Υπεγράφησαν το πρωί της Δευτέρας στο Τελ Αβίβ οι συμβάσεις για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, ανοίγοντας τον δρόμο για την υλοποίηση του συστήματος αντιαεροπορικής, αντι-drone και αντιβαλλιστικής προστασίας.
Τις ...
συμβάσεις υπέγραψε σε ειδική εκδήλωση που διοργανώθηκε από ελληνικής πλευράς η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με επικεφαλής τον υποστράτηγο Ιωάννη Μπούρα, και από ισραηλινής πλευράς η Διεύθυνση Αμυντικής Συνεργασίας (SIBAT) και η MAFAT, το αντίστοιχο ισραηλινό όργανο με το ΕΛΚΑΚ με αρμοδιότητα στην έρευνα και ανάπτυξη αμυντικών τεχνολογιών.
Το κόστος του αντιαεροπορικού σκέλους εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 3 δισ. ευρώ, ενώ η ανάπτυξη των συστημάτων στην Ελλάδα αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα σε 28 μήνες. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είχε εγκριθεί από το ΚΥΣΕΑ στις 23 Ιουλίου του 2026 και αποτελεί βασικό τμήμα της «Ατζέντας 2030» για τον εκσυγχρονισμό και τον μετασχηματισμό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ο σχεδιασμός στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: την απόκτηση σύγχρονων οπλικών συστημάτων, drones και αντιαεροπορικών μέσων, την τεχνολογική ενσωμάτωση με έμφαση στην κυβερνοάμυνα και τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Στο πλαίσιο αυτό, έχει τεθεί ως στόχος εγχώρια συμμετοχή τουλάχιστον 25% στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η ισραηλινή πλευρά θα προχωρήσει στις παραγγελίες προς τις εταιρείες που έχουν αναλάβει τα επιμέρους σκέλη του προγράμματος. Πρόκειται για τις Israel Aerospace Industries (IAI), Rafael και ELTA Systems, θυγατρική της IAI. Και οι τρεις εταιρείες έχουν ήδη αναπτύξει συνεργασίες με ελληνικές επιχειρήσεις, ενώ έχουν δρομολογηθεί τα επόμενα βήματα για την έναρξη των εργασιών.
Όπως έχει επισημάνει ο υπουργός Άμυνας, Νίκος Δένδιας, ο σχεδιασμός προβλέπει πλήρη επιχειρησιακή ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» μέσα σε 35 μήνες. Η ενσωμάτωση των δυνατοτήτων του συστήματος θα γίνει σταδιακά, με τις παραδόσεις να πραγματοποιούνται σε φάσεις και τα διαφορετικά επίπεδα του «Θόλου» να τίθενται διαδοχικά σε επιχειρησιακή λειτουργία.
Το κόστος του αντιαεροπορικού σκέλους εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 3 δισ. ευρώ, ενώ η ανάπτυξη των συστημάτων στην Ελλάδα αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα σε 28 μήνες. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είχε εγκριθεί από το ΚΥΣΕΑ στις 23 Ιουλίου του 2026 και αποτελεί βασικό τμήμα της «Ατζέντας 2030» για τον εκσυγχρονισμό και τον μετασχηματισμό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ο σχεδιασμός στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: την απόκτηση σύγχρονων οπλικών συστημάτων, drones και αντιαεροπορικών μέσων, την τεχνολογική ενσωμάτωση με έμφαση στην κυβερνοάμυνα και τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Στο πλαίσιο αυτό, έχει τεθεί ως στόχος εγχώρια συμμετοχή τουλάχιστον 25% στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η ισραηλινή πλευρά θα προχωρήσει στις παραγγελίες προς τις εταιρείες που έχουν αναλάβει τα επιμέρους σκέλη του προγράμματος. Πρόκειται για τις Israel Aerospace Industries (IAI), Rafael και ELTA Systems, θυγατρική της IAI. Και οι τρεις εταιρείες έχουν ήδη αναπτύξει συνεργασίες με ελληνικές επιχειρήσεις, ενώ έχουν δρομολογηθεί τα επόμενα βήματα για την έναρξη των εργασιών.
Όπως έχει επισημάνει ο υπουργός Άμυνας, Νίκος Δένδιας, ο σχεδιασμός προβλέπει πλήρη επιχειρησιακή ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» μέσα σε 35 μήνες. Η ενσωμάτωση των δυνατοτήτων του συστήματος θα γίνει σταδιακά, με τις παραδόσεις να πραγματοποιούνται σε φάσεις και τα διαφορετικά επίπεδα του «Θόλου» να τίθενται διαδοχικά σε επιχειρησιακή λειτουργία.
