Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Ο «Προσωπικός Αριθμός» – το ψηφιακό λουρί που μας ετοιμάζουν χωρίς φρένο και χωρίς έλεγχο


 γράφει ο Δημήτριος Τσίκας
Διεθνολόγος – Συγγραφέας

Πολλοί υποστηρικτές του καθεστώτος συνεχίζουν να ειρωνεύονται όσους επισημαίνουν την επικινδυνότητα του προσωπικού αριθμού, επαναλαμβάνοντας το γελοίο επιχείρημα πως πρόκειται απλώς για το ΑΦΜ με τρία γράμματα παραπάνω. Αυτό... 
  
το αφήγημα απευθύνεται σε όσους είτε δεν καταλαβαίνουν είτε δεν θέλουν να καταλάβουν τι σημαίνει ένας ενιαίος κρατικός αριθμός ταυτοποίησης, γιατί η αλήθεια είναι πως το ΑΦΜ γεννήθηκε ως ένας αυστηρά φορολογικός κωδικός με περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, που χρησιμοποιείται μόνο για συναλλαγές με την εφορία και τίποτα περισσότερο. Ο προσωπικός αριθμός, αντίθετα, είναι ένα καθολικό κλειδί ταυτοποίησης που ενώνει όλα τα δεδομένα ενός πολίτη κάτω από έναν ενιαίο δείκτη, χωρίς καμία διάκριση μεταξύ φορολογικών, ιατρικών, ασφαλιστικών, τραπεζικών και προνοιακών πληροφοριών, μετατρέποντας τον καθένα μας σε έναν ανοιχτό ψηφιακό φάκελο που μπορεί να διαβαστεί, να συσχετιστεί και να αξιοποιηθεί με τρόπους που ούτε καν φανταζόμαστε.

Το πραγματικά ανησυχητικό είναι πως σε άλλες χώρες που έχουν εισαγάγει ανάλογα ενιαία συστήματα ταυτοποίησης, η πρόσβαση στα δεδομένα συνοδεύεται από αυστηρές διαδικασίες πολλαπλής επαλήθευσης, έτσι ώστε ο πολίτης να εγκρίνει κάθε φορά ποιος βλέπει τι και να μπορεί να γνωρίζει εκ των υστέρων κάθε πρόσβαση που έγινε στο προφίλ του. Στην Ισλανδία, για παράδειγμα, το περίφημο Auðkenni λειτουργεί με τηλεφωνική έγκριση, προσωρινά κλειδώματα και πλήρη ιχνηλασιμότητα κάθε ψηφιακού ίχνους, θέτοντας τον πολίτη στο κέντρο του συστήματος και όχι την κρατική ευκολία. Στην Ελλάδα, όμως, ο προσωπικός αριθμός επιβάλλεται βιαστικά και χωρίς καμία ανάλογη προστασία, αφού δεν υπάρχει υποχρεωτικός δεύτερος παράγοντας αυθεντικοποίησης, δεν υπάρχει ξεκάθαρη συγκατάθεση του πολίτη για κάθε ξεχωριστή πρόσβαση και δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός που να χωρίζει τα ευαίσθητα δεδομένα από τα αδιάφορα, αφήνοντας όλα εξίσου εκτεθειμένα σε ένα σύστημα όπου η λογική του «ένας αριθμός για όλα» σημαίνει πρακτικά «μία πόρτα για όλους τους εισβολείς».

