεμπιπτόντως, δεν ξέρω γιατί το μαγαζί λεγόταν 1900.

Κάποια στιγμή με βόλεψε να αποφασίσω ότι είχε πάρει το όνομά του από την ταινία 1900.

Δεν έχω κανένα απολύτως στοιχείο που να το αποδεικνύει.

Αλλά είμαι συγγραφέας.

Όταν λείπουν τα στοιχεία, έχουμε άλλες μεθόδους.

Και για να κλείσουμε με ένα ακόμη σημαντικό ιστορικό γεγονός:

Στην 1900 έφαγα και χυλόπιτα από τον Bowie. (αυτή είναι άλλη ιστορία)





Photo by Sonia on Unsplash


Η 1900 δεν υπάρχει πια όπως υπάρχει μέσα στο κεφάλι μου.

Αλλά η βιβλιοθήκη υπάρχει.

Τα βιβλία υπάρχουν.

Οι ιστορίες υπάρχουν.

Κι εγώ γράφω.

Θα ήταν πολύ ωραίο τώρα να σας πω ότι υπάρχει κάποιο μεγάλο ηθικό δίδαγμα εδώ. Δεν υπάρχει. Μερικές ιστορίες δεν χρειάζεται να σου μάθουν τίποτα. Αρκεί που τις θυμήθηκες. Αρκεί που τις έγραψες.

Αρκεί που για λίγο ξαναμπήκες μέσα τους. Κι αυτό ακριβώς θέλω να κάνουμε στο Days Made of Paper.

Να ψάξουμε αυτές τις ιστορίες. Τα μέρη. Τους ανθρώπους. Τα πράγματα που κάποτε θεωρούσαμε ασήμαντα και χρόνια αργότερα καταλαβαίνουμε ότι έγιναν κομμάτια μας.

Αν σου αρέσει να γράφεις, πάρε το Days Made of Paper.

Δεν χρειάζεται να θέλεις να γίνεις συγγραφέας.

Δεν χρειάζεται καν να πιστεύεις ότι «ξέρεις να γράφεις».

Ξεκίνα με μία ιστορία. Με ένα μέρος. Με έναν καφέ. Με ένα δωμάτιο που θυμάσαι. Με κάτι που συνέβη πριν από τριάντα χρόνια και για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν έφυγε ποτέ από μέσα σου.

Πάρε το Days Made of Paper και γράψ’ το.

Μπορεί να μείνει απλώς μια σελίδα. Μπορεί να γίνει δέκα.

Μπορεί κάποια μέρα να γίνει βιβλίο. Who knows?

Κι εγώ κάποτε απλώς καθόμουν στην 1900, έπινα νες γλυκό με γάλα, κάπνιζα σαν ηλίθια και διάβαζα βιβλία.

Δεν είχα ιδέα ότι ήδη ξεκινούσα να γίνομαι συγγραφέας.

Plot twist: η 1900 σήμερα είναι βιβλιοπωλείο. Δεν το ήξερα. Με ενημέρωσαν οι φίλοι μου στο facebook.