Το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι κάθε άλλο παρά τυχαίο, γιατί με το σημερινό σχέδιο κάθε κρατικός υπάλληλος, κάθε τραπεζικός υπάλληλος, κάθε υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρείας και κάθε εξουσιοδοτημένος οργανισμός που αποκτήσει πρόσβαση στο σύστημα μπορεί να δει ό,τι θέλει, όποτε θέλει, χωρίς ο πολίτης να το γνωρίζει, χωρίς να ερωτάται και χωρίς να έχει το παραμικρό δικαίωμα άρνησης ή ενημέρωσης. Ακόμη πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι η σύνδεση όλων των δεδομένων σε έναν μόνο αριθμό δημιουργεί έναν ψηφιακό φάκελο τόσο πλούσιο σε πληροφορίες που ακόμα και μια μικρή διαρροή ή μία κακόβουλη πρόσβαση μπορεί να αποκαλύψει το σύνολο σχεδόν της ιδιωτικής ζωής ενός ανθρώπου, από τις ιατρικές του διαγνώσεις μέχρι τις τραπεζικές του κινήσεις και από τα ασφαλιστικά του ταμεία μέχρι τις δημόσιες συναλλαγές του, χωρίς κανένα ενδιάμεσο φίλτρο ή προστατευτικό τείχος.

Η προπαγανδιστική ρητορική περί «ταχύτερης και αποτελεσματικότερης εξυπηρέτησης» δεν είναι παρά ένα φτηνό άλλοθι για να καλυφθεί η πραγματική ατζέντα, που δεν είναι άλλη από την πλήρη άρση του ιδιωτικού απορρήτου υπέρ ενός καθεστώτος απόλυτης διαφάνειας μόνο προς μία κατεύθυνση, δηλαδή προς το κράτος, ενώ ο πολίτης παραμένει στο σκοτάδι. Όσοι σπεύδουν να χλευάσουν τις ανησυχίες των πολιτών, παρουσιάζοντας τον προσωπικό αριθμό ως κάτι ασήμαντο και καθημερινό, στην πραγματικότητα υπηρετούν μία αντίληψη όπου το κράτος είναι πάντα καλοπροαίρετο και η τεχνολογία είναι πάντα ουδέτερη, αγνοώντας επιδεικτικά ότι κάθε εργαλείο απόλυτου ελέγχου, όσο φιλικό κι αν φαίνεται στην αρχή, μπορεί να στραφεί εναντίον των πολιτών μόλις αλλάξουν οι πολιτικές συσχετίσεις ή μόλις κάποιος ανεύθυνος αποκτήσει πρόσβαση σε αυτό.

Δεν πρόκειται για φοβία ή για συνωμοσιολογία, αλλά για μία πραγματική και βάσιμη ανησυχία που πηγάζει από την απλή διαπίστωση ότι η ελληνική πολιτεία δεν έχει δώσει ούτε ένα σοβαρό δείγμα γραφής ότι μπορεί να διαχειριστεί με ασφάλεια τα σημερινά δεδομένα των πολιτών, πόσω μάλλον έναν τόσο κεντρικό και πανίσχυρο ψηφιακό δείκτη που θα συγκεντρώνει τα πάντα. Το ζητούμενο δεν είναι η άρνηση της τεχνολογίας, αλλά η απαίτηση για συγκεκριμένες εγγυήσεις: υποχρεωτική γνωστοποίηση κάθε πρόσβασης, ενεργή συγκατάθεση του πολίτη, δυνατότητα άρνησης για μη κρίσιμες χρήσεις και αυστηρές κυρώσεις για κάθε αυθαίρετη παραβίαση, στοιχεία που σήμερα απουσιάζουν παντελώς από το νομοθετικό πλαίσιο.

Αν κάποιοι βρίσκουν αυτή την προοπτική αστεία και άξια ειρωνείας, τότε το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ο προσωπικός αριθμός, αλλά η οικειοποίηση μιας αντίληψης όπου θεωρείται φυσιολογικό ένα κράτος να γνωρίζει τα πάντα για τον πολίτη, ενώ ο πολίτης δεν έχει κανένα μέσο να μάθει ποιος, πότε και για ποιο λόγο ψαχουλεύει την ψηφιακή του υπόσταση, και όσο επιμένουμε να κοροϊδεύουμε όσους ανησυχούν αντί να διορθώνουμε τις ελλείψεις του συστήματος, τόσο πιο γρήγορα οδηγούμαστε σε ένα ψηφιακό καθεστώς όπου ο πολίτης δεν θα είναι παρά ένας ακόμα αριθμός σε μια απέραντη λίστα ελεγχόμενων υποκειμένων